<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678</id><updated>2012-02-16T19:08:51.562-08:00</updated><title type='text'>Cynically depressed</title><subtitle type='html'>Universe doesn't give a frak. Νeither do I</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>20</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-6098905956711616393</id><published>2012-02-04T04:32:00.000-08:00</published><updated>2012-02-04T04:32:54.813-08:00</updated><title type='text'>Αλγεβρική θεωρεία α-πιθανοτήτων</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;br /&gt;-"Βγάλε τη μπλούζα σου" τη διέταξα με τη φωνή βραχνή από την καύλα κι εκείνη υπάκουσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν ήμουν καρτούν το σαγόνι μου θα έπεφτε στο πάτωμα. Εκείνη απλά έβαλε τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς φτάσαμε εκεί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Σπίτι, διάβασμα, πανεπιστήμιο, διαλέξεις, γραφείο, δουλειά, σπίτι, διάβασμα και ο κύκλος να επαναλαμβάνεται. Ως μαθηματικός δύο κλάδους μισούσα, την Άλγεβρα και τη Θεωρεία πιθανοτήτων. Και πόσο τη μισούσα αυτή τη γαμημένη την άλγεβρα. Γαμώ τις πιθανότητες και γαμώ τις κατανομές. Γαμώ την άλγεβρα και γαμώ τις ομάδες και γαμώ τους δακτυλίους και γαμώ τα σώματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπα γαμώ τα σώματα και θυμήθηκα την Εύη. Δευτεροετής, λιγερόκορμη, φανερά εμπροσθοβαρής με κοντό καρέ καστανό μαλλί και υπέροχο κώλο όπως τουλάχιστον αυτός διαγραφόταν κάτω από το παντελόνι. Κουκλίτσα σκέτη και σε μια σχολή όπως το μαθηματικό δεν ήταν περίεργο που έγινε ατραξιόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμφιθέατρο. Περιμένουμε την Σούζι που τσούζει να έρθει για να ξεκινήσει την παράδοση στις Πιθανότητες. Το μυαλό μου είναι αλλού, φαντάζεται όλο και πιο φρικιαστικούς και βίαιους θανάτους στους οποίους θα υπέβαλα όποιον καριόλη συνέβαλε στην ανάπτυξη της θ. Πιθανοτήτων, από τον Πασκάλ μέχρι τον Κολμογκόροφ κι ας έπαιρνε και η μπάλα αγαπημένους μαθηματικούς όπως ο Γκάους ή Λεμπέκ. Εντάξει, ίσως να άφηνα τον Γκάους απ' έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί χαμένος στις φαντασιώσεις μου δεν παίρνω χαμπάρι την Εύη που έχει σταθεί δίπλα μου και μου ζητάει να σηκωθώ για να περάσει. Γυρίζω και την κοιτάω και πνίγω μια χριστοπαναγία που μου βγήκε αυθόρμητα. Σηκώνομαι και η τύπισσα περνάει και κάθεται δίπλα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτι μουρμουράω μέσα στα δόντια μου καθώς ο κώλος της τρίφτηκε πάνω μου αλλά δεν το πιάνει με αποτέλεσμα να γυρίσει και να με ρωτήσει τι είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...Σε άπταιστη βλαχάντερ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μαλάκα μου ένας θεός ξέρει πως κρατήθηκα και δεν έβαλα τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μάθημα ήταν μια κόλαση. Από τη μια η Σούζι να κάνει μαθηματικές ακροβασίες στον πίνακα και από την άλλη η Εύη να προσπαθεί να συμμετάσχει και εγώ να είμαι μεταξύ του να την βγάλω έξω και να την παίξω για πάρτη της και του να σκάσω στα γέλια. Αυτή η κατάσταση υστερικής ευθυμίας δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εύη η οποία σε κάποια στιγμή με ρώτησε "Έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτά που λέω;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Όχι, όχι... αυτά που λες είναι σκέτη ποίηση."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχετε ακούσει την έκφραση "το απλανές βλέμμα της γελάδας"; Το κυριότερο, το έχετε ζήσει από κοντά με μια πολύ όμορφη κοπέλα φανερά ωστόσο υψηλής νοημοσύνης; Αυτό ήταν, δεν άντεξα και έβαλα τα γέλια με κίνδυνο να εισπράξω κανένα κεραυνό από τη Σούζι που πάλευε με ένα ολοκλήρωμα στον πίνακα για να αποδείξει ότι έχει τιμή 1 άρα η συνάρτηση πληροί ένα από τα απολύτως απαραίτητα για κατανομές κριτήριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Εύη με κοίταξε και αυτή ενοχλημένη αλλά αυτή τη φορά, δόξα τον Αρχιμήδη, τον Εύδοξο και τους λοιπούς αρχαίους μαθηματικούς θεούς αποφάσισε να το βουλώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την Εύη και φανταζόμουν -όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα- και η τελευταία. Βέβαια είχαμε το κοινό μάθημα -το οποίο πλέον παρακολουθούσε από μεγάλη από μένα απόσταση- αλλά καμία άλλη επαφή. Αυτό ωστόσο που εκτίμησα, έστω και από απόσταση, ήταν το μυαλό της. Οι πραγματικά καλοί ξεχωρίζουν γι αυτόν που έχει τα μάτια να το δει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΧΑ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποια νομίζετε ότι έσκασε μύτη όταν βάλαμε αγγελία για operators/jr administrators?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αφεντιά μου ως ο Κθούλου (ήτοι Μεγάλος Παλιός) των φοιτητών στο συγκεκριμένο τμήμα που αναζητούσε φοιτητές -πέραν από τα μισθολογικά οφέλη- είχα υπό την επίβλεψή μου και την ομάδα των νέων φοιτητών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε τόση σχέση με τους υπολογιστές όσο η προσφορά της με καθηγητή Αγγλικής φιλολογίας στην Οξφόρδη ωστόσο είχε τρία μεγάλα προταιρήματα: Δύο στο μπούστο συν το γεγονός ότι βλαχάντερ ή όχι ήταν απίστευτα έξυπνη κοπέλα και αυτό με ερέθιζε εξίσου με το μπούστο της. Αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι προσελήφθει μετά βαΐων και κλάδων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σύντομη εκπαίδευσή της κράτησε λιγότερο απ' όσο θα ήθελα καθότι τα έπαιρνε απίστευτα τα γράμματα η ρουφιάνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως αρχίσαμε να κάνουμε κάπως παρέα αν και για τα προσχήματα προσπαθούσα να είμαι απόμακρος, όπως και για τους άλλους φοιτητές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Το εξάμηνο περνούσε και φυσικά πλέον στο μάθημα των Πιθανοτήτων δεν καθόμαστε μακρυά ο ένας από τον άλλον. Κάποια στιγμή μου πρότεινε η ίδια να πάμε σπίτι της να λύσουμε μαζί ασκήσεις, μια τελείως σαδομαζοχιστική εμπειρία όταν τις ασκήσεις τις βάζει η Σούζι που τσούζει. Εγώ βέβαια στο μυαλό μου είχα άλλες σαδομαζοχιστικές εμπειρίες ωστόσο καθένας μπορεί να παίξει ανάλογα με το φύλλο που του μοιράστηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγαμε σπίτι της με το σαραβαλάκι μου -Θεός σ'χωρέστο- και μπήκαμε μέσα. Μια γκαρσονιέρα ήταν όλη κι όλη με ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο. Εκεί καθήσαμε και λύσαμε -δηλαδή έλυσε, εγώ αρκέστηκα στην ψυχολογική συμπαράσταση- τις ασκήσεις κάτι το οποίο δεν πήρε και πολύ χρόνο καθότι είπαμε, το κορίτσι ήταν μεγάλη γάτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφού δεν είχαμε τίποτα να κάνουμε πιάσαμε κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, κουβέντα η οποία έφτασε στα προσωπικά. Έμαθα λοιπόν ότι ήταν μόνη της ένα χρόνο και παρά το γεγονός ότι είχε αρκετές προτάσεις δεν ενδιαφερόταν για σχέσεις. Κατόπιν της είπα τα δικά μου και από δω πήγε από κει το φερε η κουβέντα κατέληξε στα σεξουαλικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μου είπε τη μεγάλη της φαντασίωση: Να την εκβιάζει κάποιος ώστε αυτή να του κάνει αυτά που θέλει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβαλα τα γέλια και της είπα: "Κρίμα που είσαι τόσο ευφυής, θα έκανες ευτυχισμένους κάμποσους από τους καθηγητές. Ή πάλι πάρε ένα ρόπαλο και πήγαινε σπάσε το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου και περίμενε τον ιδιοκτήτη να κατέβει."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Άσε τις μαλακίες" μου είπε γελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Έκανε το σύστημα τόσο ασφαλές που ούτε ο ίδιος ο root δεν μπορούσε να μπει στο mail server. Το πάλεψε είναι η αλήθεια αλλά χωρίς boot σε single user mode δεν μπορούσε να το φτιάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Έκανα μια μαλακία" μου είπε "και πρέπει να ρίξουμε τον mail server".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Τι έκανες καμάρι μου" τη ρώτησα πνίγοντας το φόβο μου γιατί αυτή το έκανε, εγώ θα το πλήρωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Να, άλλαξα το shell του root αλλά έκανα τυπογραφικό λάθος και τώρα ο root δεν μπορεί να κάνει login στην κονσόλα και ούτε su αφού αυτή χρησιμοποιεί το shell του root και αυτό είναι λάθος γραμμένο."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καρδιά μου επέστρεψε στη θέση της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εντάξει τις λέω, δεν έγινε και τίποτα. Όπως είπες, κατά τα μεσάνυχτα, θα μπω και θα κάνω shutdown και θα μπω σε sigle user mode. Είσαι τυχερή που το έκανες σε DEC και όχι σε SPARC γιατί τότε θα χρειαζόταν boot από CD και κάμποση αλχημεία. Don't worry"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Να έρθω κι εγώ;" με ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Αύριο γράφουμε καμάρι μου" της είπα. "Εγώ βέβαια δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω αλλά εσύ δεν έχεις λόγο να ξενυχτίσεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Όχι, θέλω να έρθω. Αφού την έκανα εγώ τη μαλακία είναι άδικο να κάτσεις μόνος σου να την μπαλώσεις".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιμέναμε να πάει η ώρα δωδεκάμιση για να ρίξουμε το server. Τον έριξα και μετά από την consola έκανα boot -s. Αφού φορτώθηκε το sh έκανα τα απαραίτητα ταχυδακτυλουργικά με τη sed προκειμένου να βάλω το σωστό path -και πριν αρχίσετε τις σοφίες θέλω να σας πω πως ο vi δεν έπαιζε τότε σε x-console DEC τα οποία ήταν σχεδιασμένα για χρήση X-Windows.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"No harm, no foul" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ε, όχι και no foul. Άλλαξες το shell χωρίς να ρωτήσεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ε αφού όλοι χρησιμοποιούμε το tcsh γιατί κάθε φορά θα πρέπει να το τρέχουμε ξεχωριστά;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Υπάρχει λόγος που το root shell είναι το /sbin/sh και όχι tcsh ή το bash. Το /sbin/sh είναι στατικά linked και μπορεί να τρέξει ακόμα και αν το σύστημα έχει γαμηθεί πατόκορφα, κάτι που δεν μπορούν να κάνουν το tcsh ή το bash αφού δεν τα έχουμε κάνει στατικά compile. Αλλά ακόμα κι έτσι ποιος σου είπε να επεμβαίνεις στο σύστημα χωρίς τουλάχιστον να ενημερώσεις;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβασε το βλέμμα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τέλος πάντων" της είπα. "Τελειώσαμε για σήμερα, την κάνουμε;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Πάμε για ένα ποτό";&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ρε χαϊβάνι γράφουμε αύριο!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ε και;" με ρώτησε. "Δεν χρειάζεται να είσαι ατσίδας στη θεωρία πιθανοτήτων για να ξέρεις ότι εγώ μάλλον θα περάσω με βαθμό κι εσύ θα μάλλον θα κοπείς."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Δε γαμιέται" λέω. "Πάμε". Πήγαμε στο αυγό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε εγώ ούτε εκείνη πίναμε. Δεν ήθελε πολύ να γίνουμε κουρούπελα. Και εκεί έκανα κάτι απίθανο για μένα και οι θεοί των πιθανοτήτων αποφάσισαν να μου κάνουν δώρο ή τουλάχιστον να με παρηγορήσουν για το σχεδόν βέβαιο γεγονός ότι θα έγραφα χάλια την επόμενη μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ξέρεις" της είπα, "χάσαμε την ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε τη φαντασίωσή σου. Η εχεμύθειά μου για το αποψινό με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές σου υπηρεσίες."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται" μου είπε γελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Τι να κάνεις; Είναι η φύση μου τέτοια. Όταν βλέπω damsel in distress πάνω να τη σώσω."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Κακώς μου είπε" χαμογελώντας αδιόρατα. "Οι ευκαιρίες είναι κάτι που σου δίνονται σπάνια και ακόμα σπανιότερα δεύτερη φορά."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Τότε αιτούμαι δεύτερης ευκαιρίας" της είπα. "Η εχεμύθειά μου για το αποψινό με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές σου υπηρεσίες. Εμπρός, σήκω να πηγαίνουμε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νόμιζα ότι κάναμε πλάκα όταν φώναξε το γκαρσόν για να πληρώσουμε. Ακόμα νόμιζα ότι κάναμε πλάκα όταν την πήγα σπίτι της. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω. Ήρθε από τη μεριά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάνω που σκεφτόμουν ότι εδώ λέμε καληνύχτα και ο καθένας σπίτι του, αυτή για νάνι, εγώ για μπράτσα μέχρι να βγάλουν κάλους τα χέρια μου με ρώτησε "Δε θα ανέβεις;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Εύη, κομμένη η πλακίτσα" της είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Όπως νομίζεις" μου απάντησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με προκαλούσε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκα έξω. Θα δούμε τώρα ποιος είναι η κότα είπα μέσα μου. "Πάμε" τη διέταξα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπήκαμε σπίτι της. Ένιωθα φοβερή αμηχανία και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι αυτό το ιδιότυπο chicken θα τέλειωνε γρήγορα αλλά όπως είχε πει και η ίδια "Οι ευκαιρίες είναι κάτι που σου δίνονται σπάνια και ακόμα σπανιότερα δεύτερη φορά."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;-"Αν και νομίζω ότι κάνεις πλάκα" της είπα "i will play along". Εκείνη απλά με κοίταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Βγάλε τη μπλούζα σου" τη διέταξα με τη φωνή βραχνή από την καύλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εδώ τελειώνει το σημερινό παιχνίδι" σκέφτηκα μέσα μου αλλά εκείνη υπάκουσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν ήμουν καρτούν το σαγόνι μου θα έπεφτε στο πάτωμα. Εκείνη απλά έβαλε τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπροστά στα μάτια μου, με ένα σουτιέν που πολύ δύσκολα τα έκρυβε, ήταν οι δύο από τους τρεις λόγους για τους οποίους την είχα προσλάβει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκα από την καρέκλα και την πλησίασα. Δίστασα για λίγο αλλά τελικά άπλωσα τα χέρια μου και χούφτωσα τα στήθη της. Περίμενα ότι θα μου πει εδώ σταματάμε αλλά δεν έγινε. Τότε παίρνοντας θάρρος έβαλα τα χέρια μου από πίσω και της έλυσα το σουτιέν και το άφησα να πέσει στο πάτωμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκανα λίγο πίσω και τη θαύμασα. Μετά την έβαλα να καθίσουμε στο κρεββάτι και απλά άρχισα να τη χουφτώνω με μανία ενώ ο πούτσος μου είχε γίνει κάγκελο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πολλές φορές τον είχα κάνει λάστιχο φαντασιωνόμενος τέτοιες στιγμές μαζί της. Ποιος καλός Θεός είχε ακούσει τις προσευχές μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ήταν καθισμένη στο κρεββάτι σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά της. Έλυσα τη ζώνη μου, κατέβασα το παντελόνι μου και το μποξεράκι μου και ο ορθωμένος πούτσος μου πετάχτηκε μπροστά της. Χωρίς να της πω τίποτα και χωρίς να πει τίποτα απλά τον έσπρωξα στα χείλη της και αυτή τα άνοιξε και τον πήρε μέσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρθένα δεν ήταν με την καμία. Η τεχνική της δεν μπορώ να πω ότι ήταν η καλύτερη που έχω συναντήσει ωστόσο μπορούσε να τον πάρει πολύ πιο βαθιά απ' όλες όσες είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Την άρπαξα από το κεφάλι και της είπα να βάλει το ένα χέρι της γύρω από τον πούτσο μου για να μην πνίγεται. Αυτό το mouth fuck δεν κράτησε πολύ, έκανα να τραβηχτώ για να τον παίξω αλλά εκείνη με κράτησε από τα κωλομάγουλα και έτσι έχυσα στα χείλη της και μέσα στο στόμα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα κατάπιε όλα. Ακόμα και αυτά που είχαν χυθεί στα χείλη της απλά τα έγλειψε. Όταν καθαρίστηκε τον ξαναπήρε στο στόμα της μέχρι που μου ξανασηκώθηκε. Δεν ήθελε και πολύ, μικρός ήμουν τότε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρέπει να το κάναμε τρεις-τέσσερις φορές εκείνο το βράδυ. Αλλά αυτό που μου έμεινε περισσότερο και από το τσιμπούκι ήταν όταν την πήρα από πίσω. Είχε πραγματικά υπέροχο κώλο και ήταν σφιχτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έβαλα να σκύψει στο τραπέζι πάνω και την χούφτωσα βίαια στα στήθη. Μετά πήρα το ένα χέρι και το σάλιωσα ενώ το άλλο συνέχιζε να τη μαλάζει. Παιδεύτηκα αρκετά μέχρι να καταφέρω να μπω μέσα της και πόνεσε και μου το έδειξε αλλά δεν έδωσα σημασία. Απλά συνέχισα να τη γαμάω σα να μην έτρεχε τίποτα και εκείνη παρά τον πόνο και τις φωνές δεν τραβήχτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρά το ότι μου είχε πάρει πίπα και το είχαμε κάνει και άλλες δυο φορές δεν μου πήρε και πολύ να τελειώσω -όχι ότι είχα και πολλά να βγάλω είναι η αλήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά αφού κάναμε μαζί ντουζ, πέσαμε ξεροί για ύπνο μέχρι τις 8:00 όπου ξυπνήσαμε. Εκεί είχαμε και την τελευταία σεξουαλική μας επαφή, από τον κώλο πάλι αλλά αυτή ξαπλωμένη μπρούμητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Νομίζω ότι εσύ χρειάζεσαι περισσότερο την κωλοφαρδία απ' ότι εγώ σήμερα" μου είπε και εδώ που τα λέμε δεν είχε άδικο ωστόσο αποφάσισα ότι προτιμούσα την παρθενία του κώλου μου από την αμφίβολη αύξηση των πιθανοτήτων μου να γράψω καλά στην Θεωρία Πιθανοτήτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγραψε 10 και έγραψα 4. Αναμενόμενο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξανακάναμε σεξ. Η ίδια το είπε ξεκάθαρα, δεν επιζητούσε σχέσεις και η αλήθεια είναι ότι στον μισό χρόνο που κάθησε ακόμα -τέλειωσε το μαθηματικό στα 2.5 χρόνια και μετά πήγε με υποτροφία στο Princeton- δεν είδα να έχει κάνει σχέσεις με κάποιον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω αν εγώ ήμουν ο μόνος ή ένας από τους λίγους τυχερούς που τη χάρηκαν όσο έμεινε στο Π. τση Κ. και εδώ που τα λέμε τι σημασία έχει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη Θ. Πιθανοτήτων τελικά την πέρασα το επόμενο έτος με άλλο καθηγητή και ήταν και το τελευταίο μάθημά μου. Ίσως ήταν μια αφιέρωση στην Εύη το δεκάρι που τσίμπησα κι εγώ αλλά τότε δεν είπα κουβέντα στη "Γαλάτεια", τον πρώτο μου μέχρι τότε έρωτα, με την οποία έκανα σχέση τρεις μήνες μετά τα συμβάντα που ανέφερα πιο πάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τότε αποφάσισα να αγαπώ όλα τα μαθηματικά. Ακόμα και την Άλγεβρα, ακόμα και τη συνδυαστική ακόμα περισσότερο δε την Θεωρία Πιθανοτήτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποια η πιθανότητα να γνωρίσεις σε μια διάλεξη της Θεωρίας Πιθανοτήτων μια κοπέλα που θα σου πραγματοποιούσε μια φαντασίωση την οποία θεωρούσες απίθανη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ένα τρελό-τρελό σύμπαν αυτό στο οποίο ζούμε και η Τύχη -όπως λέει και η κβαντική φυσική- είναι η σκληρή του Mistress. Είναι σκληρή, είναι ατίθαση και απρόβλεπτη και συνήθως είναι σκυθρωπή. Καμιά φορά ωστόσο χαμογελάει...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και έχει υπέροχο χαμόγελο η πουτάνα.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-6098905956711616393?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/6098905956711616393/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=6098905956711616393' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6098905956711616393'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6098905956711616393'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2012/02/blog-post.html' title='Αλγεβρική θεωρεία α-πιθανοτήτων'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-8723251740883131214</id><published>2012-01-26T13:24:00.000-08:00</published><updated>2012-01-26T13:24:02.172-08:00</updated><title type='text'>Το παγωμένο δωμάτιο</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο. Είναι κρύο και λιτά επιπλωμένο. Ένας τριθέσιος καναπές, ένα κρεββάτι και τίποτε άλλο. Στον καναπέ κάθεται ένας άντρας. Είναι Ινδός ή Πακιστανός, δεν μπορεί να τον ξεχωρίσει. Από το σώμα του αναδύεται μια αποπντική μπόχα της ιδρωτίλας και απλυσιάς. Ο άντρας τη βλέπει και χαμογελάει πρόστυχα. Παρά το κρύο βγάζει το παντελόνι του και το σώβρακό του. Της γνέφει να έρθει να καθήσει δίπλα του. Τη χουφτώνει βίαια στο στήθος και τη γδύνει. Της πιάνει το κεφάλι και την βάζει να σκύψει πάνω από το γυμνό του πέος. Η κοπέλα με δυσκολία προσπαθεί να καταπιεί την αναγούλα που νιώθει από τη βρώμα που αναδύει το ερεθισμένο όργανό του. Ο άντρας την πιέζει και τελικά το βάζει όλο στο στόμα της. Την πνίγει. Νιώθει ακόμα πιο έντονα την αναγούλα αλλά προσπαθεί να κρατηθεί γιατί ξέρει τι την περιμένει έτσι και δεν τα καταφέρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έχει τύχη σήμερα. Αυτός ανήκει στην κατηγορία των αντρών που δεν τελειώνει εύκολα με μια πίπα. Τον γλείφει και τον ρουφάει με όλο της το είναι να είναι αφωσιομένο σε μια σκέψη: Κάντο χωρίς να κάνεις εμετό. Άντεξε! Άντεξε!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά ο άντρας βγάζοντας ένα βαθύ βογγητό χύνει μέσα στο στόμα της. Βάζει όλη τη δύναμη της θέλησής της και καταφέρνει να καταπιεί το πικρό του σπέρμα χωρίς να κάνει εμετό και χωρίς να δείξει αηδία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα δεν έχει τύχη σήμερα. Σε λιγάκι έχει ερεθιστεί πάλι και την βάζει να τον γλείψει εκ νέου. Αυτή τη φορά όμως τη σταματάει. Την βάζει να σκύψει και για λίγο θαυμάζει τον κώλο της. Για λίγο. Μετά εισέρχεται βίαια μέσα της. Η κοπέλα μουγκρίζει από τον πόνο. Σα να ήταν σύνθημα αυτό ο άντρας αρχίζει να κουνιέται ακόμα πιο γρήγορα, ακόμα πιο βίαια. Ο κώλος της πονάει και προσπαθεί να βάλει το μυαλό της να πάει αλλού. Μάταια. Δεν είναι η μέρα της.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Μια σκοτεινή φιγούρα διασχίζει βιαστικά ένα σκοτεινό σοκάκι. Παρόλο το βιαστικό περπάτημα δεν έχει αντιληφθεί μια άλλη σκοτεινή φιγούρα που την ακολουθεί. Οι δύο φιγούρες συναντιώνται τελικά και γίνονται μία. Η μία φιγούρα καταρρέει. Η άλλη φιγούρα τη σέρνει και την ακουμπάει σε μια εσοχή. Φεύγει και γυρίζει γρήγορα με ένα αυτοκίνητο με σβηστά φώτα. Ανοίγει το πορτ μπαγκάζ και με κάποια δυσκολία βάζει την άλλη φιγούρα μέσα. Κλείνει το πορτ μπαγκάζ και αφού βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε κάποιος μάρτυρας στο σύντομο δράμα που πέχτηκε, μπαίνει στο αυτοκίνητο και ξεκινάει. Στην άκρη του σοκακιού ανάβει τα φώτα, στρίβει αριστερά και χάνεται μέσα στη νύχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρά το κρύο στο δωμάτιο η κοπέλα δεν έχει σηκωθεί από τον καναπέ. Ο άντρας έφυγε αφού την πήρε άλλη μία φορά. Ο κώλος της πονάει. Η πόρτα ανοίγει. Σηκώνεται με το ζόρι και βγαίνει έξω. Στο διάδρομο έχει ευχάριστη ζέστη και η κοπέλα την υποδέχεται με ανακούφιση. Στην άλλη άκρη υπάρχει μια άλλη πόρτα και ο δεσμοφύλακας και δήμιός της την ανοίγει. Είναι η πόρτα του κελιού της. Ένα κρεβάτι, ένας νιπτήρας, μια ντουζιέρα και μια λεκάνη. Και μια κάμερα που την παρακολουθεί μέρα-νύχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα μπαίνει μέσα και πηγαίνει και σκύβει πάνω από την λεκάνη και ξερνάει. Ο δεσμοφύλακάς της την κοιτάει χωρίς οίκτο και της ανακοινώνει πως ο επόμενος πελάτης θα έρθει σε μια ώρα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του ενώ η κοπέλα ακόμα ξερνάει. Τελικά εξαντλημένη πέφτει στη μοκέτα και βάζει τα κλάμματα.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Ανοίγει τα μάτια της. Δεν αναγνωρίζει το μέρος αλλά αρχικά είναι πολύ ζαλισμένη για να ανησυχήσει. Παραήπιε στο πάρτι της σχολής της χθες. Είναι ξαπλωμένη σ' ένα κρεββάτι με τα ρούχα που φόραγε στο πάρτι. Στους τοίχους δεν υπάρχουν παράθυρα. Μια πόρτα υπάρχει μόνο και αυτή είναι κλειδωμένη. Τραντάζει την πόρτα -έχει αρχίσει να ανησυχεί στα σοβαρά πια- και φωνάζει αν είναι κάποιος εκεί. Δεν παίρνει απάντηση. Χτυπάει την πόρτα με μανία. Τίποτα. Κάθεται στο κρεββάτι φοβισμένη για τα καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ξύπνησες πουτανίτσα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυρνάει ξαφνιασμένη προσπαθώντας μάταια να εντοπίσει την προέλευση της φωνής. Δεν δίνει καν σημασία στο πώς την αποκάλεσαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ποιος είσαι; Πού είσαι; Άνοιξέ μου!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Όλα στον καιρό τους" της απαντάει η φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Άσε με να φύγω! Ποιος είσαι; Γιατί με κρατάς; Άσε με να φύγω!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απάντηση που παίρνει κάνει το αίμα της να παγώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Βγάλε το σκασμό πουτάνα αλλιώς δε θα βγεις ζωντανή από αυτή την ιστορία."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νιώθει ταυτόχρονα φόβο και οργή. Κάτι ωστόσο στη φωνή του την κάνει να καταπνίξει την οργή της. Δεν είναι απλά η απειλή. Είναι η φωνή που την εκτόξευσε. Δεν ήταν οργισμένη. Ήταν... ήταν... τι σκατά ήταν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά κατάλαβε. Δεν ήταν απειλή. Ήταν δήλωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Θαυμάσια" ακούστηκε η φωνή. "Μιας που έβγαλες το σκασμό βγάλε και το φόρεμά σου να δω τα βυζάκια σου."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα κοκάλωσε από την οργή. Πριν καν καταφέρει να μιλήσει ωστόσο η φωνή τη διέκοψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάλι ο ίδιος τόνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Δε θέλεις να μπω στο δωμάτιο και να μην έχεις κάνει αυτό που σε διέταξα."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς στο διάβολο μπορούσε να σε τρομάξει έτσι μια φωνή;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Είναι η τελευταία φορά που θα επαναλάβω κάτι χωρίς συνέπειες για σένα. Βγάλε το φόρεμά σου."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δήλωση. Όχι απειλή, απλά δήλωση. Δήλωση χειρότερη από απειλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ προσπαθούσε να αποφασίσει τι θα κάνει η πόρτα άνοιξε χωρίς να ακουστεί ήχος ξεκλειδώματος και ένας άντρας που φορούσε μάσκα μπήκε στο δωμάτιο. Πριν το μυαλό της καν πάρει στροφές από την απρόσμενη εξέλιξη ο άνδρας την πλησίασε και της έριξε μια γερή γροθιά στο πρόσωπο. Ο κόσμος της γέμισε με αστεράκια. Μέχρι να καθαρίσει το οπτικό της πεδίο ο άντρας είχε εξαφανιστεί από το δωμάτιο. Έτρεξε προς την πόρτα αλλά την βρήκε κλειδωμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Πρώτη παράβαση" άκουσε τη φωνή να λέει. "Και τώρα βγάλε το φόρεμα σου."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά υπάκουσε. Γεμάτη ντροπή κατέβασε το φόρεμά της και έμεινε με το σουτιέν της και το στρινγκάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Πωπωπωπω κάτι βυζάρες" ακούστηκε η περιπαιχτική του φωνή και την έκανε να νιώσει ακόμα πιο άσχημα. "Καλά σε είχα κόψει τι τούμπανο είσαι" συνέχισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα δεν είπε τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Για βγάλε και το σουτιέν να δούμε πόσο καλά τα πάνε τα βυζιά σου με τη βαρύτητα."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δίστασε πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Θέλεις να ανακαλύψεις τις συνέπειες της δεύτερης παράβασης;" την ρώτησε η φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έβαλε τα χέρια πίσω από την πλάτη της και έλυσε το σουτιέν. Το άφησε να πέσει και προσπάθησε να καλύψει με τα χέρια της τα στήθη της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Έλα, άσε τις ντροπές τώρα που μπαίνουμε στο ψητό" της είπε η φωνή. "Κατέβασε τα χέρια σου" συμπλήρωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νικημένη κατέβασε τα χέρια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Κατερίνα - Βαρύτητα σημειώσατε 1" είπε η περιπαιχτική φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα ακούγοντας το όνομά της ξέσπασε σε λυγμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Που με ξέρεις; Ποιος είσαι;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκλαιγε πια με λυγμούς. Κάτι της είπε αλλά δεν το άκουσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Τι... τι είπες;" τον ρώτησε μέσα στα αναφιλητά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Αν σου πω θα πρέπει να σε σκοτώσω" της είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Οι δικαστές κάθονται στα έδρανά τους ενώ οι παρεβρισκόμενοι στο δικαστήριο στέκονται όρθιοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη μεριά του κατηγόρου κάθεται μια κοπέλα. Από πίσω της ένας ηλικιωμένος άνδρας. Στη μεριά του κατηγορουμένου βρίσκεται ένας νέος άνδρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Άρχεται η συνεδρίασις" λέει ο δικαστής. Η δίκη του Ιωάννη Δαβέρη που κατηγορείται για απαγωγή, μαστρωπία και κατά συρροή βιασμό της Αικατερίνης Νικολοπούλου έχει μόλις ξεκινήσει.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Ο δεσμοφύλακας της ανοίγει την πόρτα, και η κοπέλα βγαίνει έξω. Την πιάνει και την πάει σ' ένα δωμάτιο. Ανοίγει την πόρτα και την πετάει μέσα. Παρά το κρύο που επικρατεί στο δωμάτιο εκείνο τρεις άντρες την περιμένουν γυμνοί. Ο δεσμοφύλακας της λέει "Τα παιδιά εδώ είναι από την Αλβανία και εργάζονται σκληρά για το αφεντικό. Κοίτα να τα ικανοποιήσεις καλά γιατί αλλιώς... ξέρεις".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δήμιος και δεσμοφύλακάς της βγαίνει από το δωμάτιο και κλείνει την πόρτα πίσω του. Οι τρεις αλβανοί την κοιτάνε ξελιγωμένοι.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;-"Τώρα που είδαμε τα βυζάκια σου για να δούμε και το κωλαράκι σου" της είπε η φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτι μέσα της έσπασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Να πα να γαμηθείς παλιοκαριόλη."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Δεύτερη παράβαση" της ανακοίνωσε η φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε αμυντική στάση περιμένοντας την πόρτα να ανοίξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κενό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν συνήλθε ήταν κρεμασμένη με τα χέρια τεντωμένα. Ένα περικάρπιο με ένα κρίκο σε κάθε χέρι μέσα από το οποίο πέρναγε μια αλυσίδα η οποία ενωνόταν με ένα άλλο κρίκο πάνω σε μια κατασκευή που θύμιζε μονόζυγο. Ομοίως δεμένα και τεντωμένα ήταν και τα πόδια της και το σώμα της είχε πάρει το σχήμα του Χ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας με τη μάσκα στο κεφάλι ήρθε από μπροστά της και της ανακοίνωσε: "Δεύτερη παράβαση: 15 βουρδουλιές". Τις τσίμπησε τις ρώγες μέχρι που η κοπέλα ούρλιαξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Αυτό δεν είναι τίποτα, Κατερινιώ μου" της είπε και πήγε από πίσω της. Όταν έπεσε η πρώτη βουρδουλιά της κόπηκε η ανάσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Ένα" φώναξε ο άνδρας με φωνή αλιωμένη από την ηδονή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύο... τρία... Τέσσερα... κάθε νέος χτύπος που έπεφτε σε ακανόνιστο ρυθμό στους γλουτούς της την διέλυε. Κράταγε την ανάσα της περιμένοντας την επόμενη αλλά η επόμενη δεν ερχόταν. Δεν υπήρχε ρυθμός, δεν υπήρχε τρόπος να μετρήσει το χρόνο, ο πόνος την έκαιγε και τότε έτρωγε ακόμα μία... και ακόμα μία... και ακόμα μία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το 15 ακούστηκε σαν η πιο γλυκειά μελωδία στ' αφτιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Υπέροχος κώλος" της είπε. "Είναι ό,τι πρέπει για κοκκίνισμα, ίσως τελικά να είναι καλύτερο να είσαι ανυπάκουη, τι λες κι εσύ πουτανίτσα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έκλαιγε με τρομερούς λυγμούς και δεν άκουγε τι της έλεγε ο βασανιστής της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της έλυσε τα χέρια και της τα ξαναέδεσε πίσω από την πλάτη. Ομοίως έδεσε τα πόδια της ώστε με το ζόρι μπορούσε η κοπέλα να περπατήσει. Έτσι την πήγε στο δωμάτιό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα κατέρρευσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γονάτισε μπροστά στον πρώτο αλβανό και τον πήρε στο στόμα της. Οι άλλοι δύο απλά κοιτούσαν.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Όταν συνήλθε ήταν πάλι μόνη της στο δωμάτιο. Γυμνή. Τα μόνα που φορούσε ήταν τα περικάρπια με τους κρίκους στα χέρια και τα αντίστοιχα στα πόδια. Οι γλουτοί της έτσουζαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Κάτσε στα τέσσερα στο κρεββάτι" διέταξε η φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα αυτή τη φορά υπάκουσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και έκανε να γυρίσει αλλά η διαταγή του την πάγωσε: "Κάτσε εκεί που είσαι".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα παραδωμένη έζησε τον πρώτο της βιασμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον μήνα που την κράτησε την βίασε πολλές φορές από παντού και μόνος του και με άλλους. Στον μήνα που την κράτησε η κοπέλα έζησε τον πιο κοινό εφιάλτη των γυναικών: Σεξουαλική σκλαβιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποτέ δεν είδε το πρόσωπό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο μήνα πάνω την άφησε να φύγει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε ένας χρόνος από τον εφιάλτη που έζησε η κοπέλα. Η αστυνομία δεν κατάφερε να βρει το δράστη. Η υπόθεση απαγωγής της εγγονής του μεγιστάνα Ανδρέα Νικολόπουλου που για ένα μήνα είχε συγκλονήσει το πανελλήνιο είχε μείνει ανοιχτή.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Η ετυμηγορία είχε βγει. Αθώος ο κατηγορούμενος. Η κοπέλα ξέσπασε σε κλάμματα. Ο ηλικιωμένος πίσω κοιτούσε απλανής το δικαστή. Η μεριά του κατηγορούμενου ξέσπασε σε πανηγυρισμούς.&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;&lt;br /&gt;-"Άμεση δράση, παρακαλώ"&lt;br /&gt;-"Καλησπέρα. Ονομάζομαι Χρόνης Καραγιώργης..." είπε και κόμπιασε.&lt;br /&gt;-"Τι συμβαίνει" τον ρώτησαν από την άμεση δράση&lt;br /&gt;-"Δεν... δεν είμαι σίγουρος. Νομίζω ότι έγινα μάρτυρας απαγωγής."&lt;br /&gt;-"Παρακαλώ πείτε μας τι συμβαίνει".&lt;br /&gt;Ο Χρόνης Καραγιώργης διηγήθηκε τι είχε δει.&lt;br /&gt;-"Το θύμα είναι άντρα ή γυναίκα;"&lt;br /&gt;-"Δεν... δεν είμαι σίγουρος. Είχε σκοτάδι και δεν βλέπω και καλά."&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Ακόμα και στην ψυχολόγο πήγαινε με τον παππού της. Εκεί καθισμένη στο χώρο αναμονής με τον παππού της να της χαϊδεύει το χέρι άκουσε μια φωνή που δε θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ: "Καληνύχτα κυρία Δεσποτοπούλου, θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα".&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;Ο πρώτος αλβανός χύνει στο στόμα της. Ο επόμενος την βάζει να σκύψει μπροστά του και τρίβει το όργανό του στο πρόσωπό της. Ο τρίτος πάει από πίσω της και αφού σαλιώσει το πέος του εισδύει από πίσω της. Νιώθει τα σωθικά της να ξεσκίζονται, ο τρίτος της παρέας τον έχει πολύ μεγάλο αλλά με το που ανοίγει το στόμα της ο άλλος την μπουκώνει. Ενώ την γαμάνε με μανία το μυαλό της είναι ακόμα στα λόγια του γέρου πριν την παραδώσει στο δεσμοφύλακα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-"Μου πήρε δύο χρόνια και μου στοίχησε ένα σκασμό λεφτά η αλλαγή φύλου. Τα μαστιγώματα που έχεις φάει ωστόσο δεν είναι η πραγματική σου τιμωρία. Η πραγματική σου τιμωρία Γιάννη Δαβέρη αρχίζει τώρα."&lt;br /&gt;&lt;blockquote class="tr_bq" style="text-align: center;"&gt;-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-.-&lt;/blockquote&gt;&lt;br /&gt;Οι αλβανοί έχουν τελειώσει και έχουν φύγει. Είναι πεσμένος στο πάτωμα και ξερνάει. Ο κώλος του πονάει. Το δωμάτιο είναι κρύο... όπως ο τρόπος με τον οποίο σερβίρεται σαν πιάτο η εκδίκηση.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-8723251740883131214?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/8723251740883131214/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=8723251740883131214' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/8723251740883131214'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/8723251740883131214'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2012/01/blog-post.html' title='Το παγωμένο δωμάτιο'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-4069826723300997327</id><published>2011-09-18T11:03:00.000-07:00</published><updated>2011-09-18T11:03:44.057-07:00</updated><title type='text'>Το τελευταίο κομμάτι</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Ιδρώτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγκομαχητά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οργασμός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η φασαρία από το γειτονικό διαμέρισμα τον ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια του, έριξε μια άηχη βλαστήμια προς το ταβάνι και σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια και σούρθηκε ως το μπάνιο να ρίξει νερό στο πρόσωπό του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: κουρασμένα μάτια, γένια μερικών ημερών και μαλλί σα να το χτύπησε τυφώνας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγε στην πόρτα και κοίταξε από το μάτι. Μια όμορφη κοκκινομάλλα πάλευε με τα κουτιά που ήταν παρατημένα στο διάδρομο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ντύθηκε και ξεπλύθηκε και χτενίστηκε σε χρόνο ρεκόρ. Στο παλιό αυτό κτήριο με τους γέρους ενοίκους η όμορφη κοπέλα, όπως και αυτός, φάνταζαν παράταιροι. Ξαναπήγε πίσω από την πόρτα και παρατηρούσε από το ματάκι περιμένοντας την κοπέλα να εμφανιστεί. Τότε βγήκε έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ωπ, καλημέρα» της είπε χαμογελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τον κοίταξε για λίγο, του χαμογέλασε και του απάντησε «Καλημέρα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επικράτησε αμήχανη σιωπή για λίγο καθώς και οι δύο έψαχναν να βρουν τι θα πουν. Τελικά μίλησε εκείνος πρώτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μην το πάρεις στραβά αλλά πολύ χαίρομαι που βλέπω κάποιαν στην ηλικία μου. Όλοι οι υπόλοιποι ένοικοι στο κτήριο αυτό πρόλαβαν τις πυραμίδες γιαπί.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έβαλε τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Γιατί να το πάρω στραβά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμήχανη σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Με λένε Γιάννη» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Άρτεμις» του απάντησε μονολεκτικά εκείνη και έσκυψε να πάρει ένα κουτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Συγνώμη, γαϊδουριά μου» της είπε ο Γιάννης. «Θέλεις να σε βοηθήσω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Η καλύτερη πρόταση που μου ‘χουν κάνει σήμερα» του είπε η κοπέλα χαρίζοντάς του ένα λαμπερό χαμόγελο που έκανε την καρδιά του να χοροπηδήσει από τη θέση της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έχασες» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έχασα» παραδέχτηκε εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ωραία, τι περιμένεις;» την ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα ξεφύσησε για λίγο και τελικά αργά άρχισε να βγάζει τη μπλούζα της. Από κάτω φορούσε μόνο το σουτιέν που πάσχιζε να καλύψει το βαρύ, στητό της στήθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός ξεφύσησε και αυτός με τη σειρά του. Ένιωσε τον πούτσο του να φουσκώνει κάτω από το σλιπ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Και το παντελόνι» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα υπάκουα έβγαλε το παντελόνι και έμεινε μόνο με το στρινγκάκι και το σουτιέν της. Τον κοίταξε ικετευτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Το στοίχημα είναι στοίχημα» της απάντησε εκείνος» πλησιάζοντάς την.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε το χέρι του ανάλαφρα πάνω από το στήθος της. Η κοπέλα ένιωσε γεμάτη ντροπή τη ρόγα της να πετρώνει και το μουνί της να υγραίνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μπα μπα, έχουμε ανταπόκριση βλέπω» είπε ο νεαρός βάζοντας το χέρι του κάτω από το σουτιέν της και χουφτώνοντας δυνατά το στήθος της, ή τουλάχιστον όσο χωρούσε κάτω από την παλάμη του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια της και δεν είπε τίποτα. Ο νεαρός της έβγαλε το σουτιέν και έμεινε να την κοιτάει. Μετά άρχισε να της χουφτώνει τα βαριά της στήθη και με τα δυο του χέρια και αυτό συνεχίστηκε για κανένα πεντάλεπτο. Ο πούτσος του κόντευε να εκραγεί. Πήρε το χέρι της και το έβαλε πάνω από το σορτσάκι του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ε, τι κάνεις εκεί» πήγε να διαμαρτυρηθεί η κοπέλα αλλά η αίσθηση του φουσκωμένου του πούτσου στα χέρια της την παρέλυσε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ποτό την είχε βαρύνει και είχε παραλύσει τις άμυνές της. Είχε μείνει μόνο η ντροπή της η οποία και αυτή πήγε περίπατο. Έκατσε στα γόνατα, του κατέβασε το σορτσάκι και το σλιπ και τον χούφτωσε με τα χέρια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός έπιασε τον πούτσο του και την τον ακούμπησε στα χείλη. Η κοπέλα σταμάτησε και τον κοίταξε και του είπε «Όχι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έλα, λες και δεν το έχεις ξανακάνει» είπε εκείνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα σα να ξύπνησε λίγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Το στοίχημα ήταν να δεις και να χουφτώσεις το στήθος μου. Μην το παραχέσουμε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός σταμάτησε. Γονάτισε δίπλα της και έβαλε το χέρι μέσα από το στρινγκάκι της. Η κοπέλα πάλεψε για λίγο αν και όχι με ιδιαίτερο φανατισμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Το μουνάκι σου λέει άλλα» είπε αυτός. «Στάζεις…» συμπλήρωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δεν είναι σωστό…» έκανε να διαμαρτυρηθεί η κοπέλα αλλά η διαμαρτυρία της πνίγηκε καθώς ο νεαρός ο οποίος είχε σηκωθεί όρθιος της πίεσε τον πούτσο του πάνω στο στόμα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα απρόθυμα άρχισε να τον τσιμπουκώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έλα να βλέπω περισσότερο ενθουσιασμό» της είπε και την τον κάρφωσε βαθιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα ένιωσε αναγούλα αλλά ο νεαρός δεν την άφησε να πάρει ανάσα. Τελικά κάθησε σε μια πολυθρόνα και την έβαλε να γονατίσει μπροστά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Γλείψε με το ρυθμό που σε βολεύει» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα παραδομένη τον πήρε στο στόμα της και ξεκίνησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δε θέλω βιασύνες» της είπε αυτός. «Κάντο κανονικά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον υπάκουσε και πριν τον ξαναπάρει στο στόμα της έπαιξε με το κεφαλάκι του, έγλυψε τα αρχίδια του και ξαναπήρε το κεφαλάκι στο στόμα της. Το έπαιξε με τη γλώσσα της μέχρι που ο νεαρός δεν άντεξε άλλο και της το κάρφωσε στο λαρύγγι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός έγειρε μπροστά και της χούφτωσε και τα δύο στήθη. Η κοπέλα με το δεξί της χέρι έπιασε τη βάση του πούτσου του και τον έπαιζε ενώ ταυτόχρονα κινούσε το στόμα της πάνω κάτω. Με το αριστερό της χέρι έπαιζε με την κλειτορίδα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έπιασε από τα μαλλιά, την κράτησε ακίνητη και έχυσε μέσα στο στόμα της. Η κοπέλα ένιωσε τον πούτσο του να δονείται μέσα στο στόμα της και να εκτοξεύει ένα πίδακα από καυτό σπέρμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Άφησε λίγο να τρέξει και κατάπιε το υπόλοιπο» τη διέταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης την κοιτούσε καλά καλά. «Μαλάκα μου παγωτό τρώει αυτή ή κάνει τσιμπούκι στον πύραυλο;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μια πεντάρα για τη σκέψη σου» τη ρώτησε ο Γιάννης που ευχαρίστως θα έδινε και πενηντάευρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Συγνώμη, αφαιρέθηκα» του απάντησε η Άρτεμις. «Μου συμβαίνει αυτό όταν απολαμβάνω κάτι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Στο έλεγα» της είπε. «Μπορεί να είναι κατά βάση κρεπερί, αλλά έχει φοβερό παγωτό.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Από διασκέδαση τι κάνετε εδώ;» τον ρώτησε η κοπέλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Φοιτητούπολη είναι, δεν έχεις παρά να διαλέξεις στέκι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Για να διαλέξω πρέπει να τα δω κιόλας» του είπε πετώντας του το μπαλάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Και εγώ γιατί είμαι εδώ;» της απάντησε πιάνοντας το μεταφορικό μπαλάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ωραία» είπε με χαμόγελο που έλεγε πολλά. «Αλήθεια, δε σε ρώτησα, πώς και διάλεξες το μουσείο φυσικής ιστορίας για να μείνεις;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την κοίταξε για λίγο χωρίς να καταλαβαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Εννοώ αυτό το μεγάλο παλιό κτήριο που είναι γεμάτο απολιθώματα» του εξήγησε και ο Γιάννης έβαλε τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Φαντάζομαι για τον ίδιο λόγο που το διάλεξες κι εσύ. Έχει ησυχία και χαμηλό νοίκι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Εγώ πάντως για το χαμηλό νοίκι το διάλεξα» είπε η κοπέλα. «Δυστυχώς αντί να με κάνει ο Ροκφέλερ με έκανε ένας Ροκ φελλός».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Τι εννοείς;» την ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Τίποτα, για τον πατέρα μου λέω. Ένας μπατίρης ροκάς του κώλου που δεν κοίταγε τα χάλια του, ήθελε και παιδί.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μήπως γίνεσαι λίγο άδικη;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Καθόλου» τον διαβεβαίωσε. «Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έκλεισα τα 18 ήταν να σηκωθώ να φύγω.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Για τη σχολή φαντάζομαι» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Η σχολή ήταν η αφορμή αλλά έτσι κι αλλιώς θα έφευγα περνούσα δεν περνούσα στην Ιατρική». Η κοπέλα σιώπησε για λίγο και μετά τον ρώτησε «Πώς ήταν τα δικά σου παιδικά χρόνια;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μοναχικά» της απάντησε. «Ο πατέρας μου είναι ναυτικός και τον βλέπω μια στο τόσο. Η μάνα μου είναι αρκετά κλειστός τύπος, κι εγώ της έμοιασα. Ε, δεν έχω και αδέρφια οπότε καταλαβαίνεις. Εσύ έχεις αδέρφια;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ η Άρτεμις ετοιμαζόταν να απαντήσει χτύπησε το κινητό του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Με συγχωρείς μισό λεπτό» της είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μίλησε για λίγο στο κινητό του μ’ ένα συμφοιτητή του που τον ρώτησε κάτι για τις εγγραφές και μετά το έκλεισε. Γύρισε στην Άρτεμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Τι λέγαμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Για τα παιδικά μας χρόνια» του απάντησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Α, ναι» έκανε να συνεχίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Γιάννη, συγνώμη που σε διακόπτω αλλά πρέπει να γυρίσω στο διαμέρισμα. Έχω να ξεπακετάρω κάποια πράγματα γιατί το απόγευμα θα φύγω.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ακόμα δεν ήρθες;» την ρώτησε αυτός με κάποια δόση απελπισίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ναι, πρέπει να κατέβω Αθήνα γιατί έχω κάποια πράγματα ακόμα να πάρω γιατί όπως είδες το πεντακοσαράκι μου δε χωράει και πολλά.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Εντάξει» της είπε. Έβγαλε να πληρώσει. «Το παγωτό κερασμένο» την πληροφόρησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ευχαριστώ πολύ» του είπε εκείνη χαμογελώντας χωρίς να του κάνει περιττές τζιριτζάτζουλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το απόγευμα του χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε και μπήκε μέσα με αέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Λοιπόν, κατεβαίνω Αθήνα. Θα επιστρέψω αύριο το βράδυ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ωραία» της είπε ο Γιάννης. «Κι εγώ θα σε βοηθήσω να ξεπακετάρεις αυτά που θα φέρεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Σ’ ευχαριστώ πολύ» του είπε χαμογελώντας του γλυκά. Έγειρε και του έδωσε ένα ανάλαφρο φιλί στο στόμα, πράγμα που τον αιφνιδίασε παντελώς. «Σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Τα λέμε αύριο βράδι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα βγήκε απ' το διαμέρισμά του και έκλεισε την πόρτα αφήνοντας το Γιάννη ακόμα κοκκαλωμένο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα άφησε λίγο χύσι να βγει από το στόμα της και κατάπιε το υπόλοιπο κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Αυτά τα πράσινα μάτια, αυτό το αξύριστο πρόσωπο των λίγων ημερών δε θα το ξέχναγε ποτέ στη ζωή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός τη χούφτωσε δυνατά στα στήθη και της τσίμπησε τις πετρωμένες ρώγες. Την σήκωσε από το πάτωμα και την έβαλε να κάτσει πάνω του. Της χάιδεψε για λίγο το πρόσωπο και μετά συνέχισε να τη χουφτώνει στα στήθη. Πήρε στο στόμα του την δεξιά της ρόγα και άρχισε να την πιπιλάει ενώ με το δεξί του χέρι της μάλαζε δυνατά το δεξί στήθος. Η κοπέλα βογκούσε και αυτός ένιωσε τον πούτσο του να σκληραίνει πάλι. Όπως η κοπέλα ήταν καθισμένη με ανοιχτά γόνατα πάνω του έβαλε το χέρι του κάτω από το στρινγκάκι της και άρχισε να της τρίβει την κλειτορίδα. Η κοπέλα βόγκηξε ακόμα πιο δυνατά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της έβαλε το μεσαίο δάχτυλο μέσα στην τρυπούλα της. Ένιωσε αντίσταση. Σταμάτησε και τη διέταξε να σηκωθεί και να βγάλει την κυλόττα της. Η κοπέλα τον υπάκουσε. Την έβαλε να ανοίξει τα πόδια της και πήγε να της βάλει το μεσαίο δάχτυλο. Ένιωσε πάλι αντίσταση και έσκυψε και την κοίταξε προσεκτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Παρθένα είσαι;» τη ρώτησε με ολοφάνερη απορία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Εσύ τι νόμιζες;» του ανταπάντησε εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Κρίνοντας από την τέχνη σου στο τσιμπούκι, πίστευα ότι θα σ’ έχουν περάσει κάμποσοι»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Και αυτό το πρώτο ήταν» του είπε εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Αααα, εδώ έχουμε ένα φυσικό ταλέντο» της είπε περιπαιχτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δεν πα να γαμηθείς ν’ ασπρίσεις;» του είπε η κοπέλα και έκανε να φύγει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Αυτό ακριβώς πάω να κάνω» της είπε αυτός και της χούφτωσε το μουνί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Άσε με ήσυχη» του είπε εκείνη νευριασμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έλα, τώρα, μη μου κάνεις τη δύσκολη» της απάντησε αυτός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Άσε με» του είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το χαστούκι που της έριξε έκανε το πρόσωπό της να γυρίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μη μου κάνεις εμένα τη δύσκολη τώρα, ακούς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έμεινε άγαλμα και το μόνο που μπόρεσε ήταν να τρίψει το μάγουλό της. Ο νεαρός την ξαναχούφτωσε στο μουνί και η κοπέλα παρά τα νεύρα της ένιωσε το σώμα της να παραλύει από την καύλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πήρε από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιο. Την έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι και τη διέταξε να περιμένει. Πήγε κάπου και γύρισε με μια κουβέρτα. Την διέταξε να σηκωθεί και άπλωσε την κουβέρτα πάνω στο κρεβάτι. Την έβαλε να κάτσει στο κρεβάτι, πήγε μπροστά της και έβαλε τον πούτσο του στο στόμα της. Συνέχισε να της γαμάει για λίγο το στόμα και μετά σταμάτησε και την έβαλε να ξαπλώσει μπρούμητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Θα παραμείνεις λοιπόν παρθένα από μπροστά» την πληροφόρησε. «Από πίσω τώρα, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Την έβαλε να ανοίξει ελαφριά τα πόδια και της έβαλε λίγο δάχτυλο στο μουνί. Μετά το έβαλε στην κωλοτρυπίδα της και άρχισε να το στριφογυρίζει. Η κοπέλα πόνεσε αλλά δεν έβγαλε άχνα. Ο νεαρός συνέχισε αυτό το παιχνίδι για κανένα πεντάλεπτο και μετά η κοπέλα ένιωσε το βάρος του πάνω της και τον πούτσο του πάνω στην κωλοτρυπίδα της. Το έσπρωξε πολύ ελαφρά ίσα να μπει μέσα ελάχιστα. Η κοπέλα ένιωσε ενόχληση και καύλα ταυτόχρονα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεαρός πεσμένος πάνω της πέρασε το αριστερό του χέρι από κάτω και τη χούφτωσε στο στήθος. Μετά πέρασε το δεξί του χέρι και της έκλεισε το στόμα. Μετά μπήκε μέσα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα φώναξε από τον πόνο αλλά η κραυγή της πνίγηκε από το χέρι του. Της κρατούσε σφιχτά το στόμα κλειστό ενώ με τον πούτσο του της άνοιγε τον κώλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καύλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενοχές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηδονή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ντροπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωθε τον κώλο της να σκίζεται ενώ τα αγκομαχητά του στα αφτιά της την ξετρέλαιναν. Ο πόνος σα να χάθηκε και αντικαταστάθηκε από ηδονή. Ένιωσε φοβερά περίεργα, καύλα και πόνο, τη στιγμή που τραβήχτηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Στα τέσσερα» τη διέταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη μεθυσμένη από την καύλα τσακίστηκε να τον υπακούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Καλά το έλεγα» της είπε. «Είσαι φυσικό ταλέντο. Η μέση σου καμπυλώνει όπως ακριβώς πρέπει.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα δεν είπε τίποτα. Απλά κάθησε και περίμενε τον νεαρό να συνεχίσει να την παίρνει από πίσω. Αυτός με τη σειρά του δεν άργησε καθόλου, την κάρφωσε στον κώλο και άρχισε να τη γαμάει άγρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε παίξει με τον εαυτό της και είχε ανακαλύψει τον κλειτοριδικό οργασμό. Όντας παρθένα δεν είχε φυσικά ανακαλύψει τον κολπικό και το τελευταίο που περίμενε ήταν να νιώσει οργασμό την ώρα που ο πούτσος του πλημμύριζε με καυτό χύσι τον κώλο της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά σηκώθηκε τρέχοντας να πάει στην τουαλέτα φοβούμενη ότι θα τα κάνει πάνω της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν γύρισε αυτός είχε μαζέψει την κουβέρτα και είχε καθίσει γυμνός στον καναπέ. «Θέλω να με πάρεις και κανονικά» του είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Έλα εδώ» τη διέταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα πήγε και έκατσε στα πόδια του. Ο νεαρός άρχισε να τη μαλάζει και πάλι στο στήθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Αύριο» της είπε. «Αύριο θα σε πάρω παντού από παντού».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα ανατρίχιασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε στο χέρι το ποτό της αλλά δεν έπινε. Είχε παραδοθεί στο ρυθμό των Rammstein.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Nun liebe Kinder gebt fein acht&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;ich bin die Stimme aus dem Kissen&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;ich hab euch etwas mitgebracht&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;ein heller Schein am Firmament&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Mein Herz brennt&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Το μυαλό της ήταν αλλού, όπως τότε που έτρωγε παγωτό. Η κοπέλα γύρισε και τον κοίταξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Mein Herz brennt&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Τον αγκάλιασε και τον φίλησε βίαια. Ο Γιάννης κοκκάλωσε για λίγο αλλά γρήγορα συνήλθε και ανταπέδωσε με ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;Sie kommen zu euch in der Nacht&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;und stehlen eure kleinen hei?en Tranen&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;sie warten bis der Mond erwacht&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;und drucken sie in meine kalten Venen&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Πήγαν στο διαμέρισμά της. Τον έβαλε να κάτσει σε μια καρέκλα. «Περίμενε» τον διέταξε. Πήγε και γέμισε δυο ποτήρια με ποτό και του έδωσε το ένα. «Έλα, πιες» του είπε και αυτή για να δώσει το καλό παράδειγμα ήπιε μονορούφι το ποτό της. Ο Γιάννης ακολούθησε το παράδειγμά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα του κατέβασε το παντελόνι και το μποξεράκι και γονάτισε μπροστά του. Πήρε τον πούτσο του στο στόμα της και άρχισε να τον ρουφάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωσε το ποτό να τον βαράει κατακούτελα. Έβλεπε τα πάντα μέσα από μια ομίχλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Σ’ αρέσει Νίκο μου το τσιμπούκι που σου κάνω;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ναι...» της απάντησε ξεχνώντας ότι δεν τον λένε Νίκο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον σήκωσε με τα χίλια ζόρια και πήγαν στο κρεβάτι. Εκεί έβγαλε χειροπέδες και του έδεσε και τα δυο χέρια στα κάγκελα του κρεβατιού. Ο Γιάννης ήταν πολύ ζαλισμένος για να αντιδράσει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Άρτεμις κάθησε πάνω στον πούτσο του και άρχισε να κουνιέται. Μετά έπεσε πάνω του και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βροχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκοτεινός ουρανός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναγουλιαστική μυρωδιά θυμιατού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα βλέπει το φέρετρο να κατεβαίνει στον τάφο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Καταραμένες μηχανές» ακούει μια φωνή πίσω της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «19 χρονών παλικάρι» ακούει μια άλλη φωνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κενό. Απόλυτο, απέραντο κενό. Ο Νίκος δεν είναι πια εδώ. Δε θα την ξαναπειράξει, δε θα ξαναπαίξει μαζί της… δεν θα την ξανακάνει δική του. Ο Νίκος της έφυγε για πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωσε το μυαλό της να την εγκαταλείπει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης μέσα στη ζαλάδα του και την ηδονή του βλέπει την Άρτεμη να σηκώνεται από το κρεβάτι και να πηγαίνει μέσα να φέρνει κάποια κουτιά. Κουτιά τα οποία ο ίδιος την βοήθησε να ανεβάσουν πάνω. Την βλέπει τελετουργικά να τα ανοίγει ένα ένα αλλά είναι πολύ ζαλισμένος και δεν μπορεί να εστιάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τον καβαλάει πάλι και αρχίζει να κουνιέται δυνατά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Νίκο μου… Νίκο μου… Νίκο μου…» φωνάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης παντελώς μαστουρωμένος εξπερματώνει. Η κοπέλα με ένα δυνατό ουρλιαχτό τελειώνει κι εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Πόσο μου έλειψες Νίκο μου» του λέει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δε με λένε Νίκο» λέει με μαστουρωμένη φωνή. «Δε με λένε…» και χάνει τις αισθήσεις του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξυπνάει πιασμένος. Είναι ακόμα δεμένος. Η χθεσινή βραδιά είναι μια θολούρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Άρτεμη;» φωνάζει αβέβαια. «Άρτεμη;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν παίρνει απάντηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τραβάει τις χειροπέδες. «Άρτεμη;» Έχει αρχίσει να ανησυχεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Άρτεμις μπαίνει στο δωμάτιο κρατώντας κάτι στα χέρια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ξύπνησες πουλάκι μου;» τον ρωτάει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κρατάει μια σύριγγα στα χέρια της. Ο Γιάννης δεν προλαβαίνει να πει κάτι, η κοπέλα του καρφώνει τη σύριγγα στο λαιμό κι ο Γιάννης χάνει τις αισθήσεις του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξυπνάει μετά από μια ώρα. Δεν είναι δεμένος ούτε φιμωμένος αλλά δεν μπορεί να κουνηθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Άρτεμις ξαναμπαίνει στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης προσπαθεί να κουνηθεί αλλά δεν τα καταφέρνει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Άρτεμις σα να μη συμβαίνει τίποτα κάθεται σε μια καρέκλα και ανάβει ένα τσιγάρο. Πίνει μια γουλιά από τον καφέ της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Θυμάσαι που με ρώτησες αν έχω αδέρφια; Είχα έναν αδερφό. Σκοτώθηκε σε τροχαίο. Τον έλεγαν Νίκο.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα λαμπάκι ανάβει στο μυαλό του Γιάννη. Η ανησυχία του έχει μεταβληθεί σε πανικό. Νίκο μου και Νίκο μου τον φώναζε χθες η κοπέλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δεν ήταν απλά αδερφός μου. Ήταν και εραστής μου. Ήταν ο πρώτος μου και ήθελα να είναι και ο τελευταίος μου αλλά ο Μπάσταρδος που κάθεται Ψηλά και τα Βλέπει Όλα και Γαμιέται και Πατόκορφα είχε άλλα σχέδια. Μου τον πήρε.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης γεμάτος φρίκη παλεύει να κουνηθεί. Δεν μπορεί. Πάει κάτι να πει αλλά ανακαλύπτει πως ούτε να μιλήσει μπορεί. Με τρόμο διαπιστώνει πως με δυσκολία ανασαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Αλλά εγώ θα τον φέρω πίσω. Κομμάτι κομμάτι. Θα τον φέρω πίσω και ο Υπεροπτικός Μπάσταρδος που τα πάντα βλέπει δεν μπορεί να κάνει τίποτα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης δίνει μάχη για να πάρει την κάθε ανάσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Χθες με το ναρκωτικό που σου έριξα ήσουν πολύ μαστουρωμένος για να δεις τη συλλογή μου» του είπε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώθηκε από την καρέκλα και άνοιξε θεατρικά ένα ένα τα κουτιά. Μέσα σε κάθε κουτί είχε ταριχευμένα ανθρώπινα μέλη. Χέρια, πόδια, κορμός… γεννητικά όργανα. Έλειπε μόνο το κεφάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιάννης δε μπορούσε να ανασάνει άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μόνο το κεφάλι έλειπε» είπε η Άρτεμις. «Δεν πίστευα ότι θα το βρω» συνέχισε. «Ήμουν φοβερά τυχερή. Μοιάζεις απίστευτα στο Νίκο» είπε και χαμογέλασε θριαμβευτικά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Τώρα η συλλογή μου είναι πλήρης» συμπλήρωσε και ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο Γιάννης πριν παραδοθεί στην επιθανάτια αγωνία.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-4069826723300997327?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/4069826723300997327/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=4069826723300997327' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/4069826723300997327'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/4069826723300997327'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2011/09/blog-post_18.html' title='Το τελευταίο κομμάτι'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-8044704824760488864</id><published>2011-09-18T11:00:00.000-07:00</published><updated>2011-09-18T11:00:37.728-07:00</updated><title type='text'>Μια νύχτα στο δάσος</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Τ’ άστρα, ψυχρά και απόμακρα τρεμόπαιζαν γεμίζοντας το μαύρο του ουρανού με φωτεινά σημαδάκια. Ένιωσε την ψυχή του να ρουφιέται από την άβυσσο, ένιωσε τον εαυτό του να γίνεται ένα με το χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέθαινε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα. Προσπάθησε να ανασάνει, μαχόταν για την κάθε ανάσα λες και ήθελε να παρατείνει το μαρτύριο, λες και προσπαθούσε να γαντζωθεί από τη ζωή σαν τον πνιγμένο που προσπαθεί να κρατηθεί από τα ίδια του τα μαλλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αααα είπε καταλαβαίνοντας. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θυμάται…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαμογελά στην κοπέλα. Της λέει το όνομά του και της προτείνει το χέρι. Η κοπέλα χαμογελώντας του ανταποδίδει το χαιρετισμό και του λέει και αυτή το όνομά της. Το πρώτο τους ραντεβού κύλησε υπέροχα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει ιδρώσει και νιώθει το γυμνό της κορμί καυτό κάτω από το δικό του. Τη χουφτώνει δυνατά στο δεξί στήθος ενώ της δαγκώνει το αριστερό και ταυτόχρονα προσπαθεί να καρφωθεί όλος μέσα της. Χάνει για λίγο το ρυθμό του, παρατάει το χούφτωμα, της πιάνει τα δυο της χέρια και της τα βάζει πίσω από το κεφάλι. Αρχίζει και πάλι και ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο ξέφρενος, όλο και πιο βίαιος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκρηξη…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανασαίνει με κοφτές ανάσες. Η ζωή του ξεφεύγει όπως η λεπτή άμμος μέσα από τις χούφτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έχει παρά ελάχιστα λεπτά.&lt;br /&gt;________________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβάζει το μήνυμά της στο κινητό του. «Θέλεις να βγούμε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε περάσει κάμποσοι μήνες από τότε που την πέταξε σα σβησμένη γόπα αλλά δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Της απαντάει «Γιατί όχι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» λέει μέσα του με κακία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της ρίχνει σκαμπίλια στα κωλομέρια καθώς την παίρνει άγρια από πίσω. Οι κραυγές της κοπέλας ανάμεικτες από πόνο και ηδονή ταράζουν την ησυχία της νύχτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χύνει μέσα της και τραβιέται απότομα. Τι υπέροχο κώλο έχει η πουτανίτσα…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τρέχει στο μπάνιο. Εκείνος, μιας και δεν μπορεί προς το παρόν να πλυθεί, ανακάθεται στο κρεβάτι και ανάβει τσιγάρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε ήδη αρχίσει να βαριέται…&lt;br /&gt;________________________________&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας σκαντζόχοιρος τον μυρίζει περίεργος. Απομακρύνεται τρέχοντας φοβισμένα από τον άσχημο ήχο που κάνει καθώς πασχίζει να πάρει ακόμα μιαν ανάσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύβρις, Νέμεσις, Κάθαρσις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει μόνο η Νέμεσις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αααα είπε καταλαβαίνοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ώρα που την πηδούσε η κοπέλα του κάρφωσε ένα μαχαίρι στο στέρνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν το έκανε επειδή τον μισούσε. Δεν το έκανε λόγω του άσβεστου πάθους που της έβγαζε αυτός ο άνδρας. Δεν το έκανε από ζήλεια για τις άλλες κοπέλες που πηδούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το έκανε επειδή της άρεσε να σκοτώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έσκυψε και φίλησε τα ματωμένα του χείλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;«Αντίο αγαπουλίνι» του είπε χαμογελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η τελευταία του ανάσα ήταν ένας αποτρόπαιος ήχος που μαγάρισε τους ήχους του δάσους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί στο ξέφωτο, τα αστέρια ψυχρά και απόμακρα γέμιζαν φωτεινά σημαδάκια το σκοτάδι της νύχτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάτια του, θαμπά, χωρίς ζωή ατένιζαν το άπειρο. Για εκείνον η Νύχτα είχε πέσει για πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα έφτιαξε λίγο το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Άνοιξε το κινητό της και έστειλε μήνυμα σε κάποιον: «Θέλεις να βγούμε;»&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-8044704824760488864?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/8044704824760488864/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=8044704824760488864' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/8044704824760488864'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/8044704824760488864'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2011/09/blog-post.html' title='Μια νύχτα στο δάσος'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-5755761424215888345</id><published>2010-10-01T05:32:00.000-07:00</published><updated>2010-10-01T05:33:10.910-07:00</updated><title type='text'>Ο Θάνατος και η κόρη</title><content type='html'>&lt;div&gt;Μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο. Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με έναν ορό στο χέρι. Τα μηχανήματα που παρακολουθούσαν την κατάστασή της δούλευαν αθόρυβα και μόνο κάποια μελαγχολικά «πινγκ» ακουγόντουσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα μαύρα μελαγχολικά του μάτια την κοίταξαν με αγάπη. Πήγε από πάνω της και την χάιδεψε. Τα κάποτε όμορφα μαλλιά της ήταν παρελθόν και το γλυκό της προσωπάκι ήταν καταβεβλημένο από την αρρώστια που την έσβηνε αργά και βασανιστικά τους έξη τελευταίους μήνες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε προσπαθώντας να εστιάσει. Τον αναγνώρισε και έκανε να ανασηκωθεί. Δεν τα κατάφερε και ξαναέπεσε στο κρεβάτι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αφέντη μου» του μουρμούρισε «δεν είμαι όμορφη για εσένα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήσουν, είσαι και θα είσαι για μένα το πιο όμορφο πλάσμα πάνω σ’ αυτή τη Γη» της είπε σιγανά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα τον κοίταξε παραιτημένη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν μπορεί να είσαι εσύ» του είπε. «Ξέρω ότι δεν είσαι εσύ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τι είναι αυτά που λες, μαϊμουδίτσα;» της απάντησε εκείνος τρυφερά. «Εγώ είμαι. Πίστεψες πως θα σε άφηνα ποτέ μονάχη; Δεν στο είχα ορκιστεί όταν γονάτισες μπροστά μου και σου πέρασα το λαιμοδέτη; Δε σου είχα πει ότι από εδώ και πέρα μου ανήκεις και πως από εδώ και πέρα θα είσαι πάντα δίπλα μου και θα είμαι πάντα δίπλα σου;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της έδωσε το χέρι του. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σήκω πάνω αγάπη μου» της είπε. «Σήκω να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν… δεν μπορώ Αφέντη μου» του είπε. «Πεθαίνω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ανοησίες, μαϊμουδίτσα» της είπε τρυφερά. «Σήκω πάνω»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Είμαι άσχημη. Τα μαλλιά μου…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τα μαλλιά σου, τι;» την διέκοψε εκείνος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα ξαφνιασμένη είδε τις καστανές μπούκλες να πέφτουν στο λαιμό της. Πυκνές και πλούσιες, χάιδευαν το λαιμοδέτη της πριν φτάσουν στο στήθος της. Στο στήθος της! Στο στήθος της!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν ήταν παρά ένα άσχημο όνειρο, μαϊμουδίτσα» της είπε. «Σήκω αγαπημένη μου, έλα να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος. Εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το μηχάνημα βούιζε θυμωμένο αλλά δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αφέντη μου» του είπε με λατρεία γονατίζοντας μπροστά του. «Αφέντη μου, πόσο μου είχες λείψει…» του είπε κλαίγοντας. Κλαίγοντας!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από ευτυχία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ευτυχία!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την έπιασε απαλά. «Σήκω πάνω μαϊμουδίτσα. Πάμε να φύγουμε από εδώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα σκούπισε τα δάκρυά της και τον κοίταξε χαμογελώντας. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογελώντας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγήκανε μαζί από το δωμάτιο, η κοπέλα και ο σπλαχνικός Χάροντας με τη μορφή του χαμένου της αφέντη. Θα τον ξαναέβλεπε εκεί, μακριά…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογελαστή… έτσι τη βρήκαν οι νοσοκόμοι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με ένα κλάμα είχε ξεκινήσει η βασανισμένη της ζωή. Μ' ένα χαμόγελο είχε τελειώσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;† Για τη Γιώτα&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-5755761424215888345?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/5755761424215888345/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=5755761424215888345' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5755761424215888345'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5755761424215888345'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='Ο Θάνατος και η κόρη'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-6637162019737166697</id><published>2010-09-24T07:10:00.000-07:00</published><updated>2010-09-24T07:11:00.621-07:00</updated><title type='text'>Αντιστροφή</title><content type='html'>&lt;div&gt;«Σκέψου Φανή. Σκέψου»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έχει κολλήσει το μυαλό μου. Κοιτάζω ξανά προσεκτικά το σχήμα αλλά δεν το βλέπω. Του το λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σκέψου τι ζητάει η άσκηση να αποδείξουμε. Δες το σχήμα, τι λείπει από το σχήμα;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλείνω τα μάτια μου και το βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου. Το τρίγωνο, πολύχρωμο και χαρούμενο κολυμπάει σε ένα επίπεδο. Τα σχήματα χαμογελάνε. Βγάζω ένα γελάκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Βλέπεις κάτι αστείο, Φανή;» με ρωτάει αυστηρά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Συμμαζεύομαι και κοιτάζω το σχήμα. Αν έφερνα τη διαγώνιο της γωνίας Α τότε…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτό ήταν!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Το βρήκα» του ανακοινώνω θριαμβευτικά. Του εξηγώ τη σκέψη μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοιτάζει για λίγο σα χαμένος. Μετά το βλέμμα του αλλάζει. Περηφάνια!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μπράβο σου Φανούλα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Τον κοιτάζω με λατρεία. Οικογενειακός μας φίλος, τον ξέρω από μωρό. Τον λατρεύω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στα πέντε μου του είχα πει ότι θα τον παντρευτώ και είχε γελάσει με αυτό το υπέροχο γέλιο του και με είχε σηκώσει ψηλά στην αγκαλιά του και μου είχε δώσει ένα φιλάκι. Ο Νίκος είναι παιδικός φίλος του πατέρα μου και συνάδελφός του, καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου δεν έχει υπομονή μαζί μου για να μου κάνει ιδιαίτερα. Μου είχε βάλει τις φωνές. Ο Νίκος του είπε «Την τρομάζεις έτσι Γιάννη. Είναι πολύ έξυπνη αλλά την τρομάζεις. Άσε, θα την αναλάβω εγώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τρία χρόνια περνάνε. Είμαι στα 15 μου. Κατεβαίνω τις σκάλες και ακούω δυο συμμαθητές μου να μιλάνε μεταξύ τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σοβαρά μιλάς; Θα ζητήσεις στο ‘παγωτό’ να βγείτε;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι ρε γιατί; Είναι ωραία γκόμενα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τι να το κάνεις ρε μαλάκα; Αυτή είναι φευγάτη.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εγώ είμαι το παγωτό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν είμαι ψυχρή, καθόλου. Είμαι ένα φυσιολογικό 15χρονο κορίτσι… ερωτευμένο με έναν άνδρα 30 χρόνια μεγαλύτερό μου. Με λένε παγωτό αλλά είναι άδικο. Δακρύζω στα καλά καθούμενα. Βρίσκω σχεδόν αμέσως την αυτοκυριαρχία μου και απομακρύνομαι. Το ίδιο απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. «Φανή, ένας συμμαθητής σου σε ζητάει» μου φωνάζει η μητέρα μου. Η καρδιά μου βουλιάζει. Δε θέλω να με λένε παγωτό. Αποφασίζω να βγω μαζί του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αηδία! Μου έβαλε τη γλώσσα του στο στόμα μου. Μου ήρθε να κάνω εμετό. Το υπομένω καρτερικά αλλά όταν το χέρι του άρχισε να μου ψαχουλεύει το στήθος με έπιασε πανικός. Τραβιέμαι. «Σταμάτα» του λέω. Με κοιτάζει απορημένος. «Δε σ’ αρέσει;» με ρωτάει; Δε θέλω να με λένε παγωτό. «Μπορούμε να πάμε πιο σιγά σε παρακαλώ;» τον ρωτάω και μου χαμογελάει. «Φυσικά Φανούλα μου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τελικά βαρέθηκε. Προσπάθησε κάμποσες φορές αλλά τον έκοβα. Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ήμουν μαζί του, κάθε φορά που με φιλούσε, κάθε φορά που με αγκάλιαζε εγώ σκεφτόμουν το Νίκο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δε με αποκαλούν πλέον παγωτό. Με αποκαλούν παρθενόπη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δύο χρόνια αργότερα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέλια, φωνές. Χορός. Εγώ με το καλό μου φόρεμα κάθομαι στο τραπέζι και κοιτάζω τον κόσμο. Δεν είχα καμία όρεξη να έρθω στο γάμο. Άλλαξε όταν έμαθα ότι θα είναι εκεί και ο Νίκος. Είχε πάρει το Σαββατικό του και έλειπε ένα χρόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν έχει έρθει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο αδερφός μου με πειράζει. «Α-α-α κΑΨΟΥραααα» μου λέει. «Άσε με κι εσύ» του λέω νευριασμένη. Ευτυχώς οι γονείς μας χορεύουν και δε μας ακούνε. «Φανή, ξεκόλλα» μου λέει. «Δεν θα έρθει. Μη χαλιέσαι ρε συ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πες το και θα γίνει» σκέφτομαι ειρωνικά από μέσα μου. Το ρίχνω στη σαμπάνια. Μαζί και ο αδερφός μου, στο τέλος θα γίνουμε ντίρλα σκέφτομαι. Ας είναι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Χορεύετε ωραία μου δεσποινίς»;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η φωνή του μου παγώνει την ανάσα. Αυτός είναι. Γυρίζω και του χαμογελάω. «Με μεγάλη μου ευχαρίστηση καλέ μου κύριε». Σηκώνομαι τρεκλίζοντας ελαφρά. «Η ώρα της μετάνοιας» λέω μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τα ‘χεις κοπανίσει βρε ζωηρό;» με ρωτάει χαμογελώντας. Δεν απαντάω. Τι να απαντήσω, το χαμόγελό μου δυσκολεύει τις υπόλοιπες κινήσεις του στόματος. Μου δίνει το μπράτσο του, το παίρνω και πηγαίνουμε στην πίστα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πόσα χρόνια είχε να με πάρει στην αγκαλιά του. Θέλω να σταματήσει ο χρόνος εκεί. Σφίγγομαι πάνω του καθώς περνάω και τα δυο μου χέρια πίσω από το σβέρκο του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σιγά Φανούλα μου» μου λέει «θα μας κρεμάσουνε κουδούνια.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Προσπαθεί να με απομακρύνει ελαφρά. Δεν ξεκολλάω από πάνω του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φανή» μου λέει αυστηρά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Νίκο» προσπαθώ να του απαντήσω στον ίδιο τόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πώς μπορεί να μην το βλέπει; &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φυσικά και το βλέπει λέει μια φωνή μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φανή δεν είναι αστείο» μου ξαναλέει. «Θα γίνουμε θέαμα, μην κάνεις σαν ερωτοχτυπημένη κοπελίτσα». Με σπρώχνει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πώς μπορείς να είσαι τόσο τυφλός;» τον ρωτάω γεμάτη απόγνωση. Το ποτό έχει διαλύσει άμυνες και αναστολές. «Πώς μπορείς να μην το βλέπεις;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παγώνει. Πιάνει τα χέρια μου και τα κατεβάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αρκετά» μου λέει. Οι γύρω μας κοιτάζουν περίεργοι. «Φανή, είσαι μεθυσμένη» με κατηγορεί. «Έλα να σε πάω στο τραπέζι σου».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» του λέω. «Σ’ ευχαριστώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τον αφήνω και πηγαίνω προς το τραπέζι μου. Νιώθω πως όλοι με κοιτάνε. Φυσικά κανείς δε με κοιτάζει αλλά νιώθω σα να περπατάω γυμνή μέσα στον κόσμο. Πώς μπόρεσα να του πω αυτό το πράγμα. Βγαίνω έξω στον κήπο. Τρέχω σε ένα παγκάκι και βάζω τα κλάματα. Το ξέρω πως δεν έχει νόημα να κλαίω αλλά δε μπορώ να σταματήσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φανούλα μου» ακούω τη λατρεμένη φωνή. Σκύβω από την άλλη, δεν τολμάω να τον αντικρύσω. Κάθεται δίπλα μου στο παγκάκι. «Δε φοβάσαι μη γίνουμε θέαμα» του λέω μέσα στους λυγμούς μου. «Φανούλα…» ξεκινάει να μου πει αλλά σταματάει. Κομπιάζει. Γυρίζω και τον κοιτάζω. «Φανούλα μου… δεν… δεν είμαι εγώ για σένα… Είσαι μικρούλα. Σ’ αγαπάω σαν κόρη μου. Δεν… Θα βρεις κάποιο νεαρό στην ηλικία σου να τον αγαπήσεις. Θα δεις, δεν είναι παρά ένας εφηβικός ενθουσιασμός.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γυρίζω και τον κοιτάζω στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε λατρεύω από μικρό κοριτσάκι. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου από τότε που κατάλαβα πως λέγεται αυτό που νιώθω…». Κομπιάζω. «Δεν… δεν μπορείς να το ανταποδώσεις το καταλαβαίνω…» του λέω. «Αλλά δεν… δεν έχεις δικαίωμα να… να…» η φωνή μου σπάει ξανά και ξαναβάζω τα κλάματα. «Να ήμουν μαζί σου και ας ήμουν και σκλάβα σου» του λέω. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άλλαξε. Κάτι άλλαξε. Με κοιτάζει περίεργα. Μα τι είπα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μην το πεις αυτό. Μην το πεις ποτέ ξανά αυτό. Δεν ξέρεις τι είναι αυτό.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αυτό;» τον ρωτάω; «Ποιο;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απαντάει. Είναι χαμένος στις σκέψεις τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ποιο;» τον ρωτάω επίπονα. Με κοιτάζει στα μάτια. «Φανή, τέρμα η συζήτηση. Γύρνα στο τραπέζι σου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μα…» κάνω να πω. Με κοιτάζει αυστηρά. «Φανή, άκουσες τι είπα;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μάλιστα» του κάνω. «Συγνώμη που είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Δε θα επαναληφθεί.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνομαι και απομακρύνομαι. Τον ακούω να λέει «Δεν καταλαβαίνεις… δεν καταλαβαίνεις…». Δεν γυρίζω να τον κοιτάξω ξανά. Πηγαίνω στο τραπέζι μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;5 χρόνια μετά&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λείπει ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Έχει μείνει σε ένα κήπο, μια μαγιάτικη βραδιά πριν πέντε χρόνια. Από «παρθενόπη» έγινα «παρθενοπιπίτσα». Τους αλλάζω σαν πουκάμισα αλλά το κενό δεν γεμίζει. Μακάρι να γέμιζε. Δε θέλω να είμαι έτσι. Ο Νίκος είναι στη ζωή μου όπως πάντοτε. Είναι τόσο σκληρό. Είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Με όσους και να πάω μόνο αυτός υπάρχει. Τώρα στο πανεπιστήμιο δεν είναι απλά δάσκαλος. Είναι ο μέντοράς μου. Δίπλα μου κάθε στιγμή μα και τόσο μακρυά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η υπεράσπιση του διδακτορικού είχε τελειώσει. Θρίαμβος. Ο Νίκος, ο επιβλέπων καθηγητής μου, ο μέντοράς μου, έλαμπε από υπερηφάνια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θα πάω να τα πιω» του λέω. «Αν θέλεις έλα να με βρεις» συνεχίζω χωρίς ελπίδα. Με κοιτάζει αλλά δεν λέει κάτι. Απομακρύνομαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πηγαίνω στο μπαρ και κάθομαι στον πάγκο. «Γεια σου Φανούλα» μου λέει ο μπάρμαν. «Το γνωστό;» με ρωτάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γνέφω καταφατικά. Μετά το τέταρτο πέμπτο -έχω χάσει το λογαριασμό- ποτό νιώθω να ζαλίζομαι. «Βάλε άλλο ένα» του λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» ακούγεται η λατρεμένη φωνή από πίσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γυρίζω και τον κοιτάζω. Λιώνω κάτω από το βλέμμα του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήρθες!» του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τι κάνεις μικρή;» με ρωτάει χωρίς να δώσει σημασία στην ταραχή μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έχω παγώσει πάλι. Τα λόγια δεν βγαίνουν. Τόσα χρόνια μαζί του και μακρυά του και κάθε φορά υπάρχουν στιγμές σαν αυτές που ο χρόνος απλά κολλάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου δίνει το μπράτσο του. «Έλα μαζί μου» μου λέει. Σηκώνομαι σα ρομπότ από το σκαμπό και το αγκαλιάζω. Φεύγουμε από το μπαρ. Πάμε στο αυτοκίνητο. Μου ανοίγει την πόρτα. «Κέρδισες το διδακτορικό σου. Θα το γιορτάσεις όπως του αρμόζει.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μόνο με ένα τρόπο μπορώ να το γιορτάσω. Δεν του το λέω αλλά δε χρειάζεται να του το πω. Με διαβάζει. Δεν δείχνει τίποτα. Η καρδιά μου βουλιάζει και πάλι. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. «Βάλε τη ζώνη σου» μου λέει. Υπακούω μηχανικά. Ξεκινάμε. Σε όλη τη διαδρομή δεν ανταλλάσουμε κουβέντα. Εγώ κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Φτάνουμε στο διαμέρισμά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παλεύω με τον εαυτό μου. Το ποτό βοηθάει την κατάσταση. Έχουν λυθεί ξανά οι άμυνές μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Νίκο» τον ρωτάω «τι ήταν αυτό που σου είπα πριν πέντε χρόνια και σε τάραξε;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν είναι της παρούσης» μου απαντάει. «Πήγαινε να αλλάξεις.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάω να πω κάτι. Σταματάω. Πάω να ξεκινήσω πάλι και πάλι σταματάω. Σιωπή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θα περιμένεις στο αυτοκίνητο;» τον ρωτάω «Δεν… δεν περίμενα… δεν… δεν είμαι… Θα αργήσω». Από την ταραχή μου τρώω τα λόγια μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θέ… θέλεις να ανέβεις πάνω;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοιτάζει εξεταστικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έχει καλώς» μου αποκρίνεται. Βγαίνει από το αυτοκίνητο. Βγαίνω κι εγώ. Μπαίνουμε μέσα και παίρνουμε το ασανσέρ. Είναι μικρό. Νιώθω απίστευτη ένταση, σχεδόν μπορείς να την κόψεις με το μαχαίρι. Επιτέλους το ασανσέρ σταματάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανοίγω την πόρτα. «Θεέ μου, δεν έχω συμμαζέψει, είναι καθαρά; Είναι ταχτοποιημένα; Τι θα πει;». «Το σπίτι είναι λίγο ακατάστατο» του λέω. Γνέφει «Δεν πειράζει, δε θα κάτσουμε πολύ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπαίνουμε μέσα. «Θες κάτι να πιεις;» τον ρωτάω. «Θες να βάλω μουσική;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στέκεται ακίνητος. Με κοιτάζει στα μάτια. Θεέ μου αυτά τα μάτια του. Θέλω να γίνω τοσοδά μικρούλα, να εξαφανιστώ. Η ματιά του μου αφανίζει την ψυχή. Απλώνει το χέρι του. Το τραβάει. Κοντεύω να λιποθυμήσω. Με πιάνει από τα μαλλιά. Τα σφίγγει και με φέρνει πάνω του. Τα πόδια μου τρέμουν, φοβάμαι ότι θα καταρρεύσω. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φανούλα…» ξεκινάει να μου λέει αλλά κομπιάζει. «Από μικρή που ήσουν θαύμαζα το μυαλό σου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν…». Κομπιάζει πάλι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελλή. Είναι δυνατόν; Το αλκοόλ μου έχει λύσεις τις αναστολές. Τον φιλάω διστακτικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με φιλάει κι εκείνος. Θεέ μου με φιλάει. Τον αγκαλιάζω σφιχτά. Μια ζωή περίμενα αυτή τη στιγμή, μια ζωή πέρασε γι αυτή τη στιγμή, μια ζωή έζησα γι αυτή τη στιγμή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβιέται. Τα πόδια μου δε με βαστάνε. Δεν μπορώ… &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονατίζω μπροστά του. Είναι τόσο ηλίθιο, το ξέρω. Δεν μπορώ να σταθώ όρθια μπροστά του. Δεν… δεν ξέρω. Θα με βρίσει. Θα μου πει ότι κάνω χαζομάρες. Θα φύγει… Του αγκαλιάζω τα πόδια. «Σε παρακαλώ, μη φύγεις.» του λέω με τρεμάμενη φωνή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νιώθω το χέρι του να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλαίω στα πόδια του. Κλαίω από ευτυχία. Νομίζω ότι θα εκραγώ από την ευτυχία. Δεν έφυγε. Δεν φεύγει. Με χαϊδεύει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σήκω πάνω Φανούλα μου» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Προσπαθώ… προσπαθώ αλλά δεν μπορώ. Μου είναι αδύνατο. «Φανούλα» μου λέει μαλακά. Σηκώνομαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθεται στον καναπέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήττα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Να… να πάω να ετοιμαστώ;» του λέω με φωνή γεμάτη απελπισία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι Φανούλα» μου λέει και η καρδιά μου βουλιάζει και πάλι. «Έλα κάτσε δίπλα μου».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθομαι στον καναπέ δίπλα του. «Κοίτα με στα μάτια» μου λέει. Προσπαθώ. Ξανακατεβάζω το βλέμμα μου. «Φανούλα» μου λέει τρυφερά. «Κοίτα με στα μάτια σε παρακαλώ». Χρειάζεται πολύ προσπάθεια. Βυθίζομαι στο βλέμμα του, νιώθω την ψυχή μου να ρουφιέται στα βάθη του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πριν πέντε χρόνια μου είπες κάτι» ξεκίνησε «και το άφησα αναπάντητο.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι» του λέω. «Ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό που σε τάραξε. Ένα ερωτευμένο κοριτσόπουλο ήμουν.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παύση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ακόμα είμαι» του λέω χαμηλώνοντας τα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο. Θα σπάσει. Δεν το βλέπεις; Πώς μπορεί να μην το βλέπεις;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νιώθω πως με κοιτάζει αλλά δεν έχω τη δύναμη να τον κοιτάξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Είπες ‘Να ήμουν μαζί σου και ας ήμουν και σκλάβα σου’» μου λέει τελικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι» του λέω. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παύση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ακόμα… ακόμα το πιστεύω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν έχεις ιδέα τι είναι αυτό που λες» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάω να πω κάτι αλλά με κόβει. Μου εξηγεί. Τον κοιτάζω σα χαζή. Αυτά που λέει για τον πόνο με ταράζουν. Ποτέ δεν άντεχα τον πόνο. Ίσως… ίσως γι αυτόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάει. Με κοιτάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τότε είμαι σκλάβα σου» του λέω. Ναι, είμαι φωνάζει μέσα μου η ψυχή μου. Είμαι, είμαι, είμαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν είναι τόσο απλό» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Είναι» του λέω. «Δοκίμασέ με». Πώς μπορεί να μην το βλέπει; &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αυτό δεν μπορεί να δοκιμαστεί μέσα σε πέντε λεπτά Φανούλα μου. Μια ζωή ολόκληρη μπορεί να μην είναι αρκετή.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δοκίμασέ με» τον εκλιπαρώ. «Δοκίμασέ με σε παρακαλώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοιτάζει εξεταστικά. «Γονάτισε» με διατάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονατίζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Βγάλε μου τα παπούτσια».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Του τα βγάζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Και τις κάλτσες».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγάζω και τις κάλτσες του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γλείψε μου το πόδι» με διατάζει. Είναι αυτό δοκιμασία; Νομίζει ότι δε θα το κάνω; Στη φωτιά θα έπεφτα αν μου το ζητούσε. Γονατίζω στο πάτωμα και του γλείφω τα πόδια. Τα δάχτυλα. Τον φιλάω όπως θα του φιλούσα το στόμα. Δεν υπάρχει κάτι πάνω του που δεν λατρεύω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με σταματάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πάρε με στο στόμα σου» με διατάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Του ξεκουμπώνω το παντελόνι. Βάζω τα χέρια μου μέσα και το χαϊδεύω. Ορθώνεται μπροστά μου. Γλείφω για λίγο το κεφαλάκι και μετά με μια κίνηση τον παίρνω στο στόμα μου. Νιώθω το χέρι του στο κεφάλι μου να με πιέζει. Τον βάζει όλο στο στόμα μου. Μου κόβει την ανάσα, με πνίγει. Μου έρχεται αναγούλα. Δεν σταματάω όμως. Δε σταματάω. Θα κάνω τα πάντα γι αυτόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τον νιώθω να δονείται, να πάλλεται στο στόμα μου. Πλημμυρίζει το στόμα μου με το καυτό του σπέρμα. Ποτέ δεν είχα καταπιεί. Ποτέ. Σιχαινόμουν. Με αυτόν δεν το σκέφτομαι καν. Καταπίνω ενώ ακόμα νιώθω τους σπασμούς του στο βάθος του στόματός μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κοίτα με στα μάτια» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τον κοιτάζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αυτά είναι απλά πράγματα Φανούλα μου» μου λέει. «Τα άλλα δεν ξέρω αν αντέχεις να τα κάνεις.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δοκίμασέ με» του λέω. «Δοκίμασέ με σε παρακαλώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνεται. Είμαι ακόμα γονατισμένη μπροστά του. Μου λέει να βγάλω το παντελόνι μου. Το βγάζω και μένω με το εσώρουχο. Με βάζει στα τέσσερα. Ο κορμός μου ακουμπάει στον καναπέ. Νιώθω τα χέρια του που μου κατεβάζουν το εσώρουχο. Σχεδόν στάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θέλω να μετράς» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τον ακούω που βγάζει τη ζώνη του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μάλιστα» του λέω. «Θα μετράω. Θα κάνω ό,τι μου πεις».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αν νιώσεις ότι δεν αντέχεις άλλου θα μου πεις ‘ΝΙΚΟ’» μου λέει. «Μάλιστα» απαντάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νιώθω το χτύπημα της ζώνης. Τσούζει απίστευτα. Πονάει, δεν τον αντέχω τον πόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ένα» του λέω με σπασμένη φωνή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δώστε μου δύναμη να το αντέξω» προσεύχομαι σε όλους τους θεούς του σύμπαντος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χτύπημα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δύο» λέω με δάκρυα στα μάτια. «Τρία… Τέσσερα… Πέντε…» Θέλω να φωνάξω «Νίκο» αλλά δεν το κάνω. Σφίγγομαι. «Έξι… Επτά… Οκτώ…» πως μπορεί να το κάνει αυτό; Πώς μπορώ να το δέχομαι; Πώς μπορώ να νιώθω χαρά και περηφάνια που του το προσφέρω. «Εννιά… Δέκα… Έντεκα…». Κλαίω. Οι γλουτοί μου καίνε. Έχω πάρει φωτιά. Είμαι η φωτιά. Καίω και καίγομαι. «Δώδεκα… Δεκατρία… Δεκατέσσερα…» Κάψε με… θα καώ για σένα. Θα κάνω τα πάντα για σένα. «Δεκαπέντε… Δεκαέξι… Δεκαεπτά…» Δεν είμαι εδώ. Δεν ξέρω που είμαι, είμαι αλλού. Ο πόνος… αχ ο πόνος… σου τον προσφέρω. Για σένα. Όλα για σένα. «Δεκαοκτώ… Δεκαεννιά… Είκοσι.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάει. Πονάω πολύ. Αλλά… αλλά άντεξα. Δες την προσφορά μου. Για σένα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με χαϊδεύει. Με φιλάει. Νιώθω νέο χτύπημα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εικοσιένα… Εικοσιδύο… Εικοσιτρία»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φτάσε ως το άπειρο. Σου προσφέρω τον εαυτό μου. Σε σένα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Για σένα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-6637162019737166697?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/6637162019737166697/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=6637162019737166697' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6637162019737166697'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6637162019737166697'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_24.html' title='Αντιστροφή'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-9014297524267034489</id><published>2010-09-21T07:48:00.000-07:00</published><updated>2010-09-27T01:41:40.956-07:00</updated><title type='text'>Νύχτα</title><content type='html'>&lt;div&gt;Σουρούπωσε. Σε λίγο θα πέσει η νύχτα, η πραγματική Αφέντρα του κόσμου αυτού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από μικρό με μαγνήτιζε το σκοτάδι. Ήμουν ανέκαθεν διαφορετικός, τα παιδάκια σκιάζονταν από το σκοτάδι εμένα μ’ ενοχλούσε το φως. Δεν είναι ότι πάσχω από φωτοφοβία, είμαι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…σχεδόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Περπατάω στο σιωπηλό σοκάκι νυχοπατώντας σα γάτα. Από εκεί θα περάσει, όπως κάθε βράδυ. Όπως κάθε μέρα σχολάει στις 20:30 και αφού επιστρέψει σπίτι της βγαίνει στο πάρκο όπου τρέχει για περίπου μία ώρα. Μετά επιστρέφει σπίτι της, κάνει ένα ντους και διαβάζει ή ακούει μουσική. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κρύβομαι στις σκιές του κήπου της την ώρα που βγαίνει για το βραδινό της τρέξιμο. Περνάει από κοντά μου χωρίς να με αντιληφθεί και κατευθύνεται προς το πάρκο. Αφού ξεμακρύνει πηγαίνω στην πόρτα της οικίας. Παρά την προσμονή μου τα χέρια μου δεν βιάζονται και με ήρεμες κινήσεις παραβιάζω την πόρτα χωρίς να αφήσω σημάδια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λατρεύω τις μονοκατοικίες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αιφνιδιάζομαι από τον ήχο του τηλεφώνου που χτυπάει. Βγαίνει τηλεφωνητής, κάποιος συνάδελφός της κάτι ήθελε να τη ρωτήσει –αυτό δηλαδή άφησε ως μήνυμα. Πολύ πιθανό να μην ήταν τίποτα παραπάνω από μια επίφαση για να την πάρει τηλέφωνο. Χαμογελάω από μέσα μου στη σκέψη. Σκέφτομαι όλους τους τρόπους που θα την απολαύσω απόψε και νιώθω το πέος μου να φουσκώνει κάτω από το παντελόνι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι ακόμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παίρνω το βαλιτσάκι μου και πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρά της. Το κρεβάτι της είναι υπέρδιπλο με σκληρό στρώμα. Περιεργάζομαι για λίγο την τουαλέτα της, τακτοποιημένη όπως όλο το υπόλοιπο σπίτι. Όλα τακτοποιημένα και στη θέση τους. Φανατική καθαριότητα. Σπρώχνω το βαλιτσάκι κάτω από το κρεβάτι της, δίπλα σε ένα ανεξιχνίαστης λειτουργικότητας όργανο γυμναστικής το οποίο δεν χρησιμοποιεί ή τουλάχιστον δεν την έχω πιάσει να το χρησιμοποιεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το πέος μου ανασαλεύει από προσμονή. Έχω ακόμα αρκετή ώρα στη διάθεσή μου. Επιστρέφω στο σαλόνι. Περιεργάζομαι στο μισοσκόταδο τη βιβλιοθήκη της. Όχι απλά διαβαστερή, ξέρει και κάμποσες γλώσσες αν κρίνει κανείς από τα βιβλία της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φεύγω από το σαλόνι και πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ψυγείο και κοιτάζω τα παρατεταγμένα σαν σε παρέλαση περιεχόμενά του. Η ίδια φανατική τάξη που υπάρχει σε όλο το σπίτι υπάρχει και στο ψυγείο. Περιεργάζομαι τα υλικά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογελάω από μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλείνω την πόρτα του ψυγείου και επιστρέφω στο μισοσκόταδο του σαλονιού. Κρύβομαι προσεκτικά πίσω από μια πολυθρόνα αν και ξέρω καλά ότι δε θα περάσει από εδώ όταν επιστρέψει, θα πάει στην κουζίνα, θα βάλει ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι και μετά θα πάει κατευθείαν για ντους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στο μισοσκόταδο του σαλονιού ο χρόνος χάνει τη συνοχή του. Φαντασιώνομαι…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, όχι σε παρακαλώ… μην το κάνεις αυτό… σε παρακαλώ». &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παρακάλια. Κλάματα. Φόβος. Απελπισία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο ήχος των κλειδιών με επαναφέρει στο παρόν. Πότε πέρασαν 40 λεπτά; Τα φοβάμαι αυτά τα κενά που παθαίνω, τα τρέμω. Την ακούω που πηγαίνει στην κουζίνα. Πίνει το χυμό της και ακούω ήχο νερού που τρέχει καθώς αμέσως πλένει το ποτήρι και το βάζει να στεγνώσει. Πηγαίνει προς το ντους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λίγο ακόμα…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σκύβω και κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα. Το νερό τρέχει και βλέπω τη σιλουέτα της να διαγράφεται πίσω από την κουρτίνα. Δεν ανοίγω την πόρτα, δε θέλω να με καταλάβει… όχι ακόμα. Κατεβάζω το φερμουάρ και χαϊδεύω το πέος μου καθώς παρακολουθώ τη σκιά της να λούζει τα μαλλιά της. Όταν το σφουγγάρι αρχίζει να χαϊδεύει το σώμα της αρχίζω να τον παίζω. Σταματάω. Όχι ακόμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανοίγει το κουρτινάκι. Ένα χέρι εμφανίζεται και ψάχνει για πετσέτα. Την βρίσκει και αρχίζει να σκουπίζεται. Ανοίγει το κουρτινάκι. Τα έχει τα πιασίματά της. Βαριά στήθη με σκούρες καφέ θηλές που θα τις προτιμούσα λίγο μεγαλύτερες. Ελαφριά κοιλίτσα αλλά σφιχτά πόδια, καλοσχηματισμένα. Γυρνάει προς το μέρος μου. Μ’ αρέσει που δεν το έχει ξυρισμένο τελείως. Σκύβει να σκουπίσει τα πόδια της και βλέπω τα στήθη της να κινούνται ηδονικά. Τελειώνει, τυλίγει την πετσέτα πάνω της και πιάνει μια άλλη πετσέτα να στεγνώσει τα μαλλιά της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοντά ως τον ώμο καστανόξανθα μαλλιά. Κουρεύτηκε πρόσφατα, τα είχε πιο μακριά. Είναι όμορφη έτσι και αλλιώς αλλά πιστεύω πως το μακρύ μαλλί θα της πήγαινε περισσότερο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγαίνει από το ντους. Τυλίγει την πετσέτα στο κεφάλι της. Απομακρύνομαι από την πόρτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει χωρίς να κοιτάζει. Πέφτει σχεδόν πάνω μου και βγάζει μια κραυγή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σου είχα πει να αλλάξεις κλειδαριά.» της λέω σιγανά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Με τρόμαξες» μου λέει προσπαθώντας να βρει την ανάσα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τι σου είχα πει;» την ρώτησα. «Τι σου είχα πει πριν φύγω για Βερολίνο;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμηλώνει τα μάτια. «Να αλλάξω κλειδαριά. Να βάλω ασφαλείας.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Και τι έκανες;» την ρωτάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Είχα άλλες…» ξεκινάει να πει αλλά ένα δυνατό χαστούκι της κόβει τη φόρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Συγνώμη αφέντη μου» μου λέει με τα μάτια της στο πάτωμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεύτερο χαστούκι… τρίτο… τέταρτο…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονατίζει και με αγκαλιάζει από τα πόδια. «Συγνώμη αφέντη μου, συγνώμη».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Η πενθήμερη στέρηση απουσίας δεν έκανε και πολλά πράγματα.» της λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μου έλειψες» μου λέει. «Δε μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες. Ήταν… ήταν πολύ σκληρό» συνέχισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Παρόλα αυτά την κλειδαριά δεν την άλλαξες» της είπα. Είχε σφιχταγκαλιάσει τα πόδια μου. Σφίχτηκε ακόμα περισσότερο. Την έσπρωξα να ξεκολλήσει. «Δεύτερη παράβαση.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της είχα πει κάποτε ότι με μια πρώην μου πως η τιμωρία στη δεύτερη παράβαση ήταν ένας μήνας στέρησης παρουσίας. Της είχα εξηγήσει φυσικά ότι ο τρόπος τιμωρίας από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει αλλά μέσα στο φόβο της το είχε ξεχάσει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, σε παρακαλώ μη φύγεις. Σε παρακαλώ…». Βάζει τα κλάματα. Εκνευρίζομαι. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την απωθώ βίαια και πέφτει στο πάτωμα. Μένει εκεί πεσμένη και κλαίει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σήκω πάνω» τη διατάζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνεται κλαίγοντας ακόμα. Της χαϊδεύω το πρόσωπο. «Πότε θα μάθεις να με ακούς;» τη ρωτάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έχεις δίκιο» μου λέει βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Το ξέρω» της απαντάω ψυχρά. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο σαλόνι και με ακολουθεί διστακτικά. Κάθομαι στον καναπέ. Έρχεται και γονατίζει μπροστά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σήκω και κάτσε δίπλα μου» της λέω. «Εφόσον δεν υπακούς δεν είναι ανάγκη να υποκρινόμαστε πως είσαι σκλάβα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου αγκαλιάζει τα πόδια και με κοιτάζει με φόβο στα μάτια. «Όχι, δεν υποκρίνομαι, δεν είναι παιχνίδι. Όλο μου το είναι ουρλιάζει πως είμαι δικιά σου. Σε παρακαλώ…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Με παρακαλείς;» τη κόβω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνεται και κάθεται δίπλα μου. Κοιτάζει χαμηλά. «Αυτό με διέταξες, αυτό θα κάνω» λέει. Σταματάει για λίγο και συνεχίζει κοιτάζοντάς με στα μάτια «Αλλά δεν υποκρίνομαι». Βγάζει την πετσέτα και μένει γυμνή. «Είσαι ο αφέντης μου».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κλείσε τα μάτια σου» της λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα κλείνει. Τα μάτια της τρεμοπαίζουν κλειστά. Αναπηδάει σχεδόν όταν την αγγίζω στο πρόσωπο. «Τι έχουμε πει;» τη ρωτάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σφίγγεται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τις λατρεύω αυτές τις στιγμές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέφτει το πρώτο χαστούκι. Ανάβω τσιγάρο. Πέφτει το δεύτερο χαστούκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κρατάει τα μάτια της ερμητικά κλειστά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την καίω στη βάση του στήθους με την καύτρα του τσιγάρου. Μουγκρίζει, σφίγγεται. Πόσο υπέροχη είναι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια άγρια ηδονική ευφορία αρχίζει να με κατακλύζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο. Ακανόνιστο. Κάθε αναμονή κι ένα μικρό θαύμα. Κάθε χτύπημα και ένας μικρός οργασμός. Κάθε πόνος της και μια μικρή έκρηξη. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα ρώγας. Δάγκωμα. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Κάψιμο. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Κάψιμο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νιώθω τα σκοτάδια να πιέζουν το φράγμα. Αντέχω. Αντέχω;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάψιμο. Δάγκωμα. Κάψιμο. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Δάγκωμα. Κάψιμο. Στρίψιμο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλάμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τσίμπημα, δάγκωμα, κάψιμο, τσίμπημα, σφαλιάρα, σφαλιάρα. Νιώθω την πίεση να γίνεται αφόρητη. Αντέχω; Κάψιμο. Δάγκωμα. Κάψιμο. Αντέχω. Όχι! Φοβάμαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάω απότομα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το σώμα της είναι γεμάτο μικρά και μεγάλα σημάδια από τα δαγκώματα, τα τσιμπήματα και τα καψίματα. Οι ρώγες τις πετρωμένες. Το πρόσωπό της κόκκινο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και είναι μόνο η αρχή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σου επιτρέπω να ανοίξεις τα μάτια σου» της λέω. Κοιτάζει το κενό. Κοιτάζει χαμηλά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κοίταξέ με» της λέω. Υπακούει. «Γονάτισε» τη διατάζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονατίζει μπροστά μου. Έχω καυλώσει. Βγάζω το πέος μου έξω. Ξέρει τι να κάνει. Το παίρνει όλο μέσα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πεντάλεπτη χαλάρωση. Τα σκοτάδια υποχωρούν. Τη σταματάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πάμε» της λέω και σηκώνομαι. Με ακολουθεί στο δωμάτιο. «Στα τέσσερα» της λέω. Κάνει να ανέβει στο κρεβάτι. «Όχι, κάτω από το κρεβάτι» της λέω. Ακουμπάει τα χέρια της στο κρεβάτι και τουρλώνει τον κώλο της. Σκύβω και βγάζω το βαλιτσάκι. «Η λέξη είναι ‘φράγμα’» της λέω. Τη χαϊδεύω ελαφρά στον κώλο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η βίτσα προσγειώνεται στο δεξί της γλουτό. «Ένα» λέει με πνιγμένη φωνή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δύο»… «τρία…». Σταματάω και ανάβω τσιγάρο. «Τέσσερα».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάψιμο. Δάγκωμα. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Δάγκωμα. Βίτσα. Χάδι. Βίτσα. Χάδι. Κάψιμο. Φιλί. Τα σκοτάδια με πιέζουν. Με σαγηνεύουν. Τα λατρεύω και τα φοβάμαι. Χάδι. Βίτσα. Κάψιμο. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Δάγκωμα. Φιλί. Κάψιμο. Φιλί. Βίτσα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεκατέσσερα…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη σοδομίζω. Την κοπανάω με δύναμη, μπαίνω όλος μέσα της και απολαμβάνω τα βογγητά της. Πόνος και ηδονή. Τραβιέμαι και μπαίνω με δύναμη. Και ξανά. Και ξανά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Βίτσα. Φιλί. «Δεκαεφτά».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξαναμπαίνω μέσα της. Κάψιμο. Κάψιμο. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έκρηξη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβιέμαι αργά. Το σπέρμα μου χύνεται από την σχισμή της. Την αφήνω εκεί και πηγαίνω και παίρνω μια χαρτοπετσέτα και τη σκουπίζω. Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Απροετοίμαστη. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Κάψιμο. Κάψιμο. Βίτσα. Δάγκωμα. Βίτσα. Είναι υπέροχα τα σκοτάδια. Νιώθω την πίεση. Ακούω το τραγούδι της. Βίτσα. Βίτσα. Την πετάω κάτω. Πέφτω πάνω της και την πιάνω από το λαιμό. Πίεση. Μου πιάνει τα χέρια αδύναμα. Πίεση. Τα μάτια της είναι υπέροχα. Θεέ μου νιώθω την πίεση. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβιέμαι. Ξεροβήχει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Την πιάνω από το λαιμό. Την σφίγγω. Κάτι πάει να πει. Υπέροχα μάτια. Πίεση… τη νιώθει την πίεση; Εγώ τη νιώθω. Τα σκοτάδια μουγκρίζουν. Άκου τη δαιμονική μουσική τους! Τη σφίγγω πιο πολύ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την αφήνω. Βήχει. Πάω να την πιάσω. «ΦΡΑΓΜΑ» ακούω. Τα σκοτάδια ακόμα μουγκρίζουν έξω από το φράγμα. Το σπρώχνουν. Είναι υπέροχα. Κλάμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κουνάω το κεφάλι μου να καθαρίσει. Φράγμα. Το φράγμα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλαίει με λυγμούς. Την παίρνω στην αγκαλιά μου. Σώπα ματάκια μου, σώπα μωρό μου εγώ είμαι εδώ. Τα σκοτάδια είναι έξω, είσαι το φράγμα μου. Σ’ αγαπάω. Τα σκοτάδια ουρλιάζουν ηττημένα γιατί σ’ αγαπάω. Σώπα. Σώπα. Δες με πως σε κοιτώ. Δες με πως σε φιλώ. Σώπα καρδούλα μου, σώπα. Εγώ είμαι εδώ. Σώπα ματάκια μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ηρεμεί σιγά σιγά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και χώνεται στην αγκαλιά μου. Της χαϊδεύω αφηρημένα τα μαλλιά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κάποιες φορές με φοβίζεις στ’ αλήθεια» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη χαϊδεύω. Της χαμογελάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τίποτα δε διαπερνάει τη μάσκα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φόβος» σκέφτομαι πικρά μέσα μου. «Δεν έχει ιδέα από φόβο».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τίποτα. Μου έλειψες.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μάσκα. Αυτή τη μάσκα τίποτα δε τη διαπερνάει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ζω μέσα στο φόβο. Τον φόβο πως μια μέρα το φράγμα θα σπάσει και τα σκοτάδια θα κατακλύσουν την ψυχή μου. Το φόβο πως θα πέσει μέσα μου η Νύχτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…γιατί τη Νύχτα αυτή δε θα την ακολουθήσει ξημέρωμα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-9014297524267034489?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/9014297524267034489/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=9014297524267034489' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/9014297524267034489'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/9014297524267034489'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_6082.html' title='Νύχτα'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-3883378509105338539</id><published>2010-09-21T07:47:00.001-07:00</published><updated>2010-09-27T01:37:25.771-07:00</updated><title type='text'>Η αγορά</title><content type='html'>&lt;div&gt;Προχωρώ με ταχύ βήμα δίπλα από τις φωτισμένες βιτρίνες. Έχει κίνηση στο δρόμο, αυτοκίνητα πάνε και έρχονται, γεμάτα κόσμο, προσδοκίες και υποσχέσεις. «Πού στο διάβολο είναι;» σκέφτομαι μέσα μου. Με εκνευρίζουν τα λαμπερά φώτα. Με εκνευρίζει η ψεύτικη ευημερία της πόλης. Η αλήθεια είναι εκεί έξω, στο σκοτάδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το βρίσκω. Πλησιάζω και βλέπω τον πάγκο με τα περιοδικά, τις εφημερίδες, τα τσιγάρα και ένα σκασμό διαφορετικές χαζομάρες που παίρνει ο κόσμος. Κοιτάζω το γεράκο. «Δώσε μου ένα Camel» του λέω. «Μαλακό ή σκληρό» με ρωτάει. «Μαλακό» του απαντάω. «Μαλακό σαν τα λιωμένα πτώματα των σκλάβων που έχτισαν τις πυραμίδες.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε ποια πυραμίδα;» μου αποκρίνεται ο μπάρμπας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ποιο ηλίθιο σύνθημα παρασύνθημα δε μπορούσε να σκεφτούν τα κινέζια;» αναρωτήθηκα φευγαλέα από μέσα μου πριν απαντήσω «Σε κάθε πυραμίδα αλλά ειδικά στην μπλε».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σουρεαλισμός όχι μαλακίες!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο γέρος έγνεψε. Δεν είδα τι έκανε αλλά η πόρτα πίσω από το stand άνοιξε και βγήκε από μέσα ένας κινέζος γορίλλας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Φιλικός τυπάκος, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου. Κάτι μου γαύγισε στα κινέζικα. Δεν κατάλαβα τίποτα αλλά του γάβγισα στα ελληνικά και στον ίδιο τόνο «Κι εγώ σ’ αγαπάω». Δεν έγινα αυτό που έγινα αφήνοντας τις προκλήσεις αναπάντητες. Ο γέρος μου εξήγησε ότι θα μπορούσα να περάσω μέσα. «Δε μου δίνεις και τα τσιγάρα;» τον ρώτησα. Μου τα έδωσε. Ο κινέζος κελάηδησε σα νευριασμένος πτεροδάκτυλος οπότε αποφάσισα να σταματήσω τις καθυστερήσεις.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε και σωματικό έλεγχο. Μόνο δάχτυλο δε μου έβαλαν. Αναρωτιόμουν στωικά καθώς με ξετίναζαν, ποιος θα πήγαινε στη φωλιά του δράκου για τσαμπουκά. Ίσως κάποιος με χειροβομβίδες; «Μην είσαι χαζός» συνέχισα να σκέφτομαι «αν κάνει ντου η αστυνομία άντε να εξηγήσεις τι δουλειά είχες εδώ». Τελικά αποφάσισα πως καλά έκαναν ό,τι έκαναν. Άλλωστε η όλη μυστικοπάθεια με βόλευε. Θα γινόμουν ενδιαφέρον πρωτοσέλιδο έτσι και μαθευόντουσαν κάποιες σκοτεινές λεπτομέρειες της ζωής μου. Όταν τελικά κατάλαβαν ότι δεν είχα κοριούς, όπλα και δεν ξέρω τι άλλο με άφησαν να συνεχίσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Προχώρησα στο διάδρομο και έφτασα σε μια πόρτα. Πήγα να την ανοίξω αλλά προφανώς με παρακολουθούσαν από κλειστό κύκλωμα γιατί κάποιος από μέσα μου άνοιξε την πόρτα. Πέρασα μέσα. Μου θύμιζε μπουρδέλο του 19ου αιώνα, δηλαδή από αυτά που έχω δει στην τηλεόραση. Μπορεί να είμαι μιας άλφα ηλικίας αλλά δεν είμαι και ο highlander. Δεν είδα κανένα άλλο εκεί. Με ραντεβού είχα πάει βέβαια αλλά στο μυαλό μου το είχα πλάσει αλλιώς, σα δημοπρασία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισα σε ένα καναπέ. Μια κινεζούλα ήρθε και με ρώτησε τι θέλω να πιω. Στάθηκα αναποφάσιστος ενώ η κοπελίτσα είχε χαμηλώσει τα μάτια και με περίμενε καρτερικά. «Ουίσκι» της είπα. «Σκέτο». Έφυγε και γύρισε μετά από λίγο. Μου το έδωσε με μια βαθιά υπόκλιση και μετά έφυγε πισωπατώντας. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισα κάμποση ώρα μόνος μου εκεί και περίμενα. Από κάποια κρυφά ηχεία ακουγόταν κλασσική μουσική. Κάπως δεν ταίριαζε με το όλο σκηνικό. Χτύπησα ανυπόμονα τα δάχτυλά μου στον καναπέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπήκαν μέσα. Τις κοίταξα μία-μία προσεκτικά από αριστερά προς τα δεξιά. Ένιωσα την πικρή γεύση της χολής στο λαιμό μου. Η τελευταία δεν πρέπει να ήταν πάνω από 12-13 χρονών.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υποκρισία, το ξέρω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άσπρες, μαύρες και καφέ. Όφειλα να το παραδεχτώ πως οι κινέζοι ήταν καλά δικτυωμένοι. Κούνησα αποδοκιμαστικά το κεφάλι μου. Έφυγαν όλες και μπήκε μια νέα φουρνιά. Πρόσεξα μια καστανούλα με καρέ μαλλί και κατάμαυρα μάτια. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 16-17. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πώς μπορούσε να υπάρχει ακόμα αθωότητα σ’ αυτά τα μάτια;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σημείωσα τον αριθμό της και μπήκε μια νέα φουρνιά. Δεν είδα κάτι που να με εντυπωσιάσει. Είδα καμιά 30αριά κοπέλες. Από παιδιά σχεδόν μέχρι 20άρες. Είχα κολλήσει στην καστανομάλλα. Ζήτησα να μου τη φέρουν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα από την κορυφή ως τα νύχια. Λείο δέρμα, σχεδόν διάφανο. «Γδύσου» τη διέταξα. Ένιωσα αυτά τα μαύρα μάτια να βυθίζονται στα σκοτάδια της ψυχής μου. Είναι δυνατόν να σε πονάει μια ματιά; Δεν αντιγύρισα το βλέμμα μου. Κοιταζόμασταν για λίγη ώρα. Η μαντάμ της έριξε μια ξανάστροφη «Κάνε αυτό που σε διέταξαν». Δεν έκανε τίποτα, απλά με κοίταζε. Η μαντάμ πήγε να της ρίξει και δεύτερη. Της έκανα μια κίνηση με το χέρι μου να σταματήσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Οι ματιές μας πάλεψαν πολλή ώρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν παραιτήθηκε. Υπάκουσε τελικά αλλά δεν παραιτήθηκε. Εξακολουθούσε να με κοιτάζει θαρρετά στα μάτια. Όμορφο στήθος. Μεγαλούτσικο αλλά όχι βαρύ και με τις ρώγες να έχουν το σωστό μέγεθος. «Γύρνα» της είπα. Δεν γύρισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε παρατραβήξει. Έκανα ένα νεύμα στη μαντάμ που το έπιασε το υπονοούμενο και μου ένευσε καταφατικά. Σηκώθηκα από τον καναπέ και στάθηκα μπροστά της. «Γύρνα» της είπα. Απλά με κοίταξε. Την χτύπησα με ανοιχτή την παλάμη. Έπιασε το πρόσωπό της. Την χτύπησα στο άλλο μάγουλο. «Γύρνα» της είπα. Γύρισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξανακάθισα στον καναπέ. Είχε ωραίο κώλο, θα τα πηγαίναμε καλά. «Γύρισε και κοίτα με» τη διέταξα. Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα της πέταγε φωτιές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υπέροχο. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Θα απολάμβανα το σπάσιμό της όπως θα απολάμβανα κάθε εκατοστό του κορμιού της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Iryna. Ειρήνη. Στο γλυκό σου σώμα θα γινόταν πόλεμος. Έπαθλό μου η ψυχή σου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχα αποφασίσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγνεψα στη μαντάμ. Αποσύρθηκε μαζί με την Iryna. Μέσα μπήκε ο σωματέμπορος. Με είχαν ψάξει εξονυχιστικά. Ήξεραν σχεδόν τα πάντα για μένα. Όχι φυσικά γιατί νοιαζόντουσαν για την κοπέλα, για την επιχείρησή τους νοιαζόντουσαν. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πελάτης που δεν μπορεί να κρατήσει το εμπόρευμα και υπάρχει κίνδυνος να κελαηδήσει δεν θα περνούσε την είσοδο παρά τη σουρεαλιστική διαδικασία που είχε προηγηθεί στο news stand.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φύλαξη κάνετε» τον ρώτησα; «Απουσιάζω αρκετά συχνά λόγω δουλειάς και μερικές φορές μπορεί να μου πάρει μήνα μέχρι να επιστρέψω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε. «Βεβαίως» μου απάντησε. «Αν το επιθυμείτε μπορείτε να βγάλετε και κέρδος από τη φύλαξη» μου εξήγησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αργότερα ίσως.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρα τηλέφωνο. Ο κινέζος περίμενε να γίνει η συναλλαγή. Όταν την επιβεβαίωσε χαμογέλασε και μου είπε «Θα σας τη φέρουμε σε μια εβδομάδα. Να έχετε έτοιμο το υπόλοιπο μισό ποσό.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Βεβαίως» του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είναι αλήθεια αυτό που λένε. Στη Νέα Υόρκη μπορείς να βρεις τα πάντα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισα στην Ελλάδα. Οι δουλειές μου με κρατούσαν απασχολημένο όσο περίμενα την άφιξη της Iryna. «Ειρήνη» έκανα τη διόρθωση μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αν περίμενα κάποιο μαύρο βαν θα είχα απογοητευτεί. Τέτοιες δουλειές δεν γίνονται στα κρυφά, γίνονται στα τόσο φανερά που σχεδόν κανείς δεν αναρωτιέται. Άλλωστε τέτοια κυκλώματα είναι βαθιά δικτυωμένα, ίσως περισσότερο κι από εμένα… κι του λόγου είμαι πολύ βαθιά δικτυωμένος. Στο μαύρο πάντως έπεσα μέσα, μαύρη ήταν η λιμουζίνα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τους υποδέχτηκα στην είσοδο της οικίας. Βγήκε από το αυτοκίνητο. Ντυμένη με μια πανάκριβη τουαλέτα ήταν πολύ όμορφη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πολύ αταίριαστη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την έπιασα από το χέρι. Της χαμογέλασα αλλά δε το ανταπέδωσε. «Έχουμε καιρό γι αυτά» σκέφτηκα μέσα μου. Μπήκαμε όλοι στο σπίτι. Δεύτερο τηλέφωνο. Αναμονή. Χτυπάει το τηλέφωνο του αντιπροσώπου. Χαμογελάει. «Είναι όλη δική σας».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θέλετε ένα ποτό» τον ρώτησα. Όχι ότι δε βιαζόμουν να μείνω μόνος μου με το Ειρινάκι αλλά οι καλές αγορές κλείνουν πάντα με ένα ακριβό ποτό. «Όχι σας ευχαριστώ» μου απάντησε. Ίσως και να κατάλαβε ότι ήθελα να τον ξεφορτωθώ. «Οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι θα είστε υπό παρακολούθηση για πολύ καιρό. Σε περίπτωση που η κοπέλα σας το σκάσει να ξέρετε ότι δεν γίνεται επιστροφή των χρημάτων…». Κόμπιασε για λίγο. «…ή της κοπέλας» συνέχισε με νόημα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κατανοητό» σκέφτηκα. Του το είπα κιόλας. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έφυγαν. Γύρισα και την κοίταξα. «Επιτέλους μόνοι» της είπα και απόλαυσα τον φόβο που ζωγραφίστηκε στα μάτια της. Για αύριο το μενού είχε μια μικροεπέμβαση ώστε να τις τοποθετήσω το απαραίτητο εμφύτευμα. Σήμερα θα μπορούσαμε να παίξουμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένιωθα το όργανό μου φουσκωμένο. Μπορεί να χρειάστηκε να περιμένω πολλά χρόνια αλλά επιτέλους πραγματοποιούσα την πιο κοινή αλλά και πιο δύσκολη να πραγματωθεί ανδρική φαντασίωση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γδύσου» της είπα. Αυτή τη φορά δεν είχε παιχνίδια, ίσως είχε συνειδητοποιήσει τη μοίρα της. Γδύθηκε χωρίς περιττές διαμαρτυρίες. Όχι ότι υπάκουσε εντελώς, έμεινε με τα εσώρουχα. «Γονάτισε μπροστά μου» της είπα. Δίστασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το μαστίγιο που είχα μαζί μου το είχα πληρώσει σε εξωφρενική τιμή. Ειδική παραγγελία, φτιαγμένο από δέρμα καμήλας ήταν μονό και κοντό. Μπορούσε να προκαλέσει πόνο σαν τσίμπημα σκορπιού χωρίς να αφήσει σημάδι. Το ίδιο εύκολα μπορούσε να κάνει το δέρμα λωρίδες. Την χτύπησα με την άκρη του στην κοιλιά. Ούρλιαξε από τον πόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ωραίο πράγμα η απομόνωση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γονάτισε» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονάτισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χάιδεψα το στήθος πάνω από το σουτιέν. Της το έβγαλα και έμεινε γυμνή από τη μέση και πάνω μπροστά μου. Πέρασα το χέρι μου πάνω από τις επίπεδες μη ερεθισμένες ρώγες της. Τα μάτια της φλόγιζαν. Υπέροχα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μου ανήκεις» ξεκίνησα. «Μου ανήκεις αλλά δεν είσαι δικιά μου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταζε στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαστούκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τώρα είναι περιφρόνηση» της είπα. «Θα γίνει λατρεία…» της είπα και σταμάτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Or else?» με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«There’s nothing else» της είπα. Κατέβασα το παντελόνι μου. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θα είναι μακριά και επίπονη η εκπαίδευσή σου Ειρήνη» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την έβαλα και μου πήρε πίπα. Δεν ήταν καλή. Θα μάθαινε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν τέλειωσα, σήκωσα το παντελόνι μου και την έπιασα από το χέρι. Την πήγα στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Δηλαδή των δικών μου παιχνιδιών, η Ειρήνη δε φαντάζομαι ότι θα τα απολάμβανε. Όχι ακόμα. Ίσως ποτέ. Δεν είχε σημασία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ο πόνος» ξεκίνησα «είναι εργαλείο. Μέσα από αυτόν θα μάθεις να με λατρεύεις. Θα είναι ο φίλος σου, θα είναι εχθρός σου, θα είναι εραστής σου. Θα είναι ο δεύτερος δάσκαλός σου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε. Κοίταζε τα σύνεργα με γουρλωμένα μάτια. Κάποια τα αναγνώριζε, κάποια όχι… όχι ακόμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τις έδεσα τα χέρια και τα πόδια με αλυσίδες. Τις τέντωσα μέχρι που το σώμα της έγινε Y. Της χάιδεψα το όμορφο στρογγυλό κωλαράκι της και της έβαλα δάχτυλο στην πίσω τρυπούλα. Όπως ήταν κλειστά τα πόδια της δεν βόλευε και έβαλα δύναμη. Την πόνεσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΑΑΑΑ» &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υπέροχο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Χαίρομαι που θέλεις να μάθεις ελληνικά» της είπα. «Σωστά το πρόφερες το Άλφα αλλά λέω να ξεκινήσουμε με τους αριθμούς. Θα σου χρειαστούν.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρα το μαστίγιο. Σφύριξε καθώς κατέβαινε στο δεξί της γλουτό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ένα» είπα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-3883378509105338539?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/3883378509105338539/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=3883378509105338539' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3883378509105338539'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3883378509105338539'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_4686.html' title='Η αγορά'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-3605845181153006113</id><published>2010-09-21T07:43:00.000-07:00</published><updated>2010-09-21T07:46:46.607-07:00</updated><title type='text'>Η μπαλάντα των σκοτεινών πόθων</title><content type='html'>&lt;div&gt;Μ’ ένα πείραγμα. Έτσι ξεκίνησαν όλα, μ’ ένα πείραγμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Υποταγή&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήμουν 17 χρονών και ήταν 16. Τα είχαμε περίπου ένα μήνα. Ήταν μεσημέρι και καθώς προχωρούσαμε μαζί με κάτι άλλα παιδιά της έκανα ένα πείραγμα –δεν θυμάμαι πια τι ήταν- το οποίο το θεώρησε βαρύ. Μου έριξε σφαλιάρα μπροστά σε όλο τον κόσμο. Την κοίταξα για λίγο σα χαζός. Απάντησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της γύρισε το κεφάλι. Έπιασε το πρόσωπό της και με κοίταξε με δυσπιστία, πόνο και οργή. Οι συμμαθητές μας είχαν κοκαλώσει και μας παρακολουθούσαν. Δεν είπε τίποτα, απλά έφυγε. Οι συμμαθητές μας έβαλαν τα γέλια –τα αγόρια δηλαδή– και μου άρχισαν τα χάι φάιβ. Απαντούσα μηχανικά ψευτογελώντας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν ηδονικό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισα σπίτι μου σχεδόν τρέχοντας και χώθηκα στο μπάνιο. Κόντεψα να βγάλω κάλους εκείνο το μεσημέρι. Θεωρούσα ότι είχα χωρίσει αλλά η αίσθηση άξιζε τον κόπο. Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να περάσω να την πάρω από τα Αγγλικά της. Δεν μου εξηγούσε το λόγο. Πίστευα ότι ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο και ήθελε να με κουβαλήσει ως εκεί ώστε να μπορεί μετά να με διώξει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν μου έλεγε. Μου ζητούσε απλά να πάω να την πάρω από τα αγγλικά της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έτσι και κουβαληθώ ως εκεί απλά και μόνο για να με χωρίσεις, το μεσημεριανό θεώρησέ το ως ‘χαδάκι’» την προειδοποίησα. Παρά το γεγονός ότι τον είχα κάνει λάστιχο, τον ένιωσα να σκιρτάει κάτω από το παντελόνι μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι...» μου είπε. «Απλά σε παρακαλώ έλα να με πάρεις από τα Αγγλικά.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνο το βράδυ έκανα το πρώτο μεγάλο χαμούρεμα της ζωής μου. Ήταν η πρώτη φορά που την είδα γυμνή από πάνω. Ήταν η πρώτη φορά που ανακάλυψα το παιχνίδι με τις ρώγες. Τις έστριβα, τις πίεζα, τις έγλειφα, τις δάγκωνα, τις πονούσα και το μόνο που άκουγα ήταν η κοφτή της ανάσα. Κάποια στιγμή με δάκρυα στα μάτια με σταμάτησε. Ντύθηκε από πάνω και δαγκώθηκε όταν το σουτιέν της πίεσε τις ερεθισμένες ρώγες. Την πήγα σπίτι της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έγλειψες;» με ρώτησε ο κολλητός μου. «Μαλάκα, έγλειψες!» συνέχισε. Γελάσαμε. Του περιέγραψα λεπτομερώς το σκηνικό. Τον πόνο τον άφησα απ’ έξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα όπως ήταν ξαπλωμένη με την κοιλιά στο πάτωμα. Δεμένη πισθάγκωνα, φιμωμένη την είχα αφήσει αρκετή ώρα έτσι. Το βλέμμα μου διέτρεξε νωχελικά το γυμνό της σώμα ενώ η σκέψη μου ήταν ακόμα στα 17 μου. Την έλυσα και την ξεφίμωσα. Την έβαλα να γυρίσει ανάσκελα. Ακούμπησα τα πόδια μου πάνω της και την χάιδεψα αφηρημένα με τα δάχτυλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Θα συνεχίσεις την ιστορία;» με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μιλάς πολύ» της απάντησα. Την έβαλα να μου γλείψει τα πόδια για να κρατήσει το στόμα της απασχολημένο. Πήγε να το κάνει όπως ήταν ξαπλωτή. Την έπιασα από το μαλλί και της έριξα μια μέτρια σφαλιάρα στο αριστερό μάγουλο. «Γονατισμένη και σκυφτή» της διέταξα. Υπάκουσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άλλη μια νότα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καθώς έγλειφε τα πόδια μου την κοίταξα και το μυαλό μου ξαναγύρισε στα 17 μου, την πρώτη φορά που άκουσα τη μουσική.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το σαββατοκύριακο οι γονείς της έλειπαν. Πήγαμε στο σπίτι της εγώ, ο κολλητός μου και η κοπέλα του που ήταν κολλητή της δικιάς μου. Καθίσαμε στο σαλόνι. Η Χ. έβαλε ποτά να πιούμε. Από τότε σιχαινόμουν το ποτό αλλά ήμουν μικρός ακόμα και έδινα πολύ σημασία στην εικόνα. Ήπια δυο σφηνάκια βότκα και με κόπο συγκρατήθηκα να μην τα βγάλω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγαμε στο δωμάτιό της. Είχα ξαναπάει σπίτι της αλλά δεν είχα μπει ποτέ στο δωμάτιό της. Τυπικό εφηβικό δωμάτιο. Το περιεργάστηκα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Χ ήρθε και με φίλησε. Τη σταμάτησα. Με κοίταξε. Προκλητικά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πρώτο χαστούκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έτριψε το πρόσωπό της. Με κοίταξε πάλι. Προκλητικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεύτερο χαστούκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χαμογέλασα. Μου χαμογέλασε. Την χάιδεψα στο πρόσωπο και την φίλησα απαλά στα χείλη. Χαμογελούσε ακόμα όταν τη διέταξα να γονατίσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» μου είπε. Δεν αντέδρασα, όχι όπως περίμενε. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Βγήκα από το δωμάτιο. Την άφησα να με κοιτάζει σα χαζή. Στο άλλο δωμάτιο ο φίλος μου με την κοπέλα του ήταν ακόμα στα παιχνίδια με όλα τα ρούχα. Έφυγα χωρίς να τους καληνυχτίσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την Κυριακή το πρωί κοιμόμουν όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με φώναξε η μάνα μου και μου είπε «Έλα, είναι η Χ στο τηλέφωνο». «Θα την πάρω αργότερα της απάντησα» και συνέχισα τον ύπνο μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σταμάτα» τη διέταξα. «Σκούπισέ μου τα πόδια και πήγαινε να πλύνεις τα δόντια σου». She knew the drill, ποτέ δεν της επέτρεπα να με πάρει στο στόμα της αφού μου είχε γλείψει τα πόδια. Μου σκούπισε τα πόδια με τα μαλλιά της και πήγε και έπλυνε τα δόντια της. Όταν γύρισε την έβαλα να με τσιμπουκώσει. Απολαμβάνοντάς το –ήταν καλή! – συνέχισα τη διήγησή μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξύπνησα κατά τις 11:00. Δεν την πήρα τηλέφωνο, πήγα κατευθείαν σπίτι της. Μου άνοιξε την πόρτα. Πέρασα μέσα και πήγα και έκατσα σε μια πολυθρόνα. Ήρθε και κάθισε απέναντί μου. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί το έκανες αυτό;» με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί μου άνοιξες;» της απάντησα με άλλη ερώτηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είδα θυμό στο πρόσωπό της. «Που είναι οι τρόποι σου;» τη ρώτησα. «Δε θα μου φτιάξεις ένα καφέ;». Πήγε κάτι να πει αλλά το μετάνιωσε. Με κοίταξε έντονα για λίγη ώρα και σηκώθηκε να πάει να φτιάξει καφέ. Ο πούτσος μου είχε φουσκώσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί το έκανες αυτό;» με ρώτησε ξανά όταν μου έφερε τον καφέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Επειδή σου ζήτησα να κάνεις κάτι και δεν το έκανες» ήταν η απάντηση που της έδωσα. Πήγε να πει κάτι αλλά την έκοψα: «Εσύ γιατί μου άνοιξες;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάλευε μέσα στο μυαλό της να βρει τις λέξεις αλλά δεν τις έβρισκε. Ξεκινούσε να πει κάτι αλλά σταματούσε. Αποφάσισα να βοηθήσω την κατάσταση. «Έλα εδώ Χ μου» της είπα γλυκά. Ήρθε μπροστά μου. Δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα. Απλά της έπιασα το χέρι και της το φίλησα. Τη χάιδεψα απαλά στη μέση. Την αγκάλιασα και της δάγκωσα παιχνιδιάρικα την κοιλιά πάνω από τα ρούχα. Γέλασε καθώς αυτό τη γαργαλούσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονάτισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη φίλησα όπως ήταν γονατισμένη μπροστά μου. Τη φίλησα με τόσο πάθος όσο δεν την είχα φιλήσει ποτέ στη ζωή μου, σχεδόν της έκοψα την ανάσα. Της έβγαλα το φανελάκι –δεν φορούσε σουτιέν– και της χάιδεψα το στήθος απαλά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοιτάζοντάς την άρχισα να τις στρίβω τις ρώγες της που είχαν πετρώσει. Έκλεισε τα μάτια της και ξεροκατάπιε ένα ξεφωνητό πόνου. Έπαιξα με τις ρώγες της μέχρι που δάκρυσαν τα μάτια της. Δε με σταμάτησε. Τη σταμάτησα εγώ. Της χάιδεψα απαλά το πρόσωπο και το μαλλί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου τον έπιασε. Δεν το είχε ξανακάνει. Ταράχτηκα. Το κατάλαβε ότι ταράχτηκα αλλά δε σταμάτησε. Ήμουν ανίκανος να μιλήσω από το άγχος και την κάβλα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μην κοιτάζεις» μου είπε με βραχνή φωνή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ούτε ένα λεπτό δεν άντεξα. Δεν πρόλαβα καν να την τραβήξω. Πλημμύρισα το στόμα της αλλά ούτε θύμωσε, ούτε αήδιασε. Απλά κατάπιε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα να τη φιλήσω αλλά σιχαινόμουν. Ήθελα να την πάρω αγκαλιά αλλά την αποστρεφόμουν. Ήθελα να κάτσω αλλά όλο μου το είναι ούρλιαζε «ΦΥΓΕ». &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σ’ ευχαριστώ» της είπα απλά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να πω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε στα μάτια. Πάγια διαταγή αφού τελειώσω. Με κοίταξε στα μάτια και κατάπιε. Μετά χαμήλωσε το βλέμμα της. Μου αγκάλιασε το πόδι και ακούμπησε το κεφάλι της στο γόνατό μου. Μ’ αρέσει αυτό. Μ’ αρέσει και της αρέσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χαμογέλασα. Τη χάιδεψα απαλά στα μαλλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήταν η πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία. Ήταν η πρώτη εμπειρία μα και κάτι παραπάνω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το βλέμμα μου κοίταξε τις σκιές των δέντρων που διαγράφονταν από το παράθυρο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήταν η πρώτη μελωδία» συνέχισα. «Η πρώτη από τις τρεις μελωδίες που συνθέτουν τη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Φόβος&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ακινητοποιημένη. Σιωπηλή. Με κοιτάζει. Την αφήνω δεμένη και βγαίνω από το σαλόνι. Πηγαίνω στο δωμάτιο και γυρίζω με μια μεγάλη γυάλα στο χέρι. Την κοιτάζει με δυσπιστία και φρίκη. Πίστευε ότι της έκανα πλάκα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έκανε λάθος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλα προσεκτικά τη γυάλα δίπλα στο πρόσωπό της. Γούρλωσε τα μάτια της. Αποστρέφει το βλέμμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η ταραντούλα κουνάει τα πόδια της ενοχλημένη στη γυάλα. Την πιάνω προσεκτικά στα χέρια μου και την φέρνω κοντά της. Βάζει μια στριγκλιά. Ξαναβάζω την ταραντούλα στη γυάλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε παρακαλώ» μου λέει. «Σε παρακαλώ μην μου το κάνεις αυτό.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φοβάσαι;» τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απαντάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μήπως προτιμάς να απαντήσεις στον ‘Θρασύβουλα’;» την ρωτάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η ένταση σπάει. Παρά τον φόβο της βάζει τα γέλια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» μου απαντάει. «Δεν φοβάμαι. Σ’ εμπιστεύομαι, δε θα ήμουν εδώ αλλιώς.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγάζω την ταραντούλα από τη γυάλα και την αφήνω στο πάτωμα. Προσέχω να μην την πλησιάσει αλλά η κοπέλα δεν μπορεί να καταπνίξει τον ενστικτώδη φόβο της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξαναμαζεύω την ταραντούλα. Τη βάζω στη γυάλα της και την πηγαίνω πίσω στο δωμάτιο. Επιστρέφω στο σαλόνι και λύνω την κοπέλα. Την βάζω να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ και την παίρνω στην αγκαλιά μου. Της χαϊδεύω καθησυχαστικά το μαλλί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάμποση ώρα αργότερα τραβιέται απαλά και με κοιτάζει. Θέλει κάτι να με ρωτήσει αλλά διστάζει. Την κοιτάζω ενθαρρυντικά. Εξακολουθεί να διστάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί το έκανα αυτό;» την ρωτάω κοιτάζοντας την. «Αν είναι αυτή η ερώτησή σου γιατί δεν την κάνεις; Νομίζω ότι είναι απολύτως δικαιολογημένη.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» μου λέει. «Νομίζω πως ξέρω γιατί το έκανες αυτό.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί;» την ρωτάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Για να αποδείξω στον εαυτό μου και σ’ εσένα ότι μπορώ να σ’ εμπιστευτώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Λάθος» της απαντάω. «Το είχες πει και πιο πριν, αν δεν με εμπιστευόσουν όσο μ’ εμπιστεύεσαι, κακώς είσαι εδώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δίστασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όταν σε χτυπάω με τη βίτσα ή το μαστίγιο ή το paddle γιατί το κάνω σε ακανόνιστα διαστήματα;» την ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Για να με βρεις απροετοίμαστη μου είπε. Για να γίνεται χωρίς να το περιμένω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σωστά» της απαντώ. «Γιατί όμως;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί αλλιώς θα είμαι προε-» λέει αλλά σταματάει. «Ο φόβος!» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ακριβώς» της απαντώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανάβω ένα τσιγάρο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν φοβόσουν ότι θα σου κάνω κάτι με την ταραντούλα όπως δεν φοβάσαι ότι δε θα σταματήσω όταν μου πεις το safeword. »&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φυσικά» μου λέει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι, αλλά δεν μπορείς να τον ελέγξεις, είναι ενστικτώδης.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Νόμιζα ότι μου έκανες πλάκα όταν ανέφερες την ταραντούλα» μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Για αστείο το ξεκίνησα» παραδέχτηκα. «Ομολογώ ότι ήταν αρκετά τραβηγμένο αλλά θα άξιζε τον κόπο να έβλεπες τη φάτσα σου όταν έφερα τη γυάλα με τον Θρασύβουλα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Το διασκέδασες» με κατηγόρησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Απόρησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φυσικά» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της τσίμπησα ελαφρά τη ρόγα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ίσως ο Θρασύβουλας να σε κάνει πιο συνεργάσιμη καμιά φορά από τη βίτσα» της είπα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε. Ήξερε ότι αστειεύομαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασα. Σοβάρεψε. Σοβάρεψα. Χαμογέλασε πάλι αποφασίζοντας ότι αστειεύομαι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πες μου μια ιστορία» με παρακάλεσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αργότερα» της απάντησα. Την έβαλα κάτω και την έδεσα σφιχτά. Μόνο το κεφάλι της μπορούσε να κουνήσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ξέρεις τι συμβολίζει το δέσιμο;» τη ρώτησα; «Δεν είναι απλό κινκ. Δείχνει την εμπιστοσύνη αυτού που δένεται σε αυτόν που τον δένει. Για να εμπιστευτείς κάποιον πρέπει να τον ξέρεις πολύ καλά.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταμάτησα και άναψα άλλο ένα τσιγάρο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εσύ τι λες, με ξέρεις καλά;» την ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι» μου είπε χωρίς δισταγμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Για να εμπιστευτείς κάποιον πρέπει να τον γνωρίζεις πολύ καλά» της είπα. «Αλλά πάντα υπάρχει περίπτωση κάτι να σου ξέφυγε.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έσκυψα από πάνω της. Της έκλεισα με τα χέρια μου στόμα και μύτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πόσο σίγουρη είσαι;» τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η μελωδία είχε αρχίσει σιγά αλλά είχε φτάσει η ώρα του πρώτου ξέφρενου κρεσέντο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άρχισε να αποζητάει ανάσα. Την κράτησα σφιχτά κάτω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σσσσς» της είπα. «Μην το παλεύεις. Σε λίγα λεπτά θα έχουν όλα τελειώσει.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σπαρταρούσε δυνατά τώρα. Μύριζα σχεδόν τον πανικό της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τίποτα δεν ήταν τόσο όμορφο όπως τα μάτια της εκείνη τη στιγμή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φόβος. Ο υπέροχος, διεγερτικός φόβος, η δεύτερη από τις μελωδίες που συνθέτουν την μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το κρεσέντο είχε φτάσει στην κορύφωσή του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την άφησα. Πήρε γρήγορες βαθιές ανάσες. Με κοίταξε πανικόβλητη. Την άφησα να βρει τις ανάσες της και έσκυψα από πάνω της. Η φωνή μου ήταν χαμηλή σαν ψίθυρος. «Πόσο σίγουρη είσαι;» την ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αχ αυτά τα υπέροχα μάτια της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε με την ταραχή της να μην έχει περάσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έσκυψα ξανά από πάνω της. Την χάιδεψα στο πρόσωπο. Έσκυψα και τη φίλησα μα δεν ανταπέδωσε. «Φίλα με» της είπα. «Φίλα εμένα ή φίλα τον Θρασύβουλα.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με φίλησε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα στο δωμάτιο. Ξαναγύρισα με τη γυάλα. Έβγαλα προσεκτικά την ταραντούλα και την έφερα εκατοστά από το πρόσωπό της. Ούρλιαξε με τρόμο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν ήταν πειστικό το φιλί σου μωρό μου» της είπα. «Φίλα με και θέλω να το εννοείς.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έσκυψα από πάνω της. Με φίλησε με περισσότερο πάθος. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβήχτηκα. Έπιασα την ταραντούλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε τα κλάματα. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ» μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το παιχνίδι είχε τελειώσει. Έβαλα την ταραντούλα στη γυάλα και την ξαναπήγα μέσα. Ο Θρασύβουλας μάλλον είχε τρομάξει περισσότερο απ’ όσο η κοπέλα. Το είχε βγάλει επάξια το ψωμί του απόψε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα και έπλυνα τα χέρια μου. Γύρισα στο σαλόνι και την έλυσα. Με κοίταζε ακόμα γεμάτη φόβο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την αγκάλιασα και τη χάιδεψα. Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Την κράτησα και την χάιδευα και την κανάκευα μέχρι να ηρεμήσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ηρέμησε, μάτια μου» της είπα. «Θα σου πω μια ιστορία.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ήμουν ακόμα παντρεμένος…» ξεκίνησα να λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχα κουραστεί πολύ να την ψήσω μέσα στο irc. Έκανα το «δικτυακό» σκλάβο κανένα μήνα περιμένοντας ευκαιρία να την ξεμοναχιάσω. Βγαίναμε έξω και έκανα το κορόιδο. Δεν ήταν κακή κοπέλα. Δεν το είχε ωστόσο. Δεν ήταν αφέντρα. Προσπαθούσε είναι η αλήθεια. Για το ότι ήταν τοπ δεν είχα λόγο να αμφιβάλω ωστόσο δε μου είχε δοθεί η ευκαιρία να το διαπιστώσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μετά από δυο-τρεις καφέδες δέχτηκε να έρθει σπίτι μου. Παντρεμένος ήμουν, η γυναίκα μου θα γύριζε το βράδυ, σε πολυσύχναστο μέρος έμενα, δεν είχε λόγο να ανησυχεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της άνοιξα και μπήκε μέσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δείξε μου το σπίτι σου» με διέταξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μάλιστα Κυρία» της είπα και της έκανα περιήγηση. Μετά πήγαμε στο σαλόνι. Με διέταξε να πάω να της φτιάξω γαλλικό καφέ. Της είπα ότι δεν είχα γαλλικό καφέ. Το θεώρησε ευκαιρία για παιχνίδι. Με διέταξε να πάω να της φτιάξω ζεστή σοκολάτα. Της είπα «Μάλιστα» και πήγα στην κουζίνα. Γύρισα με την κούπα και γονάτισα μπροστά της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέλασε. «Μου φαίνεται πολύ δύσκολο να σε φανταστώ ως sub μου είπε.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κάπου εδώ πρέπει να τριγυρνάει ο Θρασύβουλας» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέλασε ξανά. «Το βουλώνω» μου είπε. «Συνέχισε σε παρακαλώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ορίστε Κυρία, η σοκολάτα σας.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήπιε μια γουλιά. Της άρεσε. «Ωραία είναι. Τελικά δεν είσαι τόσο άχρηστος όσο δείχνεις.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σας ευχαριστώ Κυρία» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου έβαλε τα πόδια της στη μούρη. «Γλείψε μου τα πόδια» με διέταξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρα το πόδι της στα χέρια μου. Το κοίταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νόμιζε ότι παίζω. Μου τράβηξε μια δυνατή σφαλιάρα λέγοντας «Θα κάνεις αυτό που σου λέω, σκουλήκι».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώθηκα απότομα. Την έπιασα από το μαλλί. Την τράβηξα από το μαλλί και την πέταξα από τον καναπέ. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έτσι και το ξανακάνεις αυτό θα στο κόψω το χέρι και θα στο βάλω να το φας»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγε να σηκωθεί εξοργισμένη αλλά καθώς το έκανε της τράβηξα μια ξανάστροφη. Έχασε την ισορροπία της. Τράβηξα ένα σουγιαδάκι που είχα στην τσέπη μου και το άνοιξα. Δεν το είδε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ένα μήνα ακούω τις μαλακίες σου» της είπα σχεδόν ψιθυριστά. «Ένα μήνα τις υπέμεινα περιμένοντας μια τέτοια στιγμή.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Προσπάθησε να σηκωθεί. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έτσι και κάνεις οτιδήποτε» μου είπε «θα βάλω τις φωνές. Θα σηκώσω την πολυκατοικία στο πόδι.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν τα κατάφερε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η σφαλιάρα που έφαγε βρήκε και πρόσωπο και μύτη. Έπεσε από τη δύναμη του χτυπήματος. Έσκυψα από πάνω της και της έβαλα το σουγιά στο λαιμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έτσι και βγάλεις κιχ θα σε κάνω τεύχη» της είπα. «Πριν να κάνεις την Μίστρες» συνέχισα «θα έπρεπε να βεβαιωθείς ότι μπορείς να επιβληθείς στον άλλον, ειδικά όταν ο άλλος έχει μεγαλύτερη σωματική δύναμη από εσένα. Η κυριαρχία είναι παιχνίδι μυαλού κι εσύ βιάστηκες. Πολύ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της πίεσα το σουγιά στο λαιμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα στα μάτια. «Έχεις υπέροχα μάτια» της είπα. «Γεμάτα συναίσθημα».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την σήκωσα και την πήγα στον καναπέ. Την έβαλα και κάθησε δίπλα μου. Πήρα το τηλεκοντρόλ και άνοιξα το ραδιόφωνο. Ένας dj της πυρκαγιάς έπαιζε μουσική της κακιάς ώρας. Την κοιτούσα. Ένιωθε σαν παγιδευμένο ζώο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Τώρα θα διασκεδάσουμε» της είπα μαλάζοντάς της το στήθος. «Κατάλαβες;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πίεσα τον σουγιά στο λαιμό της. «Κατάλαβες;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ναι» είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Και μου το παίζεις και μίστρες» της είπα περιφρονητικά χτυπώντας την στο πρόσωπο. «Κατάλαβες;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δάκρυ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μάλιστα» μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της σκούπισα τα μάτια. «Από εδώ και πέρα αν βγάλεις άχνα…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άφησα την απειλή να αιωρείται. Τη χούφτωσα στο στήθος. Το πρόσωπό της ήταν παγωμένο αλλά δεν τραβήχτηκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γδύσου εντελώς από πάνω» τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα μάτια της δεν έδειχναν φόβο. Ήττα έδειχναν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε παρακαλώ» μου είπε. Δεν απάντησα. «Σε παρακαλώ».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δάκρυα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κάτι σου είπα» της γάβγισα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί το κάνεις αυτό;» με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν είναι προφανές;» της ανταπάντησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δίστασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την ξαναχτύπησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υπάκουσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χούφτωσα και τα δυο της στήθη. Απέστρεψε το βλέμμα της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Κοίτα με πουτανάκι» της είπα. «Το παιχνίδι μόλις άρχισε.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τις έστριψα τις ρώγες αλλά δεν τόλμησε να φωνάξει. Με κοίταξε στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε συμπαθώ ξέρεις» της είπα. «Ώρες-ώρες μου έσπαγες τ’ αρχίδια αλλά αυτό φαντάζομαι ότι είναι μέρος του πακέτου. Σε άλλους μπορεί να άρεσε, σε μένα όχι.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Γιατί το κάνεις αυτό;» με ξαναρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πολλά ρωτάς» της είπα. Την έπιασα και την έβαλα να γονατίσει μπροστά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μη διανοηθείς να κάνεις καμιά μαλακία» της είπα πριν τον βάλω όλο στο στόμα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πνίγηκε. Της ήρθε αναγούλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σάλιωσέ τον καλά» της είπα. «Σάλιωσέ τον καλά, για το καλό σου».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβήχτηκα. «Βγάλε τη φούστα σου» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα με κοίταξε στα μάτια με δυσπιστία. Και φόβο. Κάτι πήγε να πει αλλά τη διέκοψα. «Θα ακούσεις όλη την ιστορία πρώτα» της είπα. «Ό,τι έχεις να πεις, πες το μετά.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίος ο κώλος της. Δε μ’ ένοιαξε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δάγκωσε το μαξιλάρι» τη διέταξα. Υπάκουσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπήκα μέσα της. Ένα πνιγμένο βογκητό ακούστηκε. Ξαναβγήκα έξω και ξαναμπήκα. Αυτό το «μμμ» με ξετρέλαινε. Συνέχισα να την παιδεύω κάμποση ώρα…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τέλειωσα και την άφησα να ντυθεί. Σηκώθηκε αργά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μπορώ να φύγω» με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Και ποιος σ’ εμποδίζει;» την ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πριν φύγεις θέλω να σου υπενθυμίσω κάτι» της είπα. «Ήρθες στο σπίτι ενός άντρα για να παίξεις και να πηδηχτείς. Αλλιώς το φανταζόσουν αλλά αυτό ακριβώς συνέβη. Έχω τα μηνύματά σου. Έχω τα e-mail σου.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε. Με κοίταξε εξοργισμένη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ας πρόσεχες» της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάτι πήγε να πει αλλά το μετάνιωσε. Σηκώθηκε και έφυγε βροντώντας την πόρτα. Δεν την ξαναείδα. Κανείς δεν ήρθε ποτέ να μ’ ενοχλήσει γι αυτό που έγινε εκείνη τη νύχτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα με κοίταξε έκπληκτη και με φόβο. Ο φόβος είχε επιστρέψει. «Έκανες τέτοιο πράγμα» με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Πόσο καλά με ξέρεις;» τη ρώτησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν πιστεύω ότι το έκανες μου είπε. Είσαι μυστήριο τρένο αλλά δεν είσαι τέτοιος.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασα. Τη χάιδεψα στα μαλλιά. Δεν της είπα ποια είναι η αλήθεια και ούτε σκοπεύω να το κάνω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι ακόμα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Πόνος&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Θυμήθηκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κόσμος μαζεμένος στο σπίτι. Γνωστοί και άγνωστοι ανακατεμένοι. Όλοι τον κοιτούν και τον παίρνουν αγκαλιά και του χαϊδεύουν το κεφάλι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλαίει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε έρθει πάλι. Πάλεψε ώρες με το δαίμονα αλλά όπως κάθε φορά έχασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εσύ φταις» του έλεγε. «Εσύ, εσύ, εσύ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΟΧΙ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΟΧΙ, φύγε! Φύγε»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φύγε»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εσύ φταις»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε έρθει πάλι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, όχι…» έλεγε μέσα σε λυγμούς. «Όχι»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήρε την καρφίτσα και την έχωσε στο ούλο πίσω από τον τραπεζίτη. Δάκρυσε από τον πόνο αλλά την έβαλε μέσα και το σκάλιζε. Έκλαιγε. Αίμα έτρεχε από το στόμα του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, όχι, όχι» φώναζε στο Δαίμονα του αλλά ο δαίμονάς του είναι σκληρός αφέντης. Δεν ακούει. Δεν δείχνει έλεος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» του λέει. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα είναι γυμνή και καθισμένη στα τέσσερα. Το κεφάλι της και τα χέρια της είναι ακινητοποιημένα σ’ ένα ξύλινο κατασκεύασμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Έχω την κατάλληλη μουσική για την περίσταση» της λέει. Η κοπέλα δε λέει τίποτα, απλά κλαίει. «Σε παρακαλώ… Σε παρακαλώ…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σκάσε» της λέει. «Εσύ φταις»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δεν έκανα τίποτα. Δεν σε ξέρω. Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ…»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βγάζει τη ζώνη του και τη χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Η κοπέλα ουρλιάζει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΜΕΤΡΑ ΠΟΥΤΑΝΑ» της φωνάζει. Την ξαναχτυπάει με όλη του τη δύναμη. «ΜΕΤΡΑ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ένα» λέει η κοπέλα μέσα στους λυγμούς της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αφρίζει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΜΑΘΕ ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΑΧΡΗΣΤΗ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν προλαβαίνει να μετρήσει. Την χτυπάει απανωτά και με λύσσα. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ. ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη χτυπάει μέχρι που το χέρι του έχει κουραστεί. Το δέρμα της είναι αλλού κόκκινο, αλλού ξεσκισμένο και τρέχει αίμα. Δεν μιλάει, έχει λιποθυμήσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθεται βαρύς σε μια καρέκλα. Το στόμα του πονάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τρέχει στην κουζίνα και χώνεται κάτω από το τραπέζι. Κλείνει με τα χέρια του τα αφτιά του για να μην ακούει τις φωνές. Δεν θέλει να τον βρουν. Δεν θέλει να δουν πως αυτός φταίει. Ακούει τη φωνή του πατέρα του. «Πού είναι το παιδί;». Δεν μπορεί να κρατηθεί. Κλαίει. Ο πατέρας του χώνεται κάτω από το τραπέζι και βλέπει το αγοράκι που έχει κυλιστεί στο πάτωμα και κλαίει. Δεν χωράει καλά καλά αλλά κάθεται δίπλα του. Το παίρνει στην αγκαλιά του και προσπαθεί να το ησυχάσει ενώ το αγοράκι κλαίει με τρομερούς λυγμούς που του κόβουν την ανάσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο δαίμονάς του γύρισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Άσε με». «Φύγε, φύγε.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εσύ φταις. Το ξέρεις πως εσύ φταις. Το ξέρεις.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, όχι» λέει κλαίγοντας. «Όχι, ήμουν μικρό παιδί». «Όχι, όχι, όχι»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Φύγε! Φύγε!»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να φύγω» του απαντάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Όχι, όχι. Δε θα το κάνω. Φύγε, φύγε».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Εσύ φταις» του λέει ο δαίμονας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;…&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Επιστρέφει στο δωμάτιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα είναι δεμένη γυμνή πάνω στο μεταλλικό τραπέζι. Ακινητοποιημένη και φιμωμένη. Τον κοιτάζει με τρόμο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πλησιάζει και την ξεφιμώνει. Την κοιτάζει με πρόσωπο παραμορφωμένο από τη λύσσα. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» της ουρλιάζει. Η κοπέλα κλαίει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η αδυναμία της τον τρελαίνει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΣΚΑΣΕ ΚΑΡΙΟΛΑ. ΣΚΑΣΕ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της ρίχνει γροθιά στο πρόσωπο. Η μύτη της ματώνει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα κλαίει. Βάζει κι αυτός τα κλάματα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Συγνώμη, συγνώμη» της ζητάει. «Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με. Δε φταίω εγώ, δε φταίω.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» του λέει ο Δαίμονας. «ΕΣΥ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γυρνάει ξαφνιασμένος. «ΟΧΙ! ΦΥΓΕ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα τον παρακολουθεί να παλεύει με το δαίμονά του. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» του λέει ο δαίμονας. «Κάντο».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΟΧΙ! ΟΧΙ! Δε φταίει εκείνη. Ούτε εγώ φταίω. Παιδάκι ήμουν.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ» του λέει ο δαίμονας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέφτει κάτω. Κλείνει τ’ αφτιά του αλλά δεν μπορεί να σκεπάσει την απόκοσμη μελωδία που βγαίνει από το στόμα του δαίμονα. Τον μαγεύει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η μελωδία του πόνου. Η τρίτη μελωδία που συνθέτει τη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνεται σαν αυτόματο. Παίρνει το νυστέρι και αρχίζει να κόβει την κοπέλα. Εκείνη ουρλιάζει από τον πόνο και τη φρίκη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η μελωδία σκεπάζει τις κραυγές της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;b&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Το όνομα της μπαλάντας&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταματάει το κόψιμο. Η κοπέλα έχει λιποθυμήσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΓΑΜΑ ΤΗΝ» του ουρλιάζει ο δαίμονας. «ΓΑΜΑ ΤΗΝ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη χαϊδεύει παντού γεμίζοντας αίματα. Η κοπέλα βρίσκει και χάνει τις αισθήσεις της. Δεν την έχει κόψει πολύ. Περιποιείται τις πληγές της. Την περιμένει να συνέλθει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«ΓΑΜΑ ΤΗΝ. ΓΑΜΑ ΤΗΝ»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της δίνει να πιει πορτοκαλάδα. Η κοπέλα ρουφά άπληστα με το καλαμάκι το υγρό. Πνίγεται. Βήχει. Της χαϊδεύει τα ματωμένα μαλλιά της. Της ξαναδίνει πορτοκαλάδα και την περιμένει να την πιει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε παρακαλώ άφησέ με να φύγω» του λέει η κοπέλα. «Δε θα πω τίποτα σε κανέναν. Σε παρακαλώ.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κατεβάζει το παντελόνι του. «Γλύψε την» της λέει. «Γλύψε την αν αγαπάς τη ζωή σου».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την μαγαρίζει από το στόμα. Η κοπέλα προσπαθεί να μην πνιγεί. Δεν μπορεί να κουνήσει τίποτα πέρα από το κεφάλι της αλλά προσπαθεί. Προσπαθεί για τη ζωή της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια σιγανή μελωδία ξεκινάει. Παίρνει το νυστέρι και της το κολλάει στο λαιμό. «ΓΛΥΨΕ ΠΟΥΤΑΝΑ» της λέει. «ΡΟΥΦΑ». Την χαράζει πολύ ρηχά. «Αν με δαγκώσεις θα σε κόψω σε κομματάκια» της λέει. «ΡΟΥΦΑ». Μια δεύτερη μελωδία και μετά μια τρίτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλείνει τα μάτια του. Η απόκοσμη μουσική έχει αποκτήσει μια δαιμονική χροιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υποταγή. Φόβος. Πόνος. Οι τρεις μελωδίες που συνθέτουν τη μπαλάντα, την υπέροχη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στο σώμα του γίνεται μια έκρηξη. Εκσπερματώνει. Ακριβώς πάνω στο κρεσέντο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβιέται. Παίρνει το μαχαίρι και της κόβει το λαιμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παρακολουθεί τη ζωή να σβήνει από τα μάτια της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υποταγή. Φόβος. Πόνος. Οι τρεις μελωδίες που συνθέτουν τη μπαλάντα, την υπέροχη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το όνομά της είναι Θάνατος.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-3605845181153006113?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/3605845181153006113/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=3605845181153006113' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3605845181153006113'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3605845181153006113'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_21.html' title='Η μπαλάντα των σκοτεινών πόθων'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-5603555740185464918</id><published>2010-09-17T03:27:00.001-07:00</published><updated>2010-09-17T03:27:24.650-07:00</updated><title type='text'>Κάνε μια ευχή</title><content type='html'>&lt;div&gt;«Κάνε μια ευχή» μου είπε χαμογελώντας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξα το υπέροχο, γλυκό πρόσωπό της και τα μάτια της που έλαμπαν από έρωτα. Τι άλλο μπορούσε να ευχηθεί κανείς;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σκοτάδι. Σκοτάδι και πόνος… αφόρητος πόνος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σ’ αγαπάω» φωνάζει. «Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Βάζω τα γέλια. Οι περαστικοί μας κοιτάνε καλά-καλά. «Μ’ αγαπάει» τους λέω απολογητικά. Σηκωνόμαστε από το παγκάκι και περπατάμε χεράκι-χεράκι σαν ερωτοχτυπημένοι έφηβοι. Η νύχτα που έρχεται είναι γλυκιά και γεμάτη υποσχέσεις. Ο κόσμος μας ανήκει. Νιώθω τόσο ευτυχισμένος που θέλω να βάλω τα κλάματα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάτι με πιέζει. Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μου αλλά δεν βλέπω παρά μια μαύρη θολούρα. Κάπου στο βάθος ακούω φωνές. Μπορεί να είναι δίπλα μου μπορεί να είναι στην άλλη άκρη του κόσμου. Δεν μπορώ να εντοπίσω την πηγή τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και πόνος. Αφόρητος πόνος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έχει φουντώσει. Υπερασπίζεται με πάθος τη θέση της μετουσιώνοντας το θυμό της ψυχής της σε λέξεις. Ο φουκαράς ο συνομιλητής της δεν είχε καμία ελπίδα. Σε μια παύση κι ενώ ο άλλος προσπαθεί να ανασυνταχτεί της χαϊδεύω το χέρι προσπαθώντας να την ηρεμίσω. «Συγνώμη λίγο» λέει στον ‘αντίπαλό’ της και γυρίζει προς τα μένα. Δεν λέει λέξη, απλά με πιάνει αγκαλιά και με φιλάει. Θεέ μου, νιώθω την ψυχή μου να ρουφιέται σ’ αυτό το φιλί. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάς τόσο πολύ έναν άνθρωπο; Να τον αγαπάς τόσο πολύ που να πονάς;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εξακολουθώ να μην μπορώ να δω τίποτα. Ακούω φωνές, είναι κοντά μου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω λέξεις. Ανασαίνω με δυσκολία. Δεν θέλω να ανασαίνω πεθαίνω στην κάθε ανάσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Το μυαλό μου αρνείται να λειτουργήσει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού. Αφήνω τα κλειδιά στο τραπεζάκι του χολ και προχωράω στο διάδρομο. Το σαλόνι είναι άδειο και σκοτεινό. Πάω στην κουζίνα και βάζω ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Επιστρέφω στο σαλόνι και σωριάζομαι σε μια πολυθρόνα χωρίς να βγάλω το σακάκι, χωρίς καν να μπω στον κόπο να ξεσφίξω τη γραβάτα. Δύσκολη μέρα στη δουλειά. Βγάζω το κινητό μου και την παίρνω τηλέφωνο. Το κινητό της είναι κλειστό. Δοκιμάζω στο σταθερό αλλά δεν απαντάει. Κλείνω τα μάτια μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νιώθω μια παρουσία. Γυρνάω και τη βλέπω να με παρατηρεί από την πόρτα του σαλονιού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μπου!» μου λέει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογελάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σε περίμενα στο δωμάτιο» μου λέει. Δεν απαντάω. «Δύσκολη μέρα στη δουλειά, ε;» με ρωτάει. Συνεχίζει πριν προλάβω να της απαντήσω «Για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό.». Έρχεται και γονατίζει μπροστά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Αφέντη μου» μου λέει. «Επέτρεψε στη φτωχή σκλάβα να σε περιποιηθεί όπως σου αξίζει».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα μάτια μου είναι κλειστά. Το χέρι είναι μου στο κεφάλι της και το χαϊδεύει καθώς εκείνο ανεβοκατεβαίνει προσφέροντάς μου ηδονή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έκρηξη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κουμπώνω το φερμουάρ μου. Έχει γύρει το κεφάλι της στο μπούτι μου. Εξακολουθώ να της χαϊδεύω αφηρημένα το μαλλί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σήκω πάνω» τη διατάζω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώνεται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Με τρόμαξες» την κατηγόρησα. «Αυτό το μπου μου έχει προκαλέσει ψυχολογικά τραύματα και δεν ξέρω πως θα καταφέρω αύριο να πάω στη δουλειά. Γι αυτό θα τιμωρηθείς με αιδοιολειχία.»&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Είσαι σκληρός και άκαρδος αφέντης» μου λέει. «Είσαι σκληρός και άκαρδος αλλά μίλησες. Η σκλάβα θα συμμορφωθεί».&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάμε στο δωμάτιο. Τη γδύνω και την βάζω να ξαπλώσει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Δε βγάζεις τουλάχιστον τη γραβάτα;» με ρωτάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν πάει να γαμηθεί και η γραβάτα λέω μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Σκασμός απείθαρχη σκλάβα» της λέω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«Μάλιστα αφέντη» απαντάει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λίγη ώρα μετά τη νιώθω να τραντάζεται. Κάθε της τράνταγμα μια χαρά, κάθε της στεναγμός και ένας μικρός θρίαμβος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Θεέ μου πόσο την αγαπάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ακούω μέταλλο να τσακίζεται. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πόνος. Αφόρητος πόνος. Θεέ μου σε ποια κόλαση μ’ έριξες;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;«15» λέει με σπασμένη φωνή. «16… 17… 18…». Έχει δακρύσει αλλά δεν λέει τη λέξη. «22… 23…». Η βίτσα προσγειώνεται ξανά και ξανά και ξανά στους γλουτούς της. Ακούω το κλάμα της. Με άλλες θα ήταν πρόκληση να την φτάσω να πει τη λέξη. Μ’ εκείνη μου είναι απλά αδύνατο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πού πήγε ο σαδισμός μου;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σκύβω και τη φιλάω. Με τη γλώσσα μου διατρέχω κάθε σημείο που άγγιξε η βίτσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κλαίει ακόμα. Ξαπλώνω δίπλα της και την παίρνω στην αγκαλιά μου. Δεν κάνουμε σεξ. Μας παίρνει ο ύπνος αγκαλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξημέρωσε Σάββατο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν έχω αίσθηση του χρόνου. Μόνο του πόνου. Μια άχρονη αιωνιότητα πόνου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φθορά. Αιώνιος έρωτας και τρίχες κατσαρές. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Και όλα τα φθείρει. Πανδαμάτωρ τον ονομάζουν. Πανcorruptor τον έλεγα κοροϊδευτικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξα το υπέροχο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα θλίψη. Δεν τα φώτιζε πια ο έρωτας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πού χάσαμε το δρόμο;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η καρδιά μου έχει βουλιάξει. Δυστυχώς ο χρόνος έφθειρε μόνον τον έναν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τι να κάνεις;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη φιλάω απαλά στα χείλη πριν φύγω. «Αντίο» της λέω. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και φεύγω τρέχοντας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ανοίγω τα μάτια μου. Φώτα. Πονάνε. Τα κλείνω και τα ξανανοίγω. Θολά πρόσωπα. Κάποιο γαβγίζει διαταγές. Δεν καταλαβαίνω τι λέει μόνο τον τόνο της φωνής του πιάνω. Δεν μπορώ να εστιάσω το βλέμμα μου. Τα ξανακλείνω και βυθίζομαι σ’ ένα σύμπαν πόνου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάνε μια ευχή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;κενό&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Να τελειώσουν όλα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-5603555740185464918?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/5603555740185464918/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=5603555740185464918' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5603555740185464918'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5603555740185464918'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_17.html' title='Κάνε μια ευχή'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-7765785240252001956</id><published>2010-09-13T01:46:00.000-07:00</published><updated>2010-09-13T01:47:20.455-07:00</updated><title type='text'>Η τιμωρία</title><content type='html'>Τον βρήκα να κάθεται στο πεζούλι της παλιάς γέφυρας. Με τα πόδια έξω κοίταζε το γκρεμό κάτω και δεν έδειχνε να δίνει σημασία στο τι γινόταν γύρω του. Τον πλησίασα ανήσυχος μα δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Καλησπέρα" του είπα αβέβαιος. "Σκέφτεσαι να πηδήξεις;" τον ρώτησα μισο-αστεία μισο-σοβαρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε και με κοίταξε με αυτό το αιώνιο παιδικό του χαμόγελο. Η μάσκα. Έτσι την έλεγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ο Νίτσε είχε πει πως αν κοιτάξεις καλά την Άβυσσο πρέπει να προσέξεις γιατί θα σε κοιτάξει κι αυτή".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Ανησυχούσα πραγματικά. Είχε υψοφοβία και το να κάθεται έτσι στην άκρη του γκρεμού με γέμιζε φόβο. Δοκίμασα να αστειευτώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Προσπαθείς να κατανικήσεις την υψοφοβία σου;" τον ρώτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Όχι" απάντησε και ξαναγύρισε το κεφάλι του προς το γκρεμό. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Γύρισε πάλι το κεφάλι και μου χαμογέλασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Αρχίζεις και με φρικάρεις" του είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν απάντησε απλά ξανακοίταξε το ξεροπόταμο 50 μέτρα πιο κάτω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να μου μιλάει ξαφνικά. Μπορεί να μην μιλούσε καν σε μένα, μπορεί να τα έλεγε στον εαυτό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ήταν μια διαβολεμένη εβδομάδα. Κι όμως είχε ξεκινήσει γεμάτη υποσχέσεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σταμάτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Συνέχισε" τον παρότρυνα. Σπάνια ανοιγόταν. Εξαιρετικά σπάνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Αυτό μόνο" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι έγινε; Τι σου συνέβη;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν έχει σημασία" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Πώς δεν έχει σημασία; Μία ώρα τη νύχτα κάθεσαι στο χείλος του γκρεμού με τα πόδια έξω και μου λες δεν έχει σημασία; Με φρικάρεις ρε, δεν το καταλαβαίνεις;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Φοβάσαι;" με ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ανησυχώ" του είπα. "Ναι, φοβάμαι. Με φοβίζεις έτσι όπως κάθεσαι."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν έχεις ιδέα τι θα πει φόβος" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήξερα τι να πω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Σε παρακαλώ" του είπα "πες μου τι έχεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η απάντησή του με κοκάλωσε. Φαίνεται τόσο ανόητο αλλά μα τω Θεώ μου σηκώθηκαν οι τρίχες στο σβέρκο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Εμένα" μου είχε πει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δίστασα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν εννοούσε ότι ένιωθε μοναξιά. Τον ρώτησα ωστόσο για να είμαι σίγουρος. Δεν ήταν κατάσταση για να την αφήσεις στην τύχη της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Μέρος του πακέτου. Αλλά όχι το μεγαλύτερο."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τότε τι;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Φοβάσαι;" με ξαναρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρχικά εκνευρίστηκα με την ερώτηση αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα που το πήγαινε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Εσύ φοβάσαι;" τον ρώτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τώρα όχι" μου είπε. "Αλλά ένιωσα φόβο. Όχι, όχι απλά φόβο. Ένιωσα τρόμο."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Με τι" τον ρώτησα σχεδόν σίγουρος για την απάντηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Με εμένα" μου απάντησε επιβεβαιώνοντας με.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Πες μου σε παρακαλώ τι σου συνέβη. Για όνομα του Θεού, μίλα μου."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ήταν μια διαβολεμένη εβδομάδα. Κι όμως είχε ξεκινήσει γεμάτη υποσχέσεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι χάλασε;" τον ρώτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν έχει σημασία. Κάτι πήγε στραβά. Συμβαίνει. Σημασία έχει το μετά... το μετά και η διαχείρισή του."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με κούραζε, πάντα με κούραζε η κρυψίνοια του αλλά δεν τολμούσα να δείξω τον εκνευρισμό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε και με κοίταξε. "Θυμάσαι τι σου είχα πει για το S/m;" με ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Γι αυτό μου έχεις πει πολλά" του απάντησα. "Ποιο απ' όλα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Μια από τις βασικές αρχές" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρόμαξα. Πάντα ήξερα ότι ήταν "κάπως" και ένας θεός ήξερε τι είχε κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τη συναίνεση;" τον ρώτησα; "Έκανες κάτι-".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με διέκοψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Όχι τη συναίνεση. Υπάρχει και μια άλλη βασική αρχή" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπερδεύτηκα. Προσπαθούσα να σκεφτώ αλλά δεν έβρισκα την άκρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν... δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Θυμάσαι το παραμύθι με τις τρεις συμβουλές;" με ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ναι" του απάντησα. "Το θυμάμαι".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Την τελευταία συμβουλή τη θυμάσαι;" με ξαναρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσπαθούσα να τη θυμηθώ αλλά δε χρειάστηκε. Μου την είπε ο ίδιος με φωνή κασέτας από παιδικό παραμύθι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τον αποψινό θυμό φύλαξέ τον το πουρνό."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτι έκανε μέσα μου κλικ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Α, ναι, τώρα θυμήθηκα. Ποτέ μην ξεσπάσεις τα νεύρα σου εκεί. Ποτέ μην το κάνεις οργισμένος."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έγνεψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ωχ" σκέφτηκα μέσα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Της ψυχής τα σημάδια" μου είπε "είναι σαν τα στίγματα του Ανάμ. Όσο και αν τα τρίψεις, όσο και αν τα κάψεις δεν σβήνουν. Είναι πάντα εκεί να σου θυμίζουν..."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άφησε τη φράση στη μέση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Χθες άφησα κι εγώ ένα σημάδι" είπε στενάζοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μίλησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι έκανες;" τον ρώτησα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν έχει σημασία" μου είπε. "Σημασία έχει ότι είναι ασυγχώρητο."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι έκανες;" επέμεινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν απάντησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Έχεις διαβάσει τον Έλρικ του Μελνιμπονέ;" με ρώτησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, τον είχα διαβάσει. Και τα πέντε βιβλία. Δεν του απάντησα αλλά εκείνος συνέχισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Θυμάσαι το 'Ταξιδιώτης στις θάλασσες της μοίρας';'&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα είχα διαβάσει πριν πολύ καιρό. Δεν το θυμόμουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Κάπου εμφανίζεται ένας πρόγονος του Έλρικ. Ο Σαζίφ Ντ' Ααν" συνέχισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έγινε το κλικ μέσα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Θύμησέ μου" του είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ο Σαζίφ Ντ'Ααν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μάγους του Μελνιμπονέ. Μέχρι που ερωτεύτηκε, κάτι το εξαιρετικά σπάνιο για έναν Μελνιμπόνιο. Θυμάσαι; Δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι. Ήταν μια άλλη ράτσα. Μια ράτσα σκληρή, μελαγχολική, αχαλίνωτη. Πέρα και έξω και μακριά από το ανθρώπινο &lt;&lt;καλό&gt;&gt; και &lt;&lt;κακό&gt;&gt;. Χωρίς τα συναισθήματα όπως εμείς τα αντιλαμβανόμαστε. Υπηρέτες του Χάους. Τέλος πάντων, ο Σαζίφ Ντ' Ααν ερωτεύτηκε μια σκλάβα που προοριζόταν για τη μουσική των βασανιστηρίων ή για κάποιο πείραμα, δε θυμάμαι. Την λάτρεψε, εγκατέλειψε τη μαγεία, εγκατέλειψε την ίδια του τη φύση για εκείνη. Έφυγαν μαζί από το ονειρεμένο Ίμρρυρ. Εκείνη δεν έδειχνε κάτι πέρα από μια ευγενική στοργή. Δεν έδειχνε να τον αγαπούσε ή να τον είχε ερωτευτεί. Υπήρχε κάποιος άλλος πιο παλιά. Ο Κάρολακ. Πριν την απαγάγουν και την πουλήσουν στους Μελνιμπόνιους είχε δώσει όρκους πίστης στον Κάρολακ. Όταν έμαθε για την απαγωγή της κίνησε γη και ουρανό για να τη βρει. Τελικά τη βρήκε στο χαρέμι του Ντ' Ααν αλλά η κοπέλα αντιστάθηκε στην απελευθέρωσή της. Ο Κάρολακ νόμιζε ότι απλά είχε παγιδευτεί στην ίδια της τη σκλαβιά που της είχε επιβληθεί -αυτό που λέμε σύνδρομο της Στοκχόλμης- οπότε την πήρε μαζί του με το ζόρι πιστεύοντας ότι θα γιατρευτεί."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σταμάτησε τη διήγηση. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο καπνό και πήγε να στρίψει ένα τσιγάρο. Το φιλτράκι του έπεσε στο γκρεμό. Βλαστήμησε, έβγαλε άλλο ένα και αυτή τη φορά κατάφερε να στρίψει το τσιγάρο. Το άναψε και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ο Ντ' Ααν τρελός από έρωτα και ζήλεια τους κυνήγησε ανελέητα μέχρι που τους έπιασε. Έσφαξε ή μάγεψε τον Κάρολακ -δεν το ξεκαθαρίζει- και πήρε την σκλάβα και γύρισαν στο Ίμρρυρ. Τυφλωμένος από τη ζήλια διέταξε το θάνατό της στον Τροχό του Χάους. Τα κόκαλά της έσπασαν ένα ένα και η κοπέλα πέθαινε φρικτά και βασανιστικά για μέρες. Το δέρμα της είχε αρχίσει να αποκολλάται και ο Ντ' Ααν παρακολουθούσε κάθε στιγμή του μαρτυρίου της. Έκανε όλων των ειδών τα ξόρκια και τις μαγείες που ήξερε για να την κρατήσει ζωντανή, για να παρατείνει το μαρτύριό της. Όταν και τα μάγια δεν ήταν πια αρκετά για να την κρατήσουν ζωντανή ο Σαζίφ Ντ' Ααν διέταξε να την κατεβάσουν από τον Τροχό του Χάους".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τράβηξε δυο-τρεις δυνατές ρουφηξιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Έσκυψε από πάνω της και της είπε: &lt;&lt;Τιμωρήθηκες για την προδοσία σου. Τώρα σου επιτρέπω να πεθάνεις&gt;&gt;. Είδε τα ματωμένα χείλη της να κινούνται προσπαθώντας να πει τις τελευταίες της λέξεις. Έσκυψε από πάνω της να την ακούσει."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε δακρύσει καθώς διηγούνταν την ιστορία. Δεν τον είχα δει ποτέ έτσι. Δεν θυμόμουν την ιστορία και τον ρώτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι του είπε; Κάποια κατάρα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Με την τελευταία της ανάσα η σκλάβα του είπε &lt;&lt;Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ&gt;&gt; και μετά πέθανε."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε σπάσει η φωνή του. Έτρεμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ο Σαζίφ Ντ' Ααν, ο Μελνιμπόνιος, γνώρισε τις τύψεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκλαιγε. Τον κοίταζα που έκλαιγε με λυγμούς χωρίς να ξέρω τι να τον κάνω. Ταράχτηκα από την ιστορία του και φοβήθηκα, φοβήθηκα πολύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Τι έκανες;" τον ρώτησα γεμάτος φόβο και φρίκη. "Τι έκανες;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Πλήγωσα ίσως ανεπανόρθωτα έναν άνθρωπο. Το μόνο άνθρωπο που του ανοίχτηκα τόσο. Το μόνο άνθρωπο που αντίκρισε το σκοτάδι μέσα μου και αντί να φύγει τρέχοντας με αγκάλιασε τρυφερά και με χάιδεψε. Τον μόνο άνθρωπο που χωρίς καμία υποχρέωση απέναντί μου, χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς καμιά δέσμευση μου πρόσφερε τον εαυτό του. Ενώσαμε απλά τις μοναξιές μας και παίξαμε, γελάσαμε, κλάψαμε. Δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτα. Ποτέ. Η πρώτη φορά ήταν χτες".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Και;" τον ρώτησα; "Και τι έκανες;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Το αρνήθηκα. Ήταν τόσο απλό, τόσο εύκολο, τόσο ανέξοδο. Αλλά το αρνήθηκα. Αρνήθηκα γιατί στα μάτια της είδα τον εαυτό μου. Αρνήθηκα γιατί τρόμαξα. Αρνήθηκα γιατί ήθελα να την πονέσω. Και τον ευχαριστήθηκα αυτόν τον πόνο, το καταλαβαίνεις; Τον ευχαριστήθηκα."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Χίλια μαστίγια δεν μπορούσαν να προκαλέσουν τον πόνο που προκάλεσε αυτή η άρνηση."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναστέναξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως. Το μετάνιωσα αλλά ήμουν πολύ εγωιστής για να γυρίσω πίσω. Πολύ περήφανος για να καταδεχτώ να παρακαλέσω τη συγχώρεσή της."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σταμάτησε και έστριψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τον κοίταξα μπερδεμένος. Δεν καταλάβαινα. Του το είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Πάντα φιλάς το μέρος του σώματος που χτύπησες. Πάντα σκουπίζεις το μέρος του σώματος που λέρωσες. Πάντα ευχαριστείς αυτήν που σου πρόσφερε τον εαυτό της για την ικανοποίησή σου. Δεν παίρνεις μόνο. Δίνεις κιόλας. Κι εγώ το αρνήθηκα. Αρνήθηκα το πιο απλό κι εύκολο πράγμα."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναστέναξε βαθιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Αυτό που έκανα και ειδικά στον άνθρωπο που το έκανα ήταν ασυγχώρητο. Εκείνη μπορεί να με συγχωρήσει ίσως κάποτε. Εγώ δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου. Ποτέ."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον είδα να πιέζει με τα χέρια του το πεζούλι. Φοβήθηκα πως θα πηδήξει και έβαλα μια φωνή. Δεν ήθελε να πηδήξει, απλά γύρισε από την άλλη μεριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Μη φοβάσαι, δεν σκοπεύω να αυτοκτονήσω" μου είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκε από το πεζούλι και ξεκίνησε να προχωράει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Που πας;" τον ρώτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Σπίτι μου πάω, πού αλλού;" μου απάντησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Θέλεις να έρθω να σου κάνω παρέα" τον ρώτησα προσπαθώντας να τον πλησιάσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Όχι. Φύγε, πήγαινε σπίτι σου σε παρακαλώ."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ανησυχώ για σένα του είπα. Φοβάμαι, φοβάμαι να σ' αφήσω μόνο σου."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοντοστάθηκε αλλά δε γύρισε να με κοιτάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Δεν σκοπεύω να αυτοκτονήσω" μου ξαναείπε. "Πήγαινε σπίτι σου, μην ανησυχείς."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δίστασα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- "Ο θάνατος δεν είναι τιμωρία" μου είπε. Ξεκίνησε να περπατάει και μου είπε άλλες τρεις λέξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορεί να φανεί ανόητο αλλά συγκλονίστηκα. Είμαστε κάτι παραπάνω από το άθροισμα αυτών που έχουμε ζήσει και ο φίλος μου ήταν ένα σκοτεινό αίνιγμα. Ένα πικρό, μελαγχολικό, σκοτεινό αίνιγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ο θάνατος δεν είναι τιμωρία" είχε πει. "Η ζωή είναι."&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-7765785240252001956?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/7765785240252001956/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=7765785240252001956' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7765785240252001956'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7765785240252001956'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_13.html' title='Η τιμωρία'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-7253603166179736903</id><published>2010-09-12T05:41:00.001-07:00</published><updated>2010-09-12T05:41:47.625-07:00</updated><title type='text'>Το στοίχημα</title><content type='html'>&lt;div&gt;- "Βάζεις στοίχημα;" τη ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι στοίχημα" με ρώτησε εκείνη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γνωριζόμαστε κάμποσες μέρες. Υπήρχε χημεία μεταξύ μας αλλά δεν είχαμε προχωρήσει πολύ. Είμαι συνήθως διστακτικός σε τέτοιες προσεγγίσεις καθότι δεν με ικανοποιούν οι απλές σχέσεις. Είχα παρατηρήσει κάμποσα ενδιαφέροντα σημεία στην εν γένει συμπεριφορά της αλλά φυσικά δεν μπορούσα να πάρω και όρκο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν καθισμένη οκλαδόν απέναντί μου. Ψηλή κοπέλα, καστανή. Ομορφούλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η ώρα του ρίσκου. Ρίσκο, τέλος πάντων. Το πολύ πολύ να μου έλεγε όχι και το πολύ πολύ να το έπαιρνα ελαφρά κατάκαρδα για καμιά δυο μέρες. Δε βαριέσαι, αν είναι κάτι να στραβώσει ας στραβώσει στην αρχή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παρόλα αυτά ήλπιζα πως την είχα κόψει σωστά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αν κερδίσω" της είπα "για ένα 24άωρο θα κάνεις ό,τι σου λέω".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λάμψη στα μάτια. Αστραπιαία αλλά την έπιασα. "Ενδιαφέρον" σκέφτηκα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι εννοείς;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτό που κατάλαβες" της απάντησα. "Εντάξει, δε θα σου πω να πηδήξεις και στο γκρεμό. Οι απαιτήσεις μου θα είναι σε λογικά πλαίσια."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και αν χάσεις;" με ρώτησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δεν θα χάσω" της απάντησα με σιγουριά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και αν χάσεις;" επέμεινε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν θα χάσω, αλλά άμα χάσω θα κάνω το ίδιο."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δέχομαι" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και όμως το όλο σκηνικό είχε ξεκινήσει από το παιδικό παιχνίδι "όνομα/ζώο/πράγμα". Κάποια στιγμή έτυχε το "Η" και όταν στο ζώο της έγραψα "ηώιππος" δεν πίστευε ότι υπήρχε τέτοιο ζώο. Της εξήγησα ότι υπήρξε, ότι ήταν ο πρόγονος τον αλόγων. Δεν πείστηκε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τότε σκέφτηκα το τεστ. Και το στοίχημα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;-"Άνοιξε τη wikipedia, στα ελληνικά και ψάξε στο λήμμα 'Άλογο'" της είπα. Άνοιξε το laptop της και πήγε στη σελίδα. Άρχισε να διαβάζει μέχρι που έφτασε στο επίμαχο σημείο. "Το άλογο προήλθε από τον ηώιππο, ένα μικρό τετράποδο θηλαστικό της εποχής του Ηωκαίνου, πριν 55 εκατομμύρια χρόνια."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασα θριαμβευτικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "At your services" μου είπε παιχνιδιάρικα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Και πού 'σαι ακόμα" είπα χασκογελώντας από μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν περίπου τρεις το απόγευμα. Της είπα να πάει να βάλει μαγιό της να πάμε για μπάνιο. Πήγε μέσα και άλλαξε και βγήκε φορώντας το μαγιό της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Εσύ δε θα αλλάξεις" με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι" της είπα. "Μπάνιο θα κάνεις μόνο εσύ. Εγώ θα έρθω για την παρέα."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στην παραλία. Της είπα ότι θα κατεβούμε στην παραλία ξεχωριστά. Θα πάω πρώτος εγώ, θα με ακολουθήσει αλλά θα κάτσει δυο ξαπλώστρες πιο πέρα. Όχι δίπλα μου. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα και διάλεξα μια ξαπλώστρα σ' ένα σημείο στο οποίο δίπλα καθόταν μια παρέα φοιτητών. Ακολούθησε εκείνη και πήγε και κάθισε εκεί που της είχα υποδείξει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εγώ έβγαλα ένα βιβλίο και άρχισα να το διαβάζω. Εκείνη με κοίταξε λιγάκι με απορία. Την κοίταξα αυστηρά και της έκανα νόημα να πάει για μπάνιο. Μπήκε στη θάλασσα τη στιγμή που είχε αρχίσει να φυσάει ένα ελαφρό αεράκι. Δροσερό. Από τις πρώτες δροσιές του Σεπτέμβρη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισε για μια ώρα μέσα μέχρι που της έκανα νόημα να βγει έξω. Βγήκε ψιλοτρέμοντας καθώς το αεράκι είχε δυναμώσει. Οι ρώγες τις είχαν πετρώσει και διακρίνονταν καθαρά πάνω στο πλούσιο στήθος της που με δυσκολία κάλυπτε το πάνω μέρος του μαγιό της. Την άφησα να σκουπιστεί -μη μου κρύωνε κιόλας- και την άφησα να κάτσει. Έγραψα κάτι σ' ένα χαρτάκι. Ένας του μαγαζιού ήρθε για παραγγελίες. Του ζήτησα μια μπύρα για μένα, μια μπύρα για την κοπέλα. Του είπα να φέρει πρώτα τη μπύρα σ' εμένα. Όταν επέστρεψε του έδωσα το χαρτάκι να το δώσει στην κοπέλα. Χαμογέλασε πονηρά καθώς νόμιζε ότι της κάνω καμάκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνη διάβασε το σημείωμα και γούρλωσε τα μάτια της. Με κοίταξε. Της έγνεψα "ας πρόσεχες".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν το κρύβω, ένιωσα αγωνία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώθηκε όρθια και έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιό της. Μετά πήρε αντηλιακό και άρχισε να πασαλείβεται αργά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;προκλητικά δίνοντας έμφαση στο σημείο του στήθους. Βαρύ στήθος αλλά όχι πεσμένο. Από αυτά που σε βοηθούν να κάνεις μπράτσα με παράλληλη ανάπτυξη τριχοφυΐας στην παλάμη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...Αν είσαι από τους άτυχους που θα φάνε τα μάτια τους ψάρια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Οι φοιτητές την κοίταξαν με λιγωμένο βλέμμα τ' αγόρια, με ζήλια οι κοπέλες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το αεράκι που φύσαγε καθώς και το άπλωμα του αντηλιακού και μαζί και η καύλα είχαν κάνει τις ρώγες της να πετρώσουν. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της έκανα νεύμα να σηκωθεί και να έρθει κοντά μου. Πήγε να κάτσει στην διπλανή ξαπλώστρα αλλά την έκοψα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάτσε στην άμμο" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Να στρώσω τουλάχιστον μια πετσέτα;" με ρώτησε. Της έγνεψα καταφατικά. Έστρωσε την πετσέτα και κάθισε οκλαδόν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στεναχώρια τα αγόρια χαρά τα κορίτσια. Μία αντίζηλη λιγότερη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έχεις πολύ όμορφο στήθος" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοκκίνισε. Χαμήλωσε τα μάτια της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αλήθεια ή θάρρος;" τη ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πάλεψε για λίγες στιγμές με τον εαυτό της και τελικά είπε "θάρρος".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αλήθεια ήλπιζα να πει. Well, θα τιμωρούνταν για την εν αγνοία της ανυπακοή στην επιθυμία μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πήγαινε στη φοιτητοπαρέα και ζήτα τους δύο τσιγάρα. Γυμνόστηθη εννοείται".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γούρλωσε τα μάτια της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Εύχεσαι να είχες πει αλήθεια, ε; Be a sport" της είπα. "Off you go" συνέχισα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώθηκε και προχώρησε διστακτικά προς την φοιτητοπαρέα. Πήρε δυο τσιγάρα που σκοτώθηκαν όλα μαζί τ' αγόρια να της δώσουν και γύρισε πίσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σβηστά θα τα καπνίσουμε;" τη ρώτησα όταν γύρισε. "Πήγαινε και ζήτα τους και φωτιά".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα μάτια της σπινθήρισαν για μια στιγμή αλλά υπάκουσε. "Σε καλό δρόμο είμαστε" σκέφτηκα με ικανοποίηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι απλά της άναψαν αλλά της έδωσαν και ένα αναπτήρα. Κόκκινο. Γύρισε και μου τον έδειξε. Πήρα το ένα τσιγάρο και τράβηξα μια ρουφηξιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Νομίζω ότι σου είχα πει ότι είμαι Παναθηναϊκός. Αυτά δεν τα ξεχνάνε."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Συγνώμη" μου είπε χωρίς να το εννοεί ιδιαίτερα. Αλλά το είπε με την κατάλληλη φωνή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι, δεν ήμουν για να σηκωθώ χωρίς να γίνω θέαμα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καθίσαμε για λίγο ακόμα, βασικά περίμενα να μου πέσει αλλά ο άτιμος έκανε κάμποση ώρα. Της είπα να σηκωθεί αλλά να μη ντυθεί από πάνω. Με ακολούθησε στο αυτοκίνητο αλλά δίστασε στην πόρτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν μπορώ να κυκλοφορώ έτσι στην πόλη" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Συμφωνώ απόλυτα" της είπα και χαμογέλασε. Κούνια που την κούναγε. "Βάλε το από πάνω σου και βγάλε το αποκάτω."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κέρωσε. Έχω δει ομοιώματα της Τισό με μεγαλύτερη ζωντάνια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Be a sport" της είπα. "Έχει και συνέχεια".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε πετρώσει και με το δίκιο της εδώ που τα λέμε. Ήταν λιιιιιιιγο too much.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε χρειάζεται να τα βγάλεις εδώ στα όρθια. Μπες στο αυτοκίνητο και βγάλε το αποκάτω σου. Φόρα και τη μπλούζα σου ώστε αν χρειαστεί να μπορείς να το καλύψεις".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φόρεσε τη μπλούζα της και μπήκε στο αυτοκίνητο. Κάθισε στο κάθισμα και με μια κίνηση έβγαλε το αποκάτω του μπικίνι. Μπήκα στο αυτοκίνητο. Της είπα να γυρίσει με κλειστά πόδια ελαφρά προς εμένα. Υπάκουσε. Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά στην αρχή, με πάθος στη συνέχεια. Την ένιωσα να λιώνει στο φιλί και χωρίς να το καταλάβει τα πόδια της άνοιξαν. Την χούφτωσα στο στήθος και έπιασα την πετρωμένη ρόγα του δεξιού της στήθους στο ένα μου χέρι. Την πίεσα δυνατά. Στην αρχή το απολάμβανε αλλά γρήγορα άρχισε να δυσφορεί. Δεν επέμεινα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτό για να μάθεις να ανοίγεις τα πόδια όταν σε διέταξα να τα κρατάς ανοιχτά."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν η στιγμή της αλήθειας. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι την είχα κόψει σωστά. Αν είχα κάνει λάθος πιθανώς να κέρδιζα από βρίσιμο μέχρι σφαλιάρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μάλιστα" μου είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ !&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χαμογέλασα. "Πάμε βολτίτσα της είπα".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και αρχίσαμε να γυρνάμε το νησί χωρίς προορισμό. Απλά μιλούσαμε για τις ζωές μας, είπαμε πράγματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε πει ο ένας στον άλλον. Προσπάθησε κάμποσες φορές να φέρει την κουβέντα σε αυτό που γινόταν αλλά κάθε φορά της άλλαζα την κουβέντα. Χρόνια στο κουρμπέτι είχα μάθει την τεχνική του να αλλάζεις κουβέντα χωρίς ο άλλος να το πάρει χαμπάρι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάποια στιγμή γυρίσαμε στο ξενοδοχείο που μέναμε. Εκεί στο σκοτάδι, έβαλε το κάτω μέρος από το μπικίνι και βγήκαμε από το αυτοκίνητο. Πήγαμε και οι δύο στο δωμάτιό της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πήγαινε να κάνεις ένα ντουζάκι" της είπα. "Με ανοιχτή την πόρτα".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της είχαν φύγει οι περιττές ντροπές. Γδύθηκε μπροστά μου και πήγε στο μπάνιο. Άκουσα το νερό να τρέχει. Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Στερέωσα το τηλέφωνο και εκεί κάτω από το νερό που έτρεχε άρχισα να τη φιλάω. Πέρασα απαλά το χέρι μου από το στήθος της και μετά το κατέβασα κάτω. Άνοιξε ενστικτωδώς τα πόδια της αλλά δεν της έκανα τη χάρη. Την πίεσα απαλά στους ώμους μέχρι που έπιασε το υπονοούμενο και γονάτισε μπροστά μου. Με κοίταξε αλλά δεν έκανε την κίνηση. Δεν της είπα τίποτα, απλά την κοιτούσα και με κοιτούσε. Καθίσαμε να χαλάμε το νερό για κανένα πεντάλεπτο μέχρι που με πήρε διστακτικά στο στόμα της. Την σταμάτησα σχεδόν αμέσως. Απόρησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν θέλω τσιμπούκι" της είπα. "Όχι τώρα" συνέχισα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγνεψε καταφατικά και απλά με κοίταζε γονατισμένη κλείνοντας που και που τα μάτια από το νερό που έτρεχε πάνω μας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάμε έξω" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάω στο δωμάτιό μου να φέρω κάποια πράγματα" της είπα. "Φόρα σε παρακαλώ το νυχτικό σου. Όχι σουτιέν. Κυλοτάκι μπορείς να φορέσεις".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έφυγα χωρίς άλλη κουβέντα και πήγα στο δωμάτιό μου. Έβγαλα το τσαντάκι με τα σύνεργα και τα κοίταξα εξεταστικά. Νωρίς για μαστίγιο, νωρίς για κεριά, πολύ νωρίς για σκοινί. Διάλεξα ένα crop και ένα paddle που τα θεώρησα κατάλληλα. Μετά μπήκα και έκανα άλλο ένα ντους και όταν βγήκα έξω πήγα και κουστουμαρίστηκα. Χτένισα τα μαλλιά μου, έδεσα τη γραβάτα μου σφιχτά και πήγα και της χτύπησα την πόρτα. Φορούσε ένα υπέροχο μοβ ανοιχτό νυχτικό που έδειχνε ακριβώς όσα χρειαζόντουσαν και άφηνε στη φαντασία τα υπόλοιπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τι κι αν την είχα δει πριν; Καύλωσα αμέσως.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι, δεν περίμενε να με δει κουστουμαρισμένο. Κοίταξε εξεταστικά το σάκο που είχα. "Μη φοβάσαι της είπα" και μπήκα μέσα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άνοιξα το σάκο και της τα έδειξα. Όταν πήγε να με ρωτήσει απλά της έβαλα το δάχτυλό μου στο στόμα της νεύοντάς της να σωπάσει. Κάθισα στην πολυθρόνα και τη διέταξα να γονατίσει μπροστά μου χωρίς να είμαι σίγουρος ότι θα το κάνει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονάτισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πιάσαμε την κουβέντα. Της μίλησα για τα πράγματα που είχα αποφύγει να της πω στο αυτοκίνητο παρατηρώντας προσεκτικά τις αντιδράσεις της. Της έδειξα το crop και το paddle.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Απλά στα έφερα να στα δείξω" της είπα. "Δε θα τα χρησιμοποιήσω... όχι σήμερα". Άφησα το "ίσως ποτέ και καλά να περνάς" να αιωρείται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν κάναμε σεξ. Δεν την ακούμπησα καν. Απλά μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε... μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Την καληνύχτισα, της έδωσα ένα απαλό φιλί στα χείλια και την είδα να με κοιτάζει με ονειροπόλο βλέμμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την άλλη μέρα, κατά το μεσημεράκι, άκουσα την πόρτα να χτυπάει. Σηκώθηκα και άνοιξα. Ήταν εκείνη. Της χαμογέλασα και της είπα να περάσει μέσα. Πήγα στο μπάνιο να ετοιμαστώ και βγήκα έξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε καθίσει στην πολυθρόνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισα στο κρεβάτι μου και την κοίταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου" μου είπε. "Σκεφτόμουν την κουβέντα μας".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Ωχ" σκέφτηκα μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το βλέμμα της ήταν ανεξιχνίαστο. Τελικά μάλλον την είχα διαβάσει λάθος και όμως όσο και αν σκεφτόμουν δεν μπορούσα να βρω που είναι αυτό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μου άρεσαν αυτά που μου είπες" ξεκίνησε "αλλά... αλλά δεν είμαι σίγουρη."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν υπάρχει καμιά βιασύνη" την καθησύχασα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου χαμογέλασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μ' ένα μικρό βήμα αρχίζει ακόμα και ένα ταξίδι χιλίων μιλίων" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εντάξει, με πρόλαβε οι Lao Tzu και είναι καρακλισέ. Αλλά είναι αλήθεια. Άλλωστε της το είχα ξαναπεί σε μια άσχετη κουβέντα και μου είχε πει ότι της άρεσε πολύ αυτό το γνωμικό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κομφούκιος" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπερδεύτηκα. Της είχα πει ότι το είχε πει ο Lao Tzu. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Lao Tzu" τη διόρθωσα μηχανικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε και με κοίταξε στα μάτια. "Βάζεις στοίχημα;"&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-7253603166179736903?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/7253603166179736903/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=7253603166179736903' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7253603166179736903'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7253603166179736903'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_7633.html' title='Το στοίχημα'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-3273184545261713231</id><published>2010-09-12T05:39:00.000-07:00</published><updated>2010-09-12T05:40:40.129-07:00</updated><title type='text'>Μια νύχτα στο μπαρ του γαλάζιου σκορπιού</title><content type='html'>&lt;div&gt;Ήμουν κουρασμένος και κακοδιάθετος αλλά δεν είχα όρεξη για ύπνο. Έτσι και αλλιώς τα λιμάνια δεν είναι για να κοιμάσαι. Περπατούσα μέσα στη νύχτα στα κακόφημα σοκάκια της πόλης προσπαθώντας να αποφασίσω ποιο κωλόμπαρο θα μου έτρωγε τα λεφτά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου άρεσε το σχέδιο στη μαρκίζα. Γαλάζιος σκορπιός. Δεν ξέρω και ούτε ενδιαφέρθηκα να μάθω αν το μπαρ λεγόταν όντως έτσι, απλά πέρασα την πόρτα του και μπήκα μέσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αποπνικτική κάπνα, μουσική που άνηκε σε κάποιο ένδοξο παρελθόν, ναυτικοί, νταβατζήδες και γυναίκες τις πιάτσας. Πλησίασα στο μπαρ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι θα πάρεις, όμορφε" με ρώτησε η μπαργούμαν που η εμφάνισή της είχε περάσει και καλύτερες μέρες. Η διαχυτικότητα της με ενόχλησε και αυτή, γυναίκα της πιάτσας το κατάλαβε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ποιος ξέρει τι πετρέλαιο θα μου έβαζε αλλά δεν ήθελα μπύρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ουίσκι" της είπα. "Σκέτο"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν υπήρχε λόγος να δοκιμάσω και το αμφιβόλου ποιότητας νερό από το οποίο είχε φτιαχτεί ο πάγος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ποιο θες, όμορφε;" με ρώτησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάνε μου έκπληξη" της απάντησα. Έτσι κι αλλιώς μπόμπα θα ήταν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισα σ' ένα τραπεζάκι και παρατηρούσα τις πουτάνες. Κάποιες ήταν καλές. Αυτό το βλέμμα να έλειπε. Μου τη δίνει το λάγνο βλέμμα στις πουτάνες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καθένας με τα βίτσια του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άναψα ένα τσιγάρο και χάζεψα την κοπέλα που χόρευε βγάζοντας τα ρούχα της. Έχω δει και καλύτερα στριπτήζ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με πλησίασε μια από τις πεταλουδίτσες. Συνήθως λέω τις πουτάνες πουτάνες αλλά αυτή δεν πρέπει να ήταν και πολύ καιρό στην πιάτσα. Τις καταλαβαίνεις αυτές που τα έχουν δει όλα. Τις κόβεις από το βλέμμα τους.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ήταν όμορφη. Θα μπορούσες να την πεις γλυκιά αλλά ως εκεί. Από σώμα καλή ήταν καθώς τα ρούχα της -ο θεός να τα κάνει- δεν άφηναν και πολλά περιθώρια στην φαντασία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θα με κεράσεις ένα ποτό;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταξα εξεταστικά προσπαθώντας να αποφασίσω αν έχω όρεξη για πήδημα. Βέβαια με δαύτες δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, μπορεί να σε βάλουν γκολ "κερνώντας τες ποτά" και να καταλήξεις στην καλύτερη αδέκαρος και με το πουλί στο χέρι. Ενίοτε και με έντερα έξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αποφάσισα να προχωρήσω στο παρασύνθημα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσα;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμήλωσε το βλέμμα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κατευθείαν στο ψητό, ε;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Εντάξει, ένα ποτό θα στο κεράσω. Πώς το θέλεις το νερό σου;" τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε τα γέλια. Είχε όμορφο γέλιο, δεν το περίμενα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάρε άλλο" μου είπε. "Θα πιω από το δικό σου".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Φώναξα μια σερβιτόρα και της είπα να φέρει ένα μπουκάλι. Θα μου έπιαναν τον κώλο αλλά δε γαμιέται, η νύχτα είχε αποκτήσει ξαφνικό ενδιαφέρον. Όταν το έφερε έκανα να βάλω σ' ένα ποτήρι αλλά με σταμάτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Εγώ" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γέμισε το καινούργιο ποτήρι και μου το έδωσε. Πήρε το δικό μου και το κατέβασε μονοκοπανιά. Το ξαναγέμισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Από πού;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ελλάδα" της απάντησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια σκιά μελαγχολίας πέρασε από το πρόσωπό της. Έκανα το κορόιδο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάντα ήθελα να ταξιδέψω στην Ευρώπη" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν την πίστεψα αλλά δεν το έδειξα. Άλλαξα κουβέντα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσο είσαι;" τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι σε νοιάζει;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Είμαι συναισθηματικός τύπος." της απάντησα ειρωνικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε ξανά τα γέλια. Υπέροχο γέλιο. Της το είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε βαριέσαι" μου απάντησε χαμογελώντας. Και το χαμόγελό της ήταν όμορφο, έκανε πιο γλυκό το πρόσωπό της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Άραγε πως θα ήταν το κλάμα της; Πώς θα ήταν κάτω από τη βίτσα μου;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν απάντησες" της είπα απότομα επαναφέροντάς την. "Πόσο είσαι;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "20" μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Για τόσο περίπου έδειχνε αλλά μ' αυτές ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Μπορεί να ήταν και μικρότερη και δεν ήθελα να έχω μπλεξίματα. Την κοίταξα επιφυλακτικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το κατάλαβε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν μπάζουν ανήλικα εδώ" μου απάντησε. Αλλά πάλι αν έβαζαν θα μου το έλεγε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "I'll take your word" της είπα και ήπια μια γερή γουλιά από το φτηνό ουίσκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καθίσαμε για λίγη ώρα αμίλητοι. Απλά πίναμε. Εγώ παρατηρούσα τους θαμώνες και το διάκοσμο και αυτή παρατηρούσε εμένα. Έπινε σα νεροφίδα. Το τσάκισε το μπουκάλι αλλά δεν έδειξε να επηρεάζεται ιδιαίτερα. Εγώ μάλλον θα κέρδιζα μια γερή πλύση στομάχου αν προσπαθούσα να κάνω το ίδιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάμε;" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έχεις δώμα" τη ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ναι" μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ακόμα ένα λιμάνι, ακόμα ένας γαμιστρώνας. Είχα μια αξιοσημείωτη συλλογή που σήμερα θα εμπλουτιζόταν κι άλλο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσα" τη ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Για όλο το βράδυ;" την ξαναρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου είπε άλλο ποσό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Για περίεργα γούστα;" τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε. Τι όμορφο χαμόγελο!&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι είδους γούστα;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Από αυτά που μπορούν ν' αφήσουν σημάδια πάνω σου" της είπα ωμά. "Όχι μόνιμα πάντως." συνέχισα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι, δεν το περίμενα ότι θα χαμογελάσει αυτή τη φορά. Αχ αυτό το χαμόγελο! Η ζωή καμιά φορά είναι γεμάτη ευχάριστες εκπλήξεις. Μου είπε το ποσό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πλήρωσα σε τιμή πετρελαιοπηγής τη μπόμπα που είχε το μπουκάλι και σηκωθήκαμε. Δεν ήταν μακριά το δώμα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπήκαμε μέσα και κάθισα σε μια πολυθρόνα, που όπως και το δωμάτιο, είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θες κάτι να πιεις" με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αν έψαχνε για μαλάκα δεν θα τον έβρισκε εδώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τότε θα βάλω μόνο για εμένα."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι" της είπα ξανά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δίστασε για λίγο αλλά αποφάσισε να με αγνοήσει. Μπορεί και να το έκανε επίτηδες, δεν ξέρω. "Let the games begin" είπα μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σηκώθηκα από την πολυθρόνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Το όχι σημαίνει όχι" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε στα μάτια. Έκανε να πιάσει το μπουκάλι. Ίσως επίτηδες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της έριξα ένα δυνατό χαστούκι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Το όχι σημαίνει όχι" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μαζεύτηκε. Ξανακάθησα στον καναπέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ντύσου καλύτερα" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε με απορία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε θα το πω δεύτερη φορά".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν είχε και πολλά να βγάλει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι να βάλω" με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάτι που να αφήνει και κάποια περιθώρια στη φαντασία. Be my guest. Α, και θα φορέσεις και σουτιέν και κιλότα".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε ένα φτηνό φόρεμα το οποίο ωστόσο αναδείκνυε τις καμπύλες της. Ήρθε και στάθηκε αντίκρυ μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γονάτισε" τη διέταξα. Υπάκουσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την κοίταζα αμίλητος κάμποση ώρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Είχα κάποτε μια σαν εσένα" της είπα. "Δεν το έκανε για πληρωμή, το έκανε γιατί της άρεσε."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτή με έμπασε σ' αυτά τα κόλπα. Δεν τα ήξερα. Ωστόσο μ' άρεσαν. Από εκεί και πέρα μόνο αυτό ζητάω."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"...έστω και σαν ψευδαίσθηση" είπα μέσα μου. Δεν κορόιδευα τον εαυτό μου, πουτάνα είχα μπροστά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έλα πιο κοντά" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν με πλησίασε τις κατέβασα τις τιράντες του φορέματος. Της έβγαλα το σουτιέν. Τις τσίμπησα δυνατά και τις δύο ρώγες. Δεν φώναξε, δε διαμαρτυρήθηκε. Ο πειρασμός να συνεχίσω έτσι ήταν μεγάλος αλλά γνώριζα τη φύση μου, γνώριζα ότι μπορούσα να ξεφύγω, φοβόμουν πως μπορούσα να ξεφύγω οπότε δεν το άφησα στην τύχη. Σταμάτησα να την τσιμπάω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πες τη λέξη &lt;&lt; Ήμαρτον &gt;&gt;" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δυσκολεύτηκε στην αρχή. Την έβαλα να την πει κάμποσες φορές μέχρι να τη μάθει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όταν δεις πως δεν αντέχεις άλλο, πες αυτή τη λέξη" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τις τσίμπησα τις ρώγες, σιγά στην αρχή, πιο πολύ στη συνέχεια. Άρχισε να ξεφυσάει αλλά δεν είπε τη λέξη. Τα δάχτυλά μου κουράστηκαν προτού την καταφέρω να το πει. Είχε αρκετές αντοχές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της χάιδεψα τις ρώγες ελαφρά. Είχαν πετρώσει. Τις άφησα στην ησυχία τους μέχρι να ξερεθιστούν και μόλις έγινε αυτό τις ξανατσίμπησα. Δεν την έφερα στα όριά της. Απλά συνέχισα μέχρι που είχαν ερεθιστεί τόσο ώστε να μην μπορούν να ξεπρηστούν και η παραμικρή επαφή να φέρνει πόνο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κατέβασα το παντελόνι μου. Την έπιασα από το κεφάλι και την έβαλα να τον πάρει στο στόμα της μαζί με το σλιπ. Στην αρχή δίστασε αλλά ένα τσίμπημα στην ρόγα την έκανε πιο συνεργάσιμη. Σηκώθηκα και έβγαλα και το σλιπ. Την έβαλα και τον πήρε όλο μέσα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Βαθύ λαρύγγι" σκέφτηκα με ικανοποίηση. Αλλά θα μου πεις αν δεν ήξερε να τσιμπουκώνει μάλλον είχε ακολουθήσει λάθος καριέρα. Το ότι μπορεί να είχε ακολουθήσει λάθος καριέρα έτσι κι αλλιώς δεν το πολυσκέφτηκα. Who gives a fuck?&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καλά το πήγαινε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σε μια φάση τραβήχτηκε. "Δεν καταπίνω" με πληροφόρησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της τράβηξα μια πολύ δυνατή σφαλιάρα. Από αυτές που βγάζεις οργή και όχι παιχνίδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μ' αυτά που σε πληρώνω θα χορέψεις και πυρρίχιο άμα γουστάρω" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι ότι ήξερε τι είναι ο πυρρίχιος και όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία. Το έπιασε το υπονοούμενο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένευσε καταφατικά. Κρίμα, ήθελα λίγη περισσότερη κόντρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της έριξα άλλο ένα δυνατό χαστούκι. Δυνατό όμως.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γιατί το έκανες αυτό;" με ρώτησε με φανερή απορία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γιατί δεν ξέρεις τι είναι ο πυρρίχιος" της είπα και της έριξα άλλη μια ξανάστροφη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καλά πήγαινε. Σταμάτησε τις περιττές διαμαρτυρίες και ρίχτηκε επί τω έργω. Έχυσα και δεν της ξέφυγε σταγόνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τώρα έπρεπε να ασχοληθώ με κάτι άλλο μέχρι να ξαναπάρει μπρος το μηχάνημα. Δεν είμαι και παιδαρέλι, πια. Τη χάιδεψα στα μαλιά τρυφερά. Δεν το περίμενε και της άρεσε. Μου άρεσε που της άρεσε. Της άρεσε που μου άρεσε που της άρεσε. Ωραία κόλπα να μπαίνεις σε τέτοιους δαιδάλους, κάνουν καλό στο ηθικό και κακό στα νεύρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της τσίμπησα και τις δύο ρώγες δυνατά. Της ξέφυγε μια φωνή. Ανταπόκριση στα κάτω. Καλά πάμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μείνε με το κιλοτάκι" τη διέταξα. Τσακίστηκε να υπακούσει. Ήθελα λίγο παραπάνω κόντρα. Της έριξα ακόμα ένα χαστούκι, όχι πολύ δυνατό αλλά αρκετό ώστε να λάβω την αμέριστη προσοχή της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε βιαζόμαστε" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγνεψε καταφατικά και έβγαλε πιο σιγά το φόρεμα. Το πέταξε και γονάτισε ξανά μπροστά μου χωρίς να της έχω δώσει διαταγή. "Τα παίρνει τα γράμματα" σκέφτηκα μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με έστειλε όταν με αγκάλιασε από τα πόδια. Του σιναφιού ήταν, μάλλον ήξερε πολύ καλά τι έκανε αλλά... έχουμε κι εμείς τις αδυναμίες μας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πήγαινε στο κρεβάτι και κάτσε στα τέσσερα" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έκανε να σηκωθεί αλλά την κράτησα κάτω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Με τα τέσσερα" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγε, ανέβηκε στο κρεβάτι και κάθισε στα τέσσερα. Με λάθος καμπυλότητα στην πλάτη. Γύρισε να με κοιτάξει. "Μη με κοιτάς" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα στο νεροχύτη όπου ήταν κρεμασμένη μια ξύλινη κουτάλα. Την πήρα και πήγα στο κρεββάτι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Φτιάξε την πλάτη σου" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι που δε θα το έπιανε το υπονοούμενο. Απέκτησε τη σωστή καμπυλότητα. Υπέροχος κώλος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη χάιδεψα στους γλουτούς και μετά τους έδωσα ένα ελαφρό χαστούκι με το χέρι. Μετά πιο δυνατό. Μετά πιο δυνατό. Μετά πιο δυνατό. Φάνηκε να το απολαμβάνει αλλά βγάζεις άκρη με δαύτες; Τη βάραγα -όχι πάντως αρκετά δυνατά- για κάμποση ώρα μέχρι που απέκτησε ένα ικανοποιητικό κοκκίνισμα. Μετά έπιασε δουλειά η κουτάλα μέχρι που μου είπε "Ήματρον". Τυπικά το είπε λάθος οπότε θα μπορούσα να το συνεχίσω. Απλά της έριξα άλλη μία -έτσι, για να μάθει να λέει το safeword σωστά- και σταμάτησα. Τη χάιδεψα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ωραία πλάτη. Κρίμα να μην έχω μαστίγιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μήπως σου βρίσκεται κανένα μαστίγιο;" τη ρώτησα χωρίς ιδιαίτερη ελπίδα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δε θα έλεγα ότι με σόκαρε το "Όχι". Ίσως πάλι και να είχε. Δε γαμιέται, δεν κάθησα να το ψάξω περισσότερο. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάτσε εκεί που είσαι" της είπα και πήγα στο ψυγείο. Άνοιξα την κατάψυξη όπου δίπλα από κάτι που θύμιζε κοτόπουλο ήταν τα παγάκια. Αναρωτήθηκα φευγαλαία τι να ήταν αυτό που θύμιζε κοτόπουλο. Περίεργο πράγμα τι σκέφτεται το μυαλό του ανθρώπου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχε πλάκα το πόσο γρήγορα θυμήθηκε το "Ήμαρτον" όταν άρχισα να τη χαϊδεύω με τα παγάκια στα απόκρυφα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του αντοχές. Κρίμα που δεν είχα μαστίγιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Είσαι σίγουρη ότι δε σου βρίσκεται κανένα μαστίγιο πρόχειρο;" την ξαναρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν σίγουρη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβγαλα ένα παμπάλαιο λαμπατέρ από την πρίζα. Ευτυχώς -για το σκοπό που το ήθελα- είχε λεπτό καλώδιο. Ξεχαρβάλωσα το λαμπατέρ και πήρα το καλώδιο στα χέρια μου. Το τύλιξα μια στο χέρι μου και της έριξα μια στον κώλο. Ωραίο τίναγμα. Τις έριξα μερικές ακόμα, όχι ιδιαίτερα δυνατές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Στην πλάτη ήταν. Στην τρίτη είχε "Ήμαρτον" και αρκετά νευριασμένο. "Αυτά είναι" σκέφτηκα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μήπως προτιμάς τα παγάκια;" τη ρώτησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όχι δεν τα προτιμούσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Παγάκια λοιπόν" της είπα και σφίχτηκε. Της έκανα έκπληξη και τις έριξα μια με το καλώδιο στον κώλο. Μετά μια στην πλάτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβαλε τις φωνές! Δε σηκώθηκε όμως, έμεινε εκεί. Μετά ξανάβαλε τις φωνές όταν άρχισα να την ξανατρίβω στα απόκρυφα με τα παγάκια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έβγαλα ένα προφυλακτικό και το φόρεσα. Μετά σάλιωσα το δάχτυλό μου και της το έβαλα ελαφρά από πίσω. Το τράβηξα με μια ξαφνική συχασιά. Καθαρή ήταν αλλά δεν είχα όρεξη για πειραματισμούς. Δεν ήταν δα και σκλάβα μου. Τη σάλιωσα και αποφάσισα να την ανοίξω σιγά σιγά με τον πούτσο. Δεν είμαι δα και ο John Holms και δεν ήταν και καμιά παρθένα. Όχι ότι δεν πόνεσε, πόνεσε. Αλλά στο γαμήσι δεν έχει "Ήμαρτον". Άρχισα να τη σοδομίζω με μανία ενώ δεν είχε ανοίξει καλά καλά. Άρχισε να κλαίει -τι παράξενο!- αλλά δεν τραβήχτηκε. Το υπέμεινε, όχι ότι μπορούσε και να κάνει αλλιώς έτσι όπως την είχα πιάσει. Την πηδούσα με μανία, της τράβαγα το μαλί, τις έριχνα στον κωλομέρια και την χούφτωνα δυνατά από τα βυζιά. Πάνω στον ενθουσιασμό μου βγήκε κάμπσοσες φορές για να ξαναμπεί κάθε φορά με ένα απολαυστικό πονεμένο "Αχ".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τέλειωσα και τραβήχτηκα. Έβγαλα το προφυλακτικό προσεκτικά και το άδειασα πάνω της. Την πασάλειψα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έμεινε εκεί στα τέσσερα κλαίγοντας. Δεν ήξερα γιατί έκλαιγε, δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο. Πρωτάρα δεν ήταν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα και ξάπλωσα δίπλα της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ξάπλωσε" τη διέταξα. "Ξάπλωσε και γύρνα να με κοιτάς".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το έκανε. Τη χάιδεψα στο πρόσωπο. Αχ αυτό το χαμόγελο της. Συνέχισα να τη χαϊδεύω στο πρόσωπο και στο μαλί και τριβόταν σα γατούλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μόνο το χουρχουρητό έλειπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήμουν ξεθεωμένος. Την έβαλα να γυρίσει και την πήρα spoon hug. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έτσι ξυπνήσαμε το πρωί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξα το ρολόι μου. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ωχ, θα με γαμήσουν" είπα μέσα από τα δόντια μου... στα ελληνικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε νυσταγμένη. "Τι είπες;" με ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τίποτα".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θες καφέ" με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Still not feeling risky. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Όχι, ευχαριστώ έχω αργήσει."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της άφησα τα λεφτά στο κομοδίνο. Συν κάτι για τη λάμπα. Συν κάτι γιατί... γιατί έτσι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τη χάιδεψα στο πρόσωπο και τη φίλησα ανάλαφρα στα χείλη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αντίο" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έφυγα σχεδόν τρέχοντας για το καράβι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ακόμα ένα λιμάνι, ακόμα ένας γαμιστρώνας.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-3273184545261713231?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/3273184545261713231/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=3273184545261713231' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3273184545261713231'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/3273184545261713231'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_12.html' title='Μια νύχτα στο μπαρ του γαλάζιου σκορπιού'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-2453100297620874786</id><published>2010-09-08T22:54:00.000-07:00</published><updated>2010-09-13T01:49:31.064-07:00</updated><title type='text'>Για πάντα</title><content type='html'>&lt;div&gt;- "Κοιλιακή μαρμαρυγή"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Φέρτε τον απινιδιστή"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "300... απομακρυνθείτε"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το σώμα σπαρτάρισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονατισμένη μπροστά του ακουμπάει το σαγόνι της στο γόνατό του ενώ το χέρι του της χαϊδεύει το κεφάλι. Χαμογελά χωρίς να τον κοιτάζει ενώ το κεφάλι της στρέφει ελαφρά προς τη μεριά του χαδιού. Εκεί καθώς είχε γαληνέψει ταράχτηκε από τον ήχο του κινητού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνος το κοίταξε χωρίς ενδιαφέρον.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε θα το απαντήσεις" τον ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι της είπε"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι περίεργος ήχος είναι αυτός που έχεις" του είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Είναι ο ήχος του game over από ένα παλιό παιχνίδι υπολογιστή" της εξήγησε. "Του Monty on the run".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πολύ θλιβερός ήχος" του είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάθε τέλος έχει θλίψη" της απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και γιατί τον έχεις ως ήχο στα μηνύματα;" τον ρώτησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γιατί μ' αρέσει ως ήχος. Don't read too much in that." &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ακόμα..."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "320... απομακρυνθείτε"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμήλωσε και άρχισε να του φιλάει τα γυμνά του πόδια. Αργά, ηδονικά, η γλώσσα της εξερευνούσε κάθε μέρος του ποδιού του ενώ ανέβαινε σιγά, βασανιστικά σιγά, προς τα πάνω. Του έγλυψε το κεφαλάκι και μετά τον πήρε μέσα στο στόμα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένας βαθύς ήχος ικανοποίησης βγήκε από το στόμα του. Εκείνη τη στιγμή το κινητό χτύπησε καθώς ήρθε νέο μήνυμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνη έκανε να τραβηχτεί μα εκείνος δεν την άφησε. Την πίεσε στο κεφάλι και την έκανε να τον πάρει όλο μέσα στο στόμα της. Η κοπέλα πνίγηκε για λίγο αλλά κατάφερε να συνεχίσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ξέρεις..." της είπε "υπάρχει κάτι το απίστευτα μοναδικό όταν σου κάνει πίπα μια σκλάβα. Φυσικά δεν το κάνουν μόνο οι σκλάβες και υπάρχουν και πολλές βανίλα οι οποίες μπορούν να το κάνουν ίσως και καλύτερα. Αλλά όσο καλά και αν το κάνουν δεν μπορούν να προσφέρουν αυτό που προσφέρει μια σκλάβα, το απόλυτο δώσιμο. Αυτό το δώσιμο είτε στην πίπα είτε ακόμα και σε κάτι τελείως μη ερωτικό, είναι για τον Αφέντη σχεδόν κάτι το οργασμικό".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνη φυσικά δεν μπορούσε να απαντήσει αλλά συνέχισε να του προσφέρει ικανοποίηση με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τίποτα."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;-"340, πάμε πάλι. Απομακρυνθείτε"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μην καταπιείς αν δε σου πω... Αααααααχ" φώναξε τη στιγμή που τελείωνε. Είχε πολύ καιρό να το νιώσει τόσο έντονα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τραβήχτηκε από το στόμα της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Άνοιξέ το να τα δω" της είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα άνοιξε προσεκτικά το στόμα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κοίτα με στα μάτια".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τον κοίταξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κατάπιε" τη διέταξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα κατάπιε ενώ το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το κινητό χτύπησε καθώς ήρθε και τρίτο στη σειρά μήνυμα. Δεν έκανε καν τον κόπο να το κοιτάξει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η κοπέλα του αγκάλιασε ξανά το αριστερό πόδι και γέρνοντας το κεφάλι της στα γόνατά του τον κοίταξε χαμογελαστή.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θα μπορούσα να μείνω για πάντα εδώ" της είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Για πάντα" τον ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Για πάντα" της απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο γιατρός πέταξε πέρα το μηχάνημα. Τον είχε χάσει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ώρα θανάτου 00:23" είπε και πέταξε σε ένα κάδο τα ματωμένα γάντια.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-2453100297620874786?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/2453100297620874786/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=2453100297620874786' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/2453100297620874786'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/2453100297620874786'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post_08.html' title='Για πάντα'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-6717068618432310545</id><published>2010-09-08T22:47:00.000-07:00</published><updated>2010-09-08T22:52:41.484-07:00</updated><title type='text'>Η σειρήνα</title><content type='html'>&lt;div&gt;Κάθισα στον καναπέ και γονάτισε μπροστά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάτσε δίπλα μου" της είπα. "Θέλω να σου πω μια ιστορία".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθισε δίπλα μου αγκαλιάζοντας τα γόνατά της και κοιτώντας με στα μάτια περιμένοντας την ιστορία να αρχίσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάνε πολλά χρόνια" ξεκίνησα. "Ήμουν 20 χρονών παλικάρι, στο πρώτο μου μπάρκο..."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μπουένος Άιρες. Πρώτη φορά στη ζωή μου περνούσα τη γραμμή του ισημερινού. Θα ήταν Μάης μήνας. Ίσως και Ιούνης. Έκανε κρύο, τυλιγμένος σφιχτά στο πανωφόρι μου προχωρούσα σε ένα άθλιο σοκάκι ψάχνοντας το μπαρ του Μαρσελίνο. Δοκίμασε το ματέ του μου είχαν πει. Και τις πουτάνες του. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν εντυπωσιάστηκα όταν το βρήκα. Μπήκα μέσα στην άθλια τρύπα του αγοραίου έρωτα και του δυνατού πιοτού απλά για να ξεσπάσω και να ξεδώσω. Η θάλασσα... μια ατελείωτη μπλε μονοτονία. Πόσο διαφορετική ήταν η ζωή του ναυτικού απ' όσο την είχα φανταστεί πριν μπαρκάρω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένα απαρχαιωμένο jukebox έφτυνε νωχελική μουσική. Τα πρόσωπα το ένα χειρότερο από το άλλο. Χυδαία βλέμματα γεμάτα μίσος και περιφρόνηση... και παραίτηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Παραίτηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένας καλοντυμένος και καλοστεκούμενος ηλικιωμένος με παρατηρούσε. Η εμφάνισή του δεν ταίριαζε με το μέρος. Με κοίταξε για λίγο αλλά έστρεψα το βλέμμα μου. Αν ήθελε πούτσο ας έψαχνε αλλού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μου έφυγε η όρεξη να δοκιμάσω ματέ. Ζήτησα μια μπύρα. Πηγαίνοντας να κάτσω στο τραπέζι έπεσε πάνω μου μια μεθυσμένη πόρνη. Ούτε που πήρε χαμπάρι τι έγινε. Βλαστήμησα δυνατά καθώς το μπουκάλι έπεσε και έσπασε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο ηλικιωμένος τότε μου μίλησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έλληνας ε;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν χάρηκα. Δεν ήθελα κουβέντα, δεν ήθελα παρέα, ήθελα απλά να πιω χωρίς να λέω και να ακούω τίποτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο ηλικιωμένος επέμεινε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ένα να σε κεράσω ένα ποτό αγόρι μου."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δε φαντάστηκα ότι θα του έλειπαν οι συμπατριώτες, υπήρχαν αρκετή στην Αρτζεντίνα. Πούτσο θέλει, αποφάσισα μέσα μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν ενδιαφέρομαι" του απάντησα ξερά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα μια πόρνη. Ο ηλικιωμένος με ξέχασε καθώς την παρατηρούσε προσεκτικά. Έχασε το ενδιαφέρον του και έστρεψε το βλέμα του προς εμένα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πρώτο μπάρκο, ε;" μου είπε αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν ερώτηση ή απλά παρατήρηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κάτσε να σε κεράσω ένα ποτό" συνέχισε και διαβάζοντας το βλέμμα μου έσκασε στα γέλια "Δεν είμαι αδερφή αν αυτό φοβάσαι."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Δε γαμιέται" είπα μέσα μου. Πήγα και κάθισα στο τραπέζι του.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι θα πάρεις αγόρι μου" με ρώτησε; &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μπύρα"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε με κάποια απογοήτευση αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Παρήγγειλε την μπύρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η πόρτα άνοιξε και για λίγο ο μπάρμπας με ξέχασε κοιτάζοντας με προσοχή. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Περιμένεις κάποιον;" τον ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Εδώ και πολλά χρόνια..." μου απάντησε κομπιάζοντας στο τέλος. "...πολλά χρόνια"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ποιον περιμένεις" τον ρώτησα περισσότερο από ευγένεια παρά γιατί ενδιαφερόμουν για την απάντηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τη Σειρήνα" μου είπε ενώ το βλέμμα του καρφώθηκε στην πόρτα που άνοιξε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν είπα τίποτα. Τράβηξα μια γερή ρουφηξιά από τη μπύρα και παρέμεινα αμίλητος.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πιστεύεις στις Σειρήνες;" με ρώτησε;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όσο πιστεύω στη Σκύλα και τη Χάρυβδη" του απάντησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και όμως..." μου είπε "υπάρχει πάντα κάποια..."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σε κάθε λιμάνι;" τον ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Για κάθε άντρα" μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τράβηξα άλλη μια ρουφηξιά από τη μπύρα. Ο ηλικιωμένος χωρίς να νοιάζεται αν ακούω, χωρίς να με κοιτάει, περισσότερο μιλώντας στον εαυτό του παρά σ' εμένα ξεκίνησε την ιστορία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάνε 40 χρόνια" μου είπε "από τη μέρα που γνώρισα τη σειρήνα μου"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν πανώρια. Όχι, δεν υπερβάλλω, ήταν πανώρια. Είχε εξώκοσμη ομορφιά. Ήταν δεν ήταν 16 χρονών κορίτσι και οι πελάτες σκοτωνόντουσαν ποιος θα την πρωτοκλείσει. Δεν ήξερα... δεν μπορούσα να καταλάβω τι δουλειά είχε μια τέτοιας ομορφιάς κοπέλα σ' αυτό το φτηνό μπουρδελομάγαζο. Ο νταβατζής της καθόταν ανόρεχτα και παρακολουθούσε το κάθε καρυδιάς καρύδι να υψώνει την προσφορά του. Μα κάθε νέα τιμή αντί να τον χαροποιεί, τον χάλαγε. Το έβλεπα, σκοτείνιαζε το βλέμμα του. Ούτε που το σκέφτηκα όταν έκανα την προσφορά που κανείς δεν μπορούσε να την κοντράρει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πλουσιόπαιδο ήμουν. Μπάρκαρα από αντίδραση, από βαρεμάρα από σιχασιά για την ίδια μου την εύκολη ζωή. Τα λεφτά όμως δεν τα απαρνήθηκα. Εκ του ασφαλούς.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν έχει σημασία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγαμε σε ένα φτηνό μοτέλ. Την είχα κλείσει για όλη τη βραδιά. Κάθισα στο κρεβάτι ενώ εκείνη με περίμενε. Όταν είδε ότι δεν έκανα καμιά κίνηση να γδυθώ άρχισε να γδύνεται εκείνη και όταν τα πέταξε όλα ήρθε προς εμένα. Μου χάιδεψε το πέος και προσπάθησε να ξεκουμπώσει το παντελόνι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σταμάτα" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Α, είσαι από κείνους" μου είπε με σπαστά αγγλικά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ποιους εκείνους;" τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν μου απάντησε. Απλά πήγε και κάθισε στην ξεχαρβαλωμένη καρέκλα, το μόνο έπιπλο εκτός του κρεβατιού που διέθεται ο φτηνός γαμιστρώνας. Κάθησε ανάποδα στην καρέκλα έτσι ώστε να τη βλέπω. Γύρισα αλλού το βλέμα μου, δεν άντεχα να την κοιτάξω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Με γαμήσεις δε με γαμήσεις θα πληρώσεις" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Λες και δεν το ήξερα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Καθίσαμε εκεί όλο το βράδυ. Εκείνη να με κοιτάζει αμίλητη και εγώ να προσπαθώ να μην την κοιτάξω. Όταν χάραξε σηκώθηκε κι έφυγε. Δεν το κατάλαβα παρά πολύ αργότερα αλλά εκείνη ήταν η νυχτιά που πρωτάκουσα το τραγούδι της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πρέπει να φύγω" του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν αποκρίθηκε. Κοίταξε την πόρτα που άνοιξε και είδε αυτή που μπήκε. Έστρεψε το βλέμμα του αλλού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σ' ευχαριστώ για το κέρασμα". Εξακολούθησε να μη μου απαντάει. Σηκώθηκα και έφυγα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το ίδιο βράδυ στριφογύριζα στην κουκέτα μου βλέποντας ανήσυχα όνειρα. Την άλλη μέρα αποφάσισα να επιστρέψω στο στέκι του Μαρσελίνο ελπίζοντας να ακούσω τη συνέχεια. Τον βρήκα εκεί, στο ίδιο τραπέζι σε μια σκοτεινή γωνία. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Καλησπέρα" του είπα. "Μπορώ να καθίσω;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και το ρωτάς παλικάρι μου;" με ρώτησε. "Τι θες να σε κεράσω;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τη συνέχεια της ιστορίας" του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σκοτείνιασε το πρόσωπό του. Σκοτείνιασε, μα δεν αρνήθηκε να συνεχίσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Εκείνη τη νυχτιά πρωτάκουσα το τραγούδι της. Το ίδιο βράδυ ξαναπλήρωσα ένα εξωφρενικό ποσό για να την κρατήσω για πάρτη μου. Δεν την πήγα σε γαμιστρώνα, την πήγα στη σουίτα ενός πανάκριβου ξενοδοχείου. Δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Δεν έδειξε να νοιάζεται.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μη γδυθείς" της είπα. "Θέλω απλά να μιλήσουμε".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Και τι έχουμε να πούμε" μου αποκρίθηκε; "Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος" συμπλήρωσε χωρίς ωστόσο να δώσει συνέχεια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ήξερα τι να πω. Δεν έβρισκα τι να πω. Δεν είχε σκοπό να μου μιλήσει γι αυτό της μίλησα εγώ για τη ζωή μου. Για τα πλούτη μου, για τη βαρεμάρα μου, για τη σιχασιά του ίδιου μου του εαυτού. Για την αρμύρα και τη θάλασσα, για τον έρωτα και το θάνατο. Μίλαγα όλο το βράδυ και εκείνη απλά με άκουγε. Αμίλητη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πριν φύγει με κοίταξε στα μάτια. "Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος" επανέλαβε. Έφυγε χωρίς να πει άλλη κουβέντα και με άφησε στο κρεββάτι μου, ανίκανο να μιλήσω, ανίκανο να κουνηθώ, ανίκανο καν να σκεφτώ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την άλλη μέρα είχα πάρει την απόφασή μου, θα την έκανα δική μου. Βρήκα τον νταβά της και του έκανα μια εξωφρενική προσφορά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν είναι για πώληση" μου είπε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται" του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με κοίταξε χαμογελώντας πικρά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν είσαι ο πρώτος ούτε θα είσαι ο τελευταίος" μου είπε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έφυγα οργισμένος. Το μυαλό μου είχε θολώσει, έκανε όλων των ειδών τα παλαβά σχέδια. Το τραγούδι της σειρήνας με έσπρωχνε προς στα βράχια αλλά όλες οι αισθήσεις μου, όλα τα ένστικτά μου είχαν μουδιάσει. Δε μ' ενδιέφερε τίποτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την άλλη μέρα ξαναπήγα αποφασισμένος στο νταβατζή της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσα;" του είπα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ανόητε" μου είπε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσα;" του ούρλιαξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε. Ούτε που το σκέφτηκα όταν τράβηξα το μαχαίρι. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση εγώ, ένα βουτυρόπαιδο, να τα βγάλω πέρα μ' ένα μαχαιροβγάλτη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν δοκίμασε καν να αμυνθεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Του πίεσα στο μαχαίρι στο μέρος του νεφρού.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πόσα, πανάθεμά σε, πόσα;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ανόητε" μου είπε ξανά. "Δεν καταλαβαίνεις, με τα λεφτά αυτά δεν αγοράζεις τη σειρήνα. Με τα λεφτά αυτά πουλάς τον εαυτό σου."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πάψε" ούρλιαξα. "Ποσα; Πόσα πανάθεμά σε, θα σε σκοτώσω, πόσα;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Και τότε έκανε κάτι ακατανόητο. Πήρε το χέρι μου και έμπηξε το μαχαίρι μέσα του. Το στριφογύρισε. Έπεσε κάτω χωρίς να βγάλει άχνα. Στο πρόσωπό του δεν ήταν ζωγραφισμένος ο πόνος. Δεν ήξερα τι ήταν. Λύτρωση; Πίστευα πως ποτέ δεν θα το καταλάβω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μακάρι να μην το είχα καταλάβει ποτέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Προσεκτικά ξεκάρφωσα το μαχαίρι. Το σκούπισα με ένα μαντήλι και το πήρα μαζί μου. Σε κανέναν δε θα έλειπε ο νταβατζής.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πήγα στο μπαρ και την πήρα από το χέρι. "Είσαι δική μου" της είπα. Με ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτή τη φορά την ξαναπήγα σε ένα φτηνό γαμιστρώνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γδύσου" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υπάκουσε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Γονάτισε" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γονάτισε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου, το κατέβασα και έβαλα το πρησμένο μου όργανο στο στόμα της. Όταν τέλειωσα με κοίταξε στα μάτια. Κατάπιε και μου είπε "Ικανοποιήθηκες;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγινα έξω φρενών. Χωρίς καν να το σκεφτώ της έδωσα μια σφαλιάρα που γύρισε το πρόσωπό της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν έβγαλε άχνα. Απλά με κοίταξε στα μάτια.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Αυτό με εξόργισε ακόμα περισσότερο. Της έριξα ακόμα πιο δυνατή σφαλιάρα. Τίποτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την πέταξα πάνω στο κρεβάτι, έβγαλα τη ζώνη μου και άρχισα να τη χτυπάω με μανία. Είχα θολώσει και όσο δεν έβγαζε κουβέντα τόσο πιο πολύ με εξαγριώνε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το όργανό μου είχε ξαναπρηστεί. Την έβαλα να κάτσει στα τέσσερα και την σοδόμισα άγρια. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν τέλειωσα απλά ξάπλωσε πάλι και με κοίταξε που είχα πέσει λαχανιασμένος δίπλα της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δε με κοίταξε με μίσος. Δε με κοίταξε με περιφρόνηση. Δε με κοίταξε με αδιαφορία. Δεν με κοίταξε με αγάπη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Νεκρά μάτια. Πεθαμένα. Το καταλαβαίνεις; Πεθαμένα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοιμήθηκα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Όταν ξύπνησα το κρεβάτι μου ήταν άδειο. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είχε φύγει αλλά δεν είχε φύγει. Είχε ντυθεί και καθόταν στην καρέκλα. Το πρόσωπό της ήταν μαυρισμένο από το χτύπημα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ένιωσα φοβερές τύψεις.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έλα εδώ" της είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Υπάκουσε μηχανικά. Την πήρα στην αγκαλιά μου και άρχισα απλά να τη χαϊδεύω. Απλά αφέθηκε στο χάδι μου χωρίς να δείξει συναισθήματα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι ζητάς" της είπα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτό που ζητάω δεν μπορείς να μου το δώσεις" μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου" της είπα με ξαφνική κακία. "Μια πουτάνα του δρόμου είσαι."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι δεν είμαι πουτάνα του δρόμου. Δική σου είμαι. Μα αυτό που ζητάω δεν μπορείς να μου το δώσεις".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θα κάτσεις εδώ και θα με περιμένεις" τη διέταξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την ίδια μέρα πήγα στο καράβι και πήρα τα πράγματά μου. Η ναυτική μου περιπέτεια είχε τελειώσει. Όταν επέστρεψα στο γαμηστρώνα την βρήκα εκεί, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, βυθισμένη στις σκέψεις της. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;-"Πάμε" τη διέταξα. Με ακολούθησε υπάκουα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κοίταξα το ρολόι μου. Έπρεπε να επιστρέψω στο βαπόρι. Η πόρτα άνοιξε και ο γέρος την κοίταξε με ελπίδα, ελπίδα που έσβησε όπως κάθε φορά μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θα επιστρέψω το βράδυ" του είπα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν τήρησα το λόγο μου. Δεν έφταιγα εγώ, απλά έτυχαν δουλειές και δεν βρήκα την ευκαιρία να ξαναπάω να τον βρω μέχρι που ξαναμπαρκάραμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πέρασαν τρία χρόνια πριν ξαναβρεθώ στο Μπουένος Άιρες. Πήγα σ' εκείνο το μπαρ, ελπίζοντας να δω τον γέρο, ελπίζοντας να ακούσω τη συνέχεια της ιστορίας. Μπορεί να ήταν η δική του σειρήνα που τον είχε μαγέψει αλλά ο αντίλαλος της στις πλαγιές του χρόνου δε με είχε αφήσει ανεπηρέαστο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήταν ακόμα εκεί. Στην ίδια καρέκλα. Κοιτώντας με ελπίδα την πόρτα κάθε φορά που άνοιγε, πριν σβήσει η ελπίδα και ξαναβυθιστεί στη μελαγχολία του. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Με θυμάσαι" τον ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σε θυμάμαι, παλικάρι μου. Τι θες να σε κεράσω";&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Θέλω να ακούσω τη συνέχεια" του είπα. "Είχαμε μείνει..."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Με διέκοψε: "Ξέρω που είχαμε μείνει."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την έκανα κυρία. Της αγόρασα τα πιο ακριβά φορέματα, τα πιο υπέροχα κοσμήματα. Με ευχαριστούσε, χωρίς να το εννοεί ιδιαίτερα, ικανοποιούσε πρόθυμα ακόμα και τις πιο εκκεντρικές μου σεξουαλικές ορέξεις αλλά... αλλά δεν ήταν δική μου. Ποτέ δεν ήταν δική μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Μια μέρα την έπιασα να τσιμπουκώνει έναν καμαριέρη. Τους έπιασα στα πράσα και ο φουκαράς ο πιτσιρίκος κοκάλωσε αλλά η άτιμη δεν σταμάτησε. Είχα οργιστεί και είχα ηδονιστεί και το μυαλό μου δεν μπορούσε να πάρει στροφή. Την άρπαξα από το μαλλί και την πέταξα πέρα. Ο μικρός με κοίταξε έντρομος και έφυγε με τα παντελόνια κάτω όταν απλά του είπα να εξαφανιστεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έτσι λοιπόν;" τη ρώτησα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Το ίδιο βράδυ την έφερα εδώ, στο Μαρσελίνο. Μαζεύτηκαν όλοι σαν τις νυχτοπεταλούδες στη λάμπα. Άρχισαν να μου κάνουν προσφορές.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Κερνάει το μαγαζί" τους είπα. "Όλοι θα πάρετε"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Την γαμούσαν όλο το βράδυ. Δυο και τρεις μαζί. Εγώ σε μια γωνιά παρακολουθούσα, και όταν τέλειωνε η μια ομάδα φώναζα την επόμενη. Όταν τέλειωσαν και οι τελευταίοι τη διέταξα να ντυθεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτό θέλεις" τη ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Αυτό που θέλω δε μπορείς να μου το δώσεις" μου απάντησε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Γύρισαν τα μυαλά μου. Την άρπαξα από το λαιμό και άρχισα να τη στραγγαλίζω. Δεν έκανε προσπάθεια να ξεφύγει. Την έσφιγγα, την έσφιγγα, την έσφιγγα... &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Δεν ξέρω πως κατάφερα να σταματήσω. Την έσπρωξα πέρα τρομαγμένος βλέποντάς την να βήχει και να πασχίζει να πάρει ανάσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δεν είσαι ο πρώτος ούτε θα είσαι ο τελευταίος" μου είπε. "Θέλεις να με σώσεις. Σου ανήκω, με αγαπάς, με μισείς, με έχεις ερωτευτεί, με χαϊδεύεις, με χτυπάς... μα δεν καταλαβαίνεις. Μακάρι να καταλάβαινες."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Φύγε" της είπα. Δεν ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έμενε ζωντανή αν συνέχιζε να με προκαλεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είδα ένα αδιόρατο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπό της. Ντύθηκε και έφυγε. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ήρθε πίσω μετά από μερικές μέρες σα να μην είχε γίνει τίποτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Για ένα χρόνο την έκανα τη ζωή κόλαση. Τη χτυπούσα, την έβαζα να γαμηθεί με το καθένα, την έβριζα... την έδιωχνα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθε φορά ξαναγύριζε. Μα κάθε φορά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Κάθε φορά τη ρωτούσα "γιατί γυρνάς σ' εμένα πανάθεμά σε" και κάθε φορά χαμογελούσε αδιόρατα και φιλούσε τα χέρια που τη χτυπούσαν, φιλούσε τα πόδια που την κλώτσαγαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχα γίνει ράκος. Είχα χάσει πολλά κιλά και έπινα του θανατά. Κάποια στιγμή δεν άντεξα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Φύγε" της είπα. "Φύγε και μην ξαναγυρίσεις".&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε πάλι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Όχι."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τελικά έφυγα εγώ. Αποφάσισα ότι δεν ήθελα να πεθάνω από το ποτό στα 30 μου. Γύρισα στην πατρίδα με την ουρά στα σκέλια. Αυγάτισα την περιουσία του πατέρα μου, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, έκανα εγγόνια, γύρισα τον κόσμο. Έκανα τα πάντα που θα μπορούσαν να κάνουν ένα άνθρωπο ευτυχισμένο αλλά όσο μακρυά και αν έτρεξα δεν ξέφυγα από αυτό που με στοίχιωνε. Όταν πέθανε η γυναίκα μου ξαναγύρισα στην Αργεντινή..."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Σταμάτησε να μιλάει καθώς η πόρτα άνοιξε. Την κοίταξε με ελπίδα αλλά η ελπίδα γρήγορα βούλιαξε και ξανάδωσε την προσοχή του σ' εμένα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ελπίζεις να την ξαναδείς;" τον ρώτησα;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έφαγα τον κόσμο να την ψάχνω..." μου είπε. "Έβαλα λυτούς και δεμένους. Τίποτα. Μα όσο έχω ανάσα ελπίζω πως μια μέρα η πόρτα θ' ανοίξει και θα μπει εκείνη. Η Σειρήνα μου."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Δε φοβάσαι να κυνηγάς Χίμαιρες;" τον ρώτησα. "Δεν φοβάσαι πως έχεις λατρέψει μια ξεθωριασμένη ανάμνηση, δε φοβάσαι πως αν την δεις θα γκρεμιστεί το όνειρο;"&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Χαμογέλασε με πίκρα. "Ξεθωριασμένη;" με ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Τι ζητάς επιτέλους;" τον ρώτησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Σαρανταπέντε χρόνια τώρα αναρωτιέμαι..." μου είπε "αν είναι η σειρήνα που σε μαγεύει ή το τραγούδι της". "Βλέπεις..." συνέχισε "κάποια στιγμή κατάλαβα πως αυτό που ζητούσε της το είχα προσφέρει. Αλλά δεν άντεξα... δεν άντεξα να την ψάξω. Πρόδωσα εκείνην και πρόδωσα κι εμένα."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;"Ψάχνω την εξιλέωση" μου είπε και το βλέμμα του βυθίστηκε στο σκοτάδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;...&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Έφυγα ταραγμένος όσο ποτέ μου." της είπα κοιτάζοντάς την χωρίς να εστιάσω.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Παράτησα τα καράβια..." συνέχισα "και γύρισα στην Ελλάδα. Δεν άντεχα... δεν άντεχα το γεγονός ότι μπορεί να ξαναγύριζα και να έβλεπα το γέρο να περιμένει ακόμα ελπίζοντας κάθε φορά που η πόρτα άνοιγε."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είχα δακρύσει χωρίς να το καταλάβω. Η κοπέλα με κοίταξε στα μάτια χωρίς να πει τίποτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Της είπα να έρθει πλάι μου, την πήρα αγκαλιά και άρχισα να τη χαϊδεύω τρυφερά στα μαλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Είμαι γεμάτος άνθρωπος" της είπα. "Είμαι γεμάτος γιατί έχω ένα μικρό κενό που ποτέ του δε θα γεμίσει."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Έγνεψε καταλαβαίνοντας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Ποτέ δεν έμαθα και ποτέ δε θέλησα να μάθω. Ποτέ δε θέλησα να γεμίσω το κενό.  Δεν ξέρω. Δεν θέλω να ξέρω."&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τα μάτια μου έτρεχαν για τα καλά. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- "Μου αρκεί που έχω την ελπίδα πως μια μέρα η πόρτα άνοιξε και ο γέρος αντίκρισε ξανά τη Σειρήνα του".&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-6717068618432310545?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/6717068618432310545/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=6717068618432310545' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6717068618432310545'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/6717068618432310545'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2010/09/blog-post.html' title='Η σειρήνα'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-7878555958732712553</id><published>2008-04-01T14:56:00.000-07:00</published><updated>2008-04-01T15:03:21.398-07:00</updated><title type='text'>The End</title><content type='html'>Ένιωσε πάλι τον εαυτό του να χάνεται. Βγήκε στον δρόμο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;This is the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Beautiful friend&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;This is the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;My only friend, the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε το δρόμο για το σπίτι της φίλης του...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάτια του δεν γυάλιζαν, η τρέλα όμως τον είχε κυριεύσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Of our elaborate plans, the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Of everything that stands, the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;No safety or surprise, the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;I'll never look into your eyes, again&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Κανένας δεν νοιαζόταν έτσι και αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Can you picture what will be&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;So limitless and free&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Desperately in need&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Of some stranger's hand&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;In a desperate land&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κρύο τον περόνιαζε μα δεν έδινε σημασία. Τίποτα δεν είχε σημασία. Περπατούσε σαν υπνωτισμένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Lost in a Roman wilderness of pain&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;And all the children are insane&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;All the children are insane&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Waiting for the summer rain, yeah&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μόνη του σκέψη ήταν ο θάνατος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;There's danger on the edge of town&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ride the King's highway, baby&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Weird scenes inside the gold mine&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ride the highway west, baby&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτασε στο σπίτι της φίλης του. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και άνοιξε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ride the snake, ride the snake&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;To the lake, the ancient lake, baby&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The snake is long, seven miles&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Ride the snake&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;He's old, and his skin is cold&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άκουσε βογκητά. Συνέχισε να προχωράει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The west is the best&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The west is the best&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Get here, and we'll do the rest&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα βογκητά ακούγονταν δυνατά... μια γυναίκα σε οργασμό. Ακολούθησε τους ήχους...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The blue bus is callin' us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The blue bus is callin' us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Driver, where you takin' us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήξερε που ήταν. Δεν ήξερε τι έκανε ... απλά μπήκε σ' ένα δωμάτιο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The killer awoke before dawn, he put his boots on&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;He took a face from the ancient gallery&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;And he walked on down the hall&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;He went into the room where his sister lived, and then he&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Paid a visit to his brother, and then he&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;He walked on down the hall, and&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;And he came to a door...and he looked inside&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Father, yes son, I want to kill you&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Mother, I want to - whoaahhh&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας άντρας και μια γυναίκα έκαναν έρωτα. Ξαφνικά συνήλθε..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα του πηδιόταν μ' ένα άγνωστο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους κοίταξε για λίγο σαν χαζός ενώ το ζευγάρι προσπαθούσε πανικόβλητο να κρύψει την γύμνια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με φωνή παγωμένη σαν το θάνατο είπε στον άντρα "Εξαφανίσου και μείνε εξαφανισμένος".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος κάτι προσπάθησε να πει αλλά η θέα του όπλου τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Ντύθηκε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;C'mon baby, take a chance with us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;C'mon baby, take a chance with us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;C'mon baby, take a chance with us&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;And meet me at the back of the blue bus&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Doin' a blue rock on a blue bus&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Doin' a blue rock, c'mon, yeah&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τον κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα από το φόβο. Προσπάθησε να τον ηρεμίσει.&lt;br /&gt;- "Αγάπη μου... μην κάνεις τίποτα τρελό.. Άσε με να σου εξηγήσω"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σ' ακούω είπε με παγωμένη φωνή"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα προσπαθούσε να βρει τι θα πει...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;Kill, kill, kill, kill, kill, kill&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έξι πυροβολισμοί κι ένα κρεβάτι πλημμυρισμένο στο αίμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;This is the end, beautiful friend&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;This is the end, my only friend, the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να συνέρχεται από την σκοτοδίνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;It hurts to set you free&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;But you'll never follow me&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The end of laughter and soft lies&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;The end of nights we tried to die&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοίταξε το πτώμα της κοπέλας του. Το ξύπνημά του ήταν η τιμωρία του. Ούρλιαξε από τον πόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic;"&gt;This is the end&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας τελευταίος πυροβολισμός ακούστηκε μέσα στη νύχτα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-7878555958732712553?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/7878555958732712553/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=7878555958732712553' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7878555958732712553'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/7878555958732712553'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2008/04/end.html' title='The End'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-5383483967902187496</id><published>2008-04-01T14:54:00.001-07:00</published><updated>2008-04-01T14:56:08.047-07:00</updated><title type='text'>Ο Γαρύφαλλος</title><content type='html'>Πάθος του η ταχύτητα. Λατρεία του ο κίνδυνος. Θρησκεία του η κόντρα με το Θάνατο. Η ζωή του στα κόκκινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Παιδί εγκαταλειμμένο σε κάποιο ορφανοτροφείο. Δεν υπήρξαν γι αυτόν παιδικά χρόνια. Τα εφηβικά… τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στο αναμορφωτήριο και στα ψυχιατρεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Αυτός ήταν ο Γαρύφαλλος. Ορκισμένος εχθρός της κοινωνίας, κυνικός και μισάνθρωπος. Δεν είχε φίλους ωστόσο όσοι τον ήξεραν τον εκτιμούσαν. Ασκούσε μια παράξενη γοητεία σε όποιον και αν συναντούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   «Το σύμπαν δεν δίνει δεκάρα», έλεγε. Ένα πράγμα μόνο αγαπούσε. Τη μηχανή του. Ήταν η μόνη του φίλη, η γκόμενά του. Την καβαλούσε κι έτρεχε σα δαιμονισμένος. Πήγαινε κόντρα με το θάνατο καθώς ο ίδιος υποστήριζε ότι μόνο έτσι θα συναντήσει το πεπρωμένο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Έτσι την περνούσε ο Γαρύφαλλος. Λίγο φαΐ, πολύ ποτό και ναρκωτικά. Και ταχύτητα... Ώσπου γνώρισε τη Ζωή. Τη μόνη γυναίκα εκτός της μηχανής του – έτσι τη θεωρούσε – που αγάπησε. Η Ζωή τον αγαπούσε και προσπαθούσε να τον αλλάξει, απλά να τον πείσει να ζήσει λίγο πιο στρωτά. Δε σήκωνε όμως χαλινάρια ο Γαρύφαλλος κι έτσι μια μέρα χωρίσανε.&lt;br /&gt;   Πριν αποχωριστούνε η Ζωή του είπε: « Σ’ αγαπώ Γαρύφαλλε. Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα κανένα. Ωστόσο δεν μπορώ να ζω έτσι. Δεν μπορώ να έχω το φόβο μην καρφωθείς πουθενά. Δεν μπορώ να ζω με το φόβο μη σε βρουν με μια σύριγγα στο χέρι. Στο χέρι σου είναι να αλλάξεις. Όχι για μένα, αλλά για σένα. Αν αποφασίσεις να αλλάξεις, ξέρεις που θα με βρεις.» Κι έφυγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Σαν έμεινε μόνος του άρχισε να ουρλιάζει σα λύκος από τον πόνο και την απόγνωση. Όμως κάπου μέσα του το καταλάβαινε. Ήξερε πως η Ζωή έχει δίκιο. Η ομορφιά στη ζωή δεν είναι η διαρκής κόντρα με το θάνατο... είναι η ίδια η ζωή. Καβάλησε τη μηχανή και πήγε να βρει την αγαπημένη του...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;   Και τότε ο Γαρύφαλλος συνάντησε το πεπρωμένο του. Εκεί, σε μια στροφή, καρφωμένος κάτω από ένα φορτηγό... Με τη βελόνα του στροφόμετρου βαθιά μέσα στα κόκκινα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-5383483967902187496?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/5383483967902187496/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=5383483967902187496' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5383483967902187496'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5383483967902187496'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2008/04/blog-post_01.html' title='Ο Γαρύφαλλος'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-5173345217761274280</id><published>2008-04-01T14:45:00.001-07:00</published><updated>2008-04-01T14:47:06.915-07:00</updated><title type='text'>Σοφία</title><content type='html'>Η Σοφία, το Σοφάκι. Ψηλόλιγνη, όμορφη, εντυπωσιακή. Έχει καστανά μαλλιά που τα τονίζει με κόκκινες ανταύγειες. Έχει δυο πράσινα μάτια που σε κοιτάζουν και βυθίζονται στην ψυχή σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σοφία, το Σοφάκι. Θα μπορούσε να είναι μοντέλο αλλά ποτέ δεν της πέρασε αυτή η ιδέα από το μυαλό. Η Σοφία που ήθελε να σπουδάσει, να γίνει επιστήμονας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εικοσιτριών χρονών κοπέλα η Σοφία. Που διαφέρει από τις συνομήλικές της. Γιατί στα εικοσιτρία της το Σοφάκι έχει δει την ανάποδη πλευρά της ζωής. Αυτή που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν τελικά αξίζει τον κόπο να ζεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα πέντε της έμεινε ορφανή από πατέρα. Το Σοφάκι που είδε τη μάνα της να γερνάει μέσα σε λίγα σκληρά, δύσκολα χρόνια προσπαθώντας να αναστήσει τρία παιδιά. Τα ωστόσο χρόνια περνούσαν... Σοφία, Σοφάκι που στα 16 σου, εκεί που οι κοπελίτσες νιώθουν τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα, εσύ γνώρισες το βιασμό. Και όμως Σοφία, έσφιξες τα δόντια και συνέχισες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα δεκαεφτά σου κατάφερες να μπεις στο πανεπιστήμιο και στα 20 σου είχες πάρει πτυχίο. Στα εικοσιτρία σου πλέον τέλειωνες το διδακτορικό σου. Σ’ άρεσε η Φυσική , Σοφία. Προσπαθούσες να κατανοήσεις τον κόσμο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα ελάττωμα είχες Σοφία. Άλλαζες τα αγόρια το ένα μετά το άλλο. Έψαχνες να βρεις... να βρεις τί, Σοφία; Που ένοιωσες τον εξευτελισμό Σοφάκι, όταν κάποιο από τα αγόρια σου βιντεοσκόπησε κρυφά από εσένα τις περιπτύξεις σας. Που βρέθηκες στο νοσοκομείο μετά από ένα δεύτερο, ομαδικό αυτή τη φορά, βιασμό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πού την έβρισκες τη δύναμη και συνέχιζες, Σοφία; Με ποια περίεργη δύναμη σε είχε προικίσει ο Θεός;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα εικοσιένα σου γνώρισες αυτόν που πίστεψες ότι θα είναι ο άντρας της ζωής σου. Πέρασες δύο όμορφα και για πρώτη φορά στη ζωή σου, ήσυχα χρόνια. Προχωρούσες το διδακτορικό σου και έβγαζες καλά λεφτά από τα προσεκτικά επιλεγμένα ιδιαίτερα που έκανες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και στα εικοσιτρία σου, έμεινες έγκυος Σοφάκι. Που νόμισες ότι θα «σκάσεις» από την ευτυχία που σε πλημμύριζε. Μικρό γλυκό αγγελούδι, που πήγες να πεις τα ευχάριστα στο αγόρι σου για να τον βρεις καβάλα σε μια ξανθιά. Εκείνος, που με θράσος περισσό σου είπε « Τι γουστάρεις ρε Σοφία; Θα στο έλεγα, δεν τραβάει πλέον»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν βρήκες τις αισθήσεις σου Σοφία, ήσουν σε ένα δωμάτιο στο Μητέρα. Χωρίς παιδί. Άδεια, χωρίς θέληση να ζήσεις. Σοφάκι , γλυκό αγγελούδι που η μητέρα σου σε πρόλαβε σε μια απόπειρα αυτοκτονίας σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και όμως o χρόνος άρχισε σιγά-σιγά να σε γιατρεύει. Πήρες ένα υπολογιστή Σοφία και αμολήθηκες στο Δίκτυο. Ανακάλυψες εκεί έναν άλλο κόσμο, ένα κόσμο που δεν μπορούσε να σε πληγώσει. Και μπήκες και γνώρισες κόσμο. Που μπορούσες πια να ανοιχτείς άφοβα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκεί που γνώρισες το Μανόλη. Τον γλυκό, ασχημούλη Μανόλη. Τον άνθρωπο που ερωτεύτηκες παρ’ όλο που τον είχες δει μόνο σε φωτογραφία. Το Μανόλη που σε έκανε να δεις τη ζωή θετικά. Το Μανόλη που απάλυνε τον πόνο σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μια μέρα Σοφία, γλυκό Σοφάκι, γνωριστήκατε από κοντά. Αναγνώρισες στο πρόσωπό του τον άντρα που θα μπορούσε να σε κάνει ευτυχισμένη. Και δεν λάθεψες Σοφία μου. Και του δόθηκες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Και η μουσική έπαιζε το Light My Fire…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;The time to hezitate is through&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;No time to wallow in the mire&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Try now, we can only loose&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;And our love become a funeral pyre&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και όχι, δεν έχασες Σοφία. Ένοιωσες όπως δεν είχες νιώσει ποτέ στη ζωή σου. Η αισιοδοξία σου ξαναγύρισε και το υποσχέθηκες στο Μανόλη. Θα τέλειωνες το διδακτορικό σου και μετά θα ζούσες τη ζωή. Τη ζωή που ξανάρχισε να γίνεται όμορφη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γλυκιά Σοφία, τίποτα δεν μπορούσε να σε αγγίξει πλέον. Και όταν γυρίζατε στο σπίτι ακούγατε τη μελαγχολική φωνή του Morison να τραγουδάει:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Now, I’m gonna love you, till the heaven stop the rain,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;I’m gonna love you till the stars fall from the sky… For you and I&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεθυσμένοι από ευτυχία, δεν είδατε το φορτηγό που ερχόταν κατά πάνω σας. Ένας εκκωφαντικός κρότος... και μετά... τίποτα, Σοφάκι. Τίποτα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τίποτα πια δεν μπορεί να σε αγγίξει πια Σοφάκι. Τίποτα πια δεν θα μπορέσει να σε χωρίσει από τον αγαπημένο σου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αγγελούδι μέσα στα άλλα αγγελούδια... Η Σοφία... Το Σοφάκι...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-5173345217761274280?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/5173345217761274280/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=5173345217761274280' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5173345217761274280'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/5173345217761274280'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2008/04/blog-post.html' title='Σοφία'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-2794940360476549242</id><published>2008-03-30T13:39:00.001-07:00</published><updated>2008-03-30T13:48:14.618-07:00</updated><title type='text'>Μία ακόμη ευκαιρία</title><content type='html'>Πίσσα σκοτάδι. Κανένας ήχος. Καμιά μυρωδιά. Ένιωσε ξαφνικά ανήσυχος "Τι στο διάολο γίνεται;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άκουσε τη φωνή στο μυαλό του "Τι θα 'κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε. Καμία αλλαγή. τα έτριψε. Ούτε καν αστεράκια δεν είδε. Άρχισε ν'ανησυχεί σοβαρά για τα λογικά του. "Τι στο διάολο συμβαίνει"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ξανά η περιπαικτική φωνή μέσα στο μυαλό του "Τί θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάπου στο βάθος είδε φως. Ένιωσε απέραντη ανακούφιση και αγαλλίαση. Κίνησε σκουντουφλώντας κατά κει. Το φως παρέμενε μακριά αλλά η ανάγκη του και η λαχτάρα του να το φτάσει μεγάλωνε απίστευτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά η φωνή στο μυαλό του: "Άνθρωπε, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά το μυαλό του πλημμύρισε εικόνες .Η γυναίκα του, το πρόσωπό του κόκκινο από το κλάμα, η γυναίκα του αγκαλιά με έναν άλλο άνδρα, το πρόσωπό του να κλαίει με δάκρυα από αίμα, η γυναίκα του να γελάει με την καρδιά της, το πρόσωπό του παγωμένο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά η φωνή: "Λοιπόν, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι εικόνες που πέρασαν από το μυαλό του τον συγκλόνισαν. Ξαφνικά το φως που έβλεπε έχασε τη σημασία του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θέλω την ευκαιρία. Τη θέλω. Τη θέλω. ΤΗ ΘΕΛΩ!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άνοιξε τα μάτια του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το φως του πόνεσε τα μάτια. Τα έκλεισε και τα ξανάνοιξε. Ήταν στο κρεβάτι του. Δίπλα του η γυναίκα του κοιμόταν. Κοίταξε δεξιά και είδε το ρολόι: 07:33&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τι εφιάλτης ήταν αυτός που είδα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με πολύ κόπο κατάφερε να κλείσει τα μάτια του και να κοιμηθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μερικές μέρες αργότερα το όνειρο είχε γίνει μια θαμπή ανάμνηση μέχρι που στο τέλος χάθηκε κι αυτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Δε πάει άλλο μεταξύ μας. Δεν το βλέπεις;"&lt;br /&gt;Το έβλεπε. Αλλά ένιωθε ένα κόμπο στο λαιμό του. Ήταν αδύνατο να πει τις λέξεις. Ήταν αδύνατο να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτήν. Και ας ήταν η ζωή του κόλαση τον τελευταίο καιρό. Απλά  είχε προσκολληθεί πάνω της με τη δύναμη του ανθρώπου που προσπαθεί να κρατηθεί από μια σανίδα ενώ τα κύματα τον χτυπάν αμείλικτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εντάξει" είπε παραιτούμενος. "Ας γίνει έτσι."&lt;br /&gt;Σε μια εβδομάδα είχε φύγει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θέλεις να πάμε για καφέ;"&lt;br /&gt;Διάβασε με δυσπιστία το μήνυμά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βρήκε την μέρα." Ήταν η επέτειος της γνωριμίας τους.&lt;br /&gt;"Βρήκε τη γαμημένη μέρα. Γαμώ το χριστό μου, βρήκε τη γαμημένη μέρα."&lt;br /&gt;Απάντησε ξερά "Όχι, θα το γιορτάσω μόνος μου".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την είδε να έρχεται προς το μέρος του διστακτική. Την άρπαξε και τη φίλησε. Μερικές ώρες αργότερα ούρλιαζαν και οι δύο σα σκυλιά στο κρεβάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Πάρε τα όποια απομεινάρια της αξιοπρέπειάς σου και κοπάνα την" φώναζε μέσα του ο εαυτός του. "Φύγε, μην ξανακάνεις το ίδιο λάθος. Φύγε. Φύγε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πήρε αγκαλιά, έπεσε πάνω της και την ξανάκανε δικιά του. "Να πας να γαμηθείς" είπε στον εαυτό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...&lt;br /&gt;Καθόντουσαν στον καναπέ. Κλειδιά στην πόρτα ακούστηκαν και ένας άντρας μπήκε μέσα. Κοιτάχτηκαν για λίγο εμβρόντητοι και οι τρεις. Ενώ ο άλλος άντρας με τα κλειδιά στο χέρι τους κοίταζε σα χαζός, αυτός βρήκε την ψυχραιμία του και με θράσος χιλίων πιθήκων σηκώθηκε και χαιρέτησε τον άγνωστο άνδρα που εξακολουθούσε να τον κοιτάει σα χαζός. "Χαίρω πολύ..." και είπε το όνομά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...&lt;br /&gt;"Γαμώ το σουρεαλισμό μου!" σκέφτηκε κοιτώντας το ζευγάρι να φιλιέται. "Μάζεψε τα ελάχιστα υπολείμματα του εγωισμού σου και κάν’την μαλάκα. Κάν’την"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψιθύρισε μια βιαστική δικαιολογία και έφυγε σα να τον κυνηγάν όλοι οι δαίμονες της κόλασης. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και κίνησε για το σπίτι του τρέχοντας σα δαιμονισμένος. Ένα φορτηγό παραβίασε το STOP και του’κλεισε το δρόμο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πίσσα σκοτάδι. Κανένας ήχος. Καμιά μυρωδιά. Ένιωσε ξαφνικά ανήσυχος "Τι στο διάολο γίνεται;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άκουσε τη φωνή στο μυαλό του "Τι θα 'κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε. Καμία αλλαγή. τα έτριψε. Ούτε καν αστεράκια δεν είδε. Άρχισε ν'ανησυχεί σοβαρά για τα λογικά του. "Τι στο διάολο συμβαίνει"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ξανά η περιπαικτική φωνή μέσα στο μυαλό του "Τί θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάπου στο βάθος είδε φως. Ένιωσε απέραντη ανακούφιση και αγαλλίαση. Κίνησε σκουντουφλώντας κατά κει. Το φως παρέμενε μακριά αλλά η ανάγκη του και η λαχτάρα του να το φτάσει μεγάλωνε απίστευτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά η φωνή στο μυαλό του: "Άνθρωπε, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά το μυαλό του πλημμύρισε εικόνες .Η γυναίκα του, το πρόσωπό του κόκκινο από το κλάμα, η γυναίκα του αγκαλιά με έναν άλλο άνδρα, το πρόσωπό του να κλαίει με δάκρυα από αίμα, η γυναίκα του να γελάει με την καρδιά της, το πρόσωπό του παγωμένο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξανά η φωνή: "Λοιπόν, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πλημμυρισμένος από ευγνωμοσύνη είπε "Σ'ευχαριστώ!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κίνησε αποφασιστικά προς το φως.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-2794940360476549242?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/2794940360476549242/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=2794940360476549242' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/2794940360476549242'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/2794940360476549242'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2008/03/blog-post_30.html' title='Μία ακόμη ευκαιρία'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6709037067845496678.post-49348668822929248</id><published>2008-03-30T11:57:00.001-07:00</published><updated>2008-04-01T12:41:58.627-07:00</updated><title type='text'>Τρία λεπτά...</title><content type='html'>...5 δευτερόλεπτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μαλάκα! Μαλάκα!» Έβρισε τον εαυτό του. «Όχι έτσι... μαλάκα». Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτό που φοβόταν όλη του τη ζωή, αυτό που έτρεμε, αυτό θ’ αντιμετώπιζε. Λες και το ήξερε πάντα. Λες και είχε γεννηθεί με αυτή τη γνώση… είχε μεγαλώσει με αυτό το φόβο.... και τώρα.... τώρα...&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;Την κοίταξε στα μάτια. Ήταν μια γλυκιά Μαγιάτικη βραδιά. Τον κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της να λάμπουν από αγάπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την κοίταξε λίγο ακόμα. Και τότε με μια θεατρική κίνηση γονάτισε μπροστά της πιάνοντας της το χέρι. «Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κοπέλα τον κοίταξε και χαμογέλασε. «Νόμιζα ότι είχαμε ήδη κανονίσει μέχρι και την ημερομηνία γάμου». Του έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το ξέρω» της απάντησε. «Αλλά πως θα ζούσα ξέροντας ότι θα σου έχω στερήσει αυτή τη χαρά έστω και αν από την αρχή ήξερες τι σημαίνεις για μένα.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε εκείνη σοβαρεύοντας ξαφνικά, αλλά με την ίδια παιχνιδιάρικη ματιά του είπε γεμάτη επισημότητα: «Σε αυτή την περίπτωση δεν έχω παρά να σας εκφράσω την πιο μεγάλη μου χαρά. Αποδέχομαι την πρότασή σας με όλη μου την καρδιά.». Του χαμογέλασε, έσκυψε και τον φίλησε.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;...30 δευτερόλεπτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή. Ήθελε να κλάψει αλλά δεν είχε δάκρυα.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;Χαμογελούσε σαν χαζός. Στο χέρι του κρατούσε μια ανθοδέσμη. Δίπλα του άκουγε χαρούμενες συζητήσεις, γέλια και φωνές. Κορναρίσματα... Έρχεται! Έρχεται!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την είδε να βγαίνει από το αυτοκίνητο. Άγγελος... Θεέ μου, είναι σαν Άγγελος. Με πολύ κόπο συγκρατήθηκε από το να βάλει τα κλάματα σαν παιδάκι.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;...1 λεπτό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πουλιά είχαν σταματήσει να κελαηδούν. Ο αέρας είχε σταματήσει να φυσάει. Λες και η φύση κρατούσε την ανάσα της. Τα πρώτα αστέρια είχαν αρχίσει να φαίνονται στον ουρανό. Γλυκό ανοιξιάτικο σούρουπο.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;Γυμνός. Ξαπλωμένος ανάσκελα με το σώμα του να στηρίζεται στους αγκώνες. Την παρακολουθούσε να βγάζει αργά και προκλητικά τα ρούχα της. Εκείνη τον κοίταξε για λίγο χαμογελώντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αχά, έχουμε ανταπόκριση βλέπω» του είπε παιχνιδιάρικα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε» είπε γελώντας προσπαθώντας να ανασηκώσει τους ώμους του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Να δω τι θα κάνω μ’εσένα... ερωτύλε άντρα» είπε γλυκά. Μετά τον πλησίασε και γονάτισε μπροστά του...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Heaven… I’m in heaven” τραγουδούσε μέσα του με τα μάτια του κλειστά απολαμβάνοντας με όλες του τις αισθήσεις αυτό που του έκανε η κοπέλα του.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;...1.5 λεπτό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάτια του είχαν γουρλώσει. Δεν ένιωθε το ελαφρό αεράκι που είχε αρχίσει να φυσάει. Η τελευταία εικόνα που είδε πριν όλα σκοτεινιάσουν ήταν ο σκύλος του, να τον κοιτάει ερωτηματικά.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;Την φίλησε τρυφερά στην αρχή, παθιασμένα στη συνέχεια, μανιασμένα στο τέλος. Τη φιλούσε παντού, τη χάιδευε και άκουγε την κοφτή ανάσα της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Σ’αγαπάω... πόσο σ’αγαπάω» της είπε. Και μπήκε μέσα της. Εκείνη δεν απάντησε. Απλά τον άρπαξε από το κεφάλι και τον φίλησε...&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;«Μωρό μου» ούρλιαξε τελειώνοντας. Δεν την άντεχε τόσο ευτυχία. Θυμήθηκε αυτό που έλεγε κάποτε, επηρεασμένος ίσως από την ιστορία του Σόλωνος και του Κροίσου... «Αν είναι να με πάρεις, Θεέ μου, πάρε με τώρα.... στην αποκορύφωση της ευτυχίας μου».&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;...2.5 λεπτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκσπερμάτωσε. Σύμφωνα με το μύθο από το σπέρμα του θα γεννιόταν ένας μανδραγόρας, εκείνο το παράξενο φυτό με τις μαγικές ιδιότητες και τη ρίζα που μοιάζει με άνθρωπο. Τον ήξερε τον μύθο, του είχε φανεί διασκεδαστικός. Ο σκύλος ούρλιαξε θρηνητικά.&lt;br /&gt;~.~&lt;br /&gt;...3 λεπτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κλαδί έτριξε. Το κρεμασμένο σώμα σταμάτησε να σπαρταράει. Ο τελευταίος χορός είχε τελειώσει και το σκοτάδι έπεσε σαν αυλαία. Η νύχτα είχε έρθει και μόνο το θρηνητικό ουρλιαχτό του σκυλιού τάραζε τη γαλήνη της.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6709037067845496678-49348668822929248?l=cynically-disposed.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/feeds/49348668822929248/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6709037067845496678&amp;postID=49348668822929248' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/49348668822929248'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6709037067845496678/posts/default/49348668822929248'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://cynically-disposed.blogspot.com/2008/03/blog-post.html' title='Τρία λεπτά...'/><author><name>Cynic Bastard</name><uri>http://www.blogger.com/profile/10622107768804881299</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='31' height='20' src='http://1.bp.blogspot.com/_5tswlqLgvHQ/SUtSNynYv-I/AAAAAAAAABY/37cdQbQ7PYs/S220/ChaosSymbol.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
