Search This Blog

Tuesday, April 1, 2008

The End

Ένιωσε πάλι τον εαυτό του να χάνεται. Βγήκε στον δρόμο

This is the end
Beautiful friend
This is the end
My only friend, the end

Πήρε το δρόμο για το σπίτι της φίλης του...

Τα μάτια του δεν γυάλιζαν, η τρέλα όμως τον είχε κυριεύσει.

Of our elaborate plans, the end
Of everything that stands, the end
No safety or surprise, the end
I'll never look into your eyes, again

Κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Κανένας δεν νοιαζόταν έτσι και αλλιώς.

Can you picture what will be
So limitless and free
Desperately in need
Of some stranger's hand
In a desperate land

Το κρύο τον περόνιαζε μα δεν έδινε σημασία. Τίποτα δεν είχε σημασία. Περπατούσε σαν υπνωτισμένος.

Lost in a Roman wilderness of pain
And all the children are insane
All the children are insane
Waiting for the summer rain, yeah

Η μόνη του σκέψη ήταν ο θάνατος.

There's danger on the edge of town
Ride the King's highway, baby
Weird scenes inside the gold mine
Ride the highway west, baby

Έφτασε στο σπίτι της φίλης του. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και άνοιξε.

Ride the snake, ride the snake
To the lake, the ancient lake, baby
The snake is long, seven miles
Ride the snake
He's old, and his skin is cold

Άκουσε βογκητά. Συνέχισε να προχωράει.

The west is the best
The west is the best
Get here, and we'll do the rest

Τα βογκητά ακούγονταν δυνατά... μια γυναίκα σε οργασμό. Ακολούθησε τους ήχους...

The blue bus is callin' us
The blue bus is callin' us
Driver, where you takin' us

Δεν ήξερε που ήταν. Δεν ήξερε τι έκανε ... απλά μπήκε σ' ένα δωμάτιο...

The killer awoke before dawn, he put his boots on
He took a face from the ancient gallery
And he walked on down the hall
He went into the room where his sister lived, and then he
Paid a visit to his brother, and then he
He walked on down the hall, and
And he came to a door...and he looked inside
Father, yes son, I want to kill you
Mother, I want to - whoaahhh

Ένας άντρας και μια γυναίκα έκαναν έρωτα. Ξαφνικά συνήλθε..

Η κοπέλα του πηδιόταν μ' ένα άγνωστο.

Τους κοίταξε για λίγο σαν χαζός ενώ το ζευγάρι προσπαθούσε πανικόβλητο να κρύψει την γύμνια του.

Με φωνή παγωμένη σαν το θάνατο είπε στον άντρα "Εξαφανίσου και μείνε εξαφανισμένος".

Εκείνος κάτι προσπάθησε να πει αλλά η θέα του όπλου τον έκανε να αλλάξει γνώμη. Ντύθηκε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

C'mon baby, take a chance with us
C'mon baby, take a chance with us
C'mon baby, take a chance with us
And meet me at the back of the blue bus
Doin' a blue rock on a blue bus
Doin' a blue rock, c'mon, yeah

Η κοπέλα τον κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα από το φόβο. Προσπάθησε να τον ηρεμίσει.
- "Αγάπη μου... μην κάνεις τίποτα τρελό.. Άσε με να σου εξηγήσω"

"Σ' ακούω είπε με παγωμένη φωνή"

Η κοπέλα προσπαθούσε να βρει τι θα πει...

Kill, kill, kill, kill, kill, kill

Έξι πυροβολισμοί κι ένα κρεβάτι πλημμυρισμένο στο αίμα.

This is the end, beautiful friend
This is the end, my only friend, the end

Άρχισε να συνέρχεται από την σκοτοδίνη.

It hurts to set you free
But you'll never follow me
The end of laughter and soft lies
The end of nights we tried to die

Κοίταξε το πτώμα της κοπέλας του. Το ξύπνημά του ήταν η τιμωρία του. Ούρλιαξε από τον πόνο.

This is the end

Ένας τελευταίος πυροβολισμός ακούστηκε μέσα στη νύχτα.

Ο Γαρύφαλλος

Πάθος του η ταχύτητα. Λατρεία του ο κίνδυνος. Θρησκεία του η κόντρα με το Θάνατο. Η ζωή του στα κόκκινα.

Παιδί εγκαταλειμμένο σε κάποιο ορφανοτροφείο. Δεν υπήρξαν γι αυτόν παιδικά χρόνια. Τα εφηβικά… τα εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στο αναμορφωτήριο και στα ψυχιατρεία.

Αυτός ήταν ο Γαρύφαλλος. Ορκισμένος εχθρός της κοινωνίας, κυνικός και μισάνθρωπος. Δεν είχε φίλους ωστόσο όσοι τον ήξεραν τον εκτιμούσαν. Ασκούσε μια παράξενη γοητεία σε όποιον και αν συναντούσε.

«Το σύμπαν δεν δίνει δεκάρα», έλεγε. Ένα πράγμα μόνο αγαπούσε. Τη μηχανή του. Ήταν η μόνη του φίλη, η γκόμενά του. Την καβαλούσε κι έτρεχε σα δαιμονισμένος. Πήγαινε κόντρα με το θάνατο καθώς ο ίδιος υποστήριζε ότι μόνο έτσι θα συναντήσει το πεπρωμένο του.

Έτσι την περνούσε ο Γαρύφαλλος. Λίγο φαΐ, πολύ ποτό και ναρκωτικά. Και ταχύτητα... Ώσπου γνώρισε τη Ζωή. Τη μόνη γυναίκα εκτός της μηχανής του – έτσι τη θεωρούσε – που αγάπησε. Η Ζωή τον αγαπούσε και προσπαθούσε να τον αλλάξει, απλά να τον πείσει να ζήσει λίγο πιο στρωτά. Δε σήκωνε όμως χαλινάρια ο Γαρύφαλλος κι έτσι μια μέρα χωρίσανε.
Πριν αποχωριστούνε η Ζωή του είπε: « Σ’ αγαπώ Γαρύφαλλε. Σ’ αγαπώ όπως δεν αγάπησα κανένα. Ωστόσο δεν μπορώ να ζω έτσι. Δεν μπορώ να έχω το φόβο μην καρφωθείς πουθενά. Δεν μπορώ να ζω με το φόβο μη σε βρουν με μια σύριγγα στο χέρι. Στο χέρι σου είναι να αλλάξεις. Όχι για μένα, αλλά για σένα. Αν αποφασίσεις να αλλάξεις, ξέρεις που θα με βρεις.» Κι έφυγε.

Σαν έμεινε μόνος του άρχισε να ουρλιάζει σα λύκος από τον πόνο και την απόγνωση. Όμως κάπου μέσα του το καταλάβαινε. Ήξερε πως η Ζωή έχει δίκιο. Η ομορφιά στη ζωή δεν είναι η διαρκής κόντρα με το θάνατο... είναι η ίδια η ζωή. Καβάλησε τη μηχανή και πήγε να βρει την αγαπημένη του...

Και τότε ο Γαρύφαλλος συνάντησε το πεπρωμένο του. Εκεί, σε μια στροφή, καρφωμένος κάτω από ένα φορτηγό... Με τη βελόνα του στροφόμετρου βαθιά μέσα στα κόκκινα.

Σοφία

Η Σοφία, το Σοφάκι. Ψηλόλιγνη, όμορφη, εντυπωσιακή. Έχει καστανά μαλλιά που τα τονίζει με κόκκινες ανταύγειες. Έχει δυο πράσινα μάτια που σε κοιτάζουν και βυθίζονται στην ψυχή σου.

Η Σοφία, το Σοφάκι. Θα μπορούσε να είναι μοντέλο αλλά ποτέ δεν της πέρασε αυτή η ιδέα από το μυαλό. Η Σοφία που ήθελε να σπουδάσει, να γίνει επιστήμονας.

Εικοσιτριών χρονών κοπέλα η Σοφία. Που διαφέρει από τις συνομήλικες της. Γιατί στα εικοσιτρία της το Σοφάκι έχει δει την ανάποδη πλευρά της ζωής. Αυτή που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν τελικά αξίζει τον κόπο να ζεις.

Στα πέντε της έμεινε ορφανή από πατέρα. Το Σοφάκι που είδε τη μάνα της να γερνάει μέσα σε λίγα σκληρά, δύσκολα χρόνια προσπαθώντας να αναστήσει τρία παιδιά. Τα ωστόσο χρόνια περνούσαν... Σοφία, Σοφάκι που στα 16 σου, εκεί που οι κοπελίτσες νιώθουν τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα, εσύ γνώρισες το βιασμό. Και όμως Σοφία, έσφιξες τα δόντια και συνέχισες.

Στα δεκαεφτά σου κατάφερες να μπεις στο πανεπιστήμιο και στα 20 σου είχες πάρει πτυχίο. Στα εικοσιτρία σου πλέον τελείωνες το διδακτορικό σου. Σ’ άρεσε η Φυσική , Σοφία. Προσπαθούσες να κατανοήσεις τον κόσμο...

Ένα ελάττωμα είχες Σοφία. Άλλαζες τα αγόρια το ένα μετά το άλλο. Έψαχνες να βρεις... να βρεις τί, Σοφία; Που ένιωσες τον εξευτελισμό Σοφάκι, όταν κάποιο από τα αγόρια σου βιντεοσκόπησε κρυφά από εσένα τις περιπτύξεις σας. Που βρέθηκες στο νοσοκομείο μετά από ένα δεύτερο, ομαδικό αυτή τη φορά, βιασμό.

Πού την έβρισκες τη δύναμη και συνέχιζες, Σοφία; Με ποια περίεργη δύναμη σε είχε προικίσει ο Θεός;

Στα εικοσιένα σου γνώρισες αυτόν που πίστεψες ότι θα είναι ο άντρας της ζωής σου. Πέρασες δύο όμορφα και για πρώτη φορά στη ζωή σου, ήσυχα χρόνια. Προχωρούσες το διδακτορικό σου και έβγαζες καλά λεφτά από τα προσεκτικά επιλεγμένα ιδιαίτερα που έκανες.

Και στα εικοσιτρία σου, έμεινες έγκυος Σοφάκι. Που νόμισες ότι θα «σκάσεις» από την ευτυχία που σε πλημμύριζε. Μικρό γλυκό αγγελούδι, που πήγες να πεις τα ευχάριστα στο αγόρι σου για να τον βρεις καβάλα σε μια ξανθιά. Εκείνος, που με θράσος περισσό σου είπε « Τι γουστάρεις ρε Σοφία; Θα στο έλεγα, δεν τραβάει πλέον»

Όταν βρήκες τις αισθήσεις σου Σοφία, ήσουν σε ένα δωμάτιο στο Μητέρα. Χωρίς παιδί. Άδεια, χωρίς θέληση να ζήσεις. Σοφάκι , γλυκό αγγελούδι που η μητέρα σου σε πρόλαβε σε μια απόπειρα αυτοκτονίας σου.

Και όμως o χρόνος άρχισε σιγά-σιγά να σε γιατρεύει. Πήρες ένα υπολογιστή Σοφία και αμολήθηκες στο Δίκτυο. Ανακάλυψες εκεί έναν άλλο κόσμο, ένα κόσμο που δεν μπορούσε να σε πληγώσει. Και μπήκες και γνώρισες κόσμο. Που μπορούσες πια να ανοιχτείς άφοβα.

Εκεί που γνώρισες το Μανόλη. Τον γλυκό, ασχημούλη Μανόλη. Τον άνθρωπο που ερωτεύτηκες παρ’ όλο που τον είχες δει μόνο σε φωτογραφία. Το Μανόλη που σε έκανε να δεις τη ζωή θετικά. Το Μανόλη που απάλυνε τον πόνο σου.

Και μια μέρα Σοφία, γλυκό Σοφάκι, γνωριστήκατε από κοντά. Αναγνώρισες στο πρόσωπό του τον άντρα που θα μπορούσε να σε κάνει ευτυχισμένη. Και δεν λάθεψες Σοφία μου. Και του δόθηκες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Και η μουσική έπαιζε το Light My Fire…
The time to hezitate is throughNo time to wallow in the mireTry now, we can only looseAnd our love become a funeral pyre
Και όχι, δεν έχασες Σοφία. Ένιωσες όπως δεν είχες νιώσει ποτέ στη ζωή σου. Η αισιοδοξία σου ξαναγύρισε και το υποσχέθηκες στο Μανόλη. Θα τελείωνες το διδακτορικό σου και μετά θα ζούσες τη ζωή. Τη ζωή που ξανάρχισε να γίνεται όμορφη.

Γλυκιά Σοφία, τίποτα δεν μπορούσε να σε αγγίξει πλέον. Και όταν γυρίζατε στο σπίτι ακούγατε τη μελαγχολική φωνή του Morison να τραγουδάει:
Now, I’m gonna love you,till the heaven stop the rain,I’m gonna love you till the stars fall from the sky… For you and I
Μεθυσμένοι από ευτυχία, δεν είδατε το φορτηγό που ερχόταν κατά πάνω σας. Ένας εκκωφαντικός κρότος... και μετά... τίποτα, Σοφάκι. Τίποτα...

Τίποτα πια δεν μπορεί να σε αγγίξει πια Σοφάκι. Τίποτα πια δεν θα μπορέσει να σε χωρίσει από τον αγαπημένο σου...

Αγγελούδι μέσα στα άλλα αγγελούδια... Η Σοφία... Το Σοφάκι...

Sunday, March 30, 2008

Μία ακόμη ευκαιρία

Πίσσα σκοτάδι. Κανένας ήχος. Καμιά μυρωδιά. Ένιωσε ξαφνικά ανήσυχος "Τι στο διάολο γίνεται;"

Άκουσε τη φωνή στο μυαλό του "Τι θα 'κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε. Καμία αλλαγή. τα έτριψε. Ούτε καν αστεράκια δεν είδε. Άρχισε ν'ανησυχεί σοβαρά για τα λογικά του. "Τι στο διάολο συμβαίνει"

Και ξανά η περιπαικτική φωνή μέσα στο μυαλό του "Τί θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάπου στο βάθος είδε φως. Ένιωσε απέραντη ανακούφιση και αγαλλίαση. Κίνησε σκουντουφλώντας κατά κει. Το φως παρέμενε μακριά αλλά η ανάγκη του και η λαχτάρα του να το φτάσει μεγάλωνε απίστευτα.

Ξανά η φωνή στο μυαλό του: "Άνθρωπε, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Ξαφνικά το μυαλό του πλημμύρισε εικόνες .Η γυναίκα του, το πρόσωπό του κόκκινο από το κλάμα, η γυναίκα του αγκαλιά με έναν άλλο άνδρα, το πρόσωπό του να κλαίει με δάκρυα από αίμα, η γυναίκα του να γελάει με την καρδιά της, το πρόσωπό του παγωμένο...

Ξανά η φωνή: "Λοιπόν, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία"

Οι εικόνες που πέρασαν από το μυαλό του τον συγκλόνισαν. Ξαφνικά το φως που έβλεπε έχασε τη σημασία του.

"Θέλω την ευκαιρία. Τη θέλω. Τη θέλω. ΤΗ ΘΕΛΩ!"

Άνοιξε τα μάτια του.

Το φως του πόνεσε τα μάτια. Τα έκλεισε και τα ξανάνοιξε. Ήταν στο κρεβάτι του. Δίπλα του η γυναίκα του κοιμόταν. Κοίταξε δεξιά και είδε το ρολόι: 07:33

"Τι εφιάλτης ήταν αυτός που είδα;"

Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας.

Με πολύ κόπο κατάφερε να κλείσει τα μάτια του και να κοιμηθεί.

Μερικές μέρες αργότερα το όνειρο είχε γίνει μια θαμπή ανάμνηση μέχρι που στο τέλος χάθηκε κι αυτή.

...

"Δε πάει άλλο μεταξύ μας. Δεν το βλέπεις;"
Το έβλεπε. Αλλά ένιωθε ένα κόμπο στο λαιμό του. Ήταν αδύνατο να πει τις λέξεις. Ήταν αδύνατο να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτήν. Και ας ήταν η ζωή του κόλαση τον τελευταίο καιρό. Απλά είχε προσκολληθεί πάνω της με τη δύναμη του ανθρώπου που προσπαθεί να κρατηθεί από μια σανίδα ενώ τα κύματα τον χτυπάν αμείλικτα.

"Εντάξει" είπε παραιτούμενος. "Ας γίνει έτσι."
Σε μια εβδομάδα είχε φύγει.

...

"Θέλεις να πάμε για καφέ;"
Διάβασε με δυσπιστία το μήνυμά της.

"Βρήκε την μέρα." Ήταν η επέτειος της γνωριμίας τους.
"Βρήκε τη γαμημένη μέρα. Γαμώ το χριστό μου, βρήκε τη γαμημένη μέρα."
Απάντησε ξερά "Όχι, θα το γιορτάσω μόνος μου".

...

Την είδε να έρχεται προς το μέρος του διστακτική. Την άρπαξε και τη φίλησε. Μερικές ώρες αργότερα ούρλιαζαν και οι δύο σα σκυλιά στο κρεβάτι.

"Πάρε τα όποια απομεινάρια της αξιοπρέπειάς σου και κοπάνα την" φώναζε μέσα του ο εαυτός του. "Φύγε, μην ξανακάνεις το ίδιο λάθος. Φύγε. Φύγε".

Την πήρε αγκαλιά, έπεσε πάνω της και την ξανάκανε δικιά του. "Να πας να γαμηθείς" είπε στον εαυτό του.

...
Καθόντουσαν στον καναπέ. Κλειδιά στην πόρτα ακούστηκαν και ένας άντρας μπήκε μέσα. Κοιτάχτηκαν για λίγο εμβρόντητοι και οι τρεις. Ενώ ο άλλος άντρας με τα κλειδιά στο χέρι τους κοίταζε σα χαζός, αυτός βρήκε την ψυχραιμία του και με θράσος χιλίων πιθήκων σηκώθηκε και χαιρέτησε τον άγνωστο άνδρα που εξακολουθούσε να τον κοιτάει σα χαζός. "Χαίρω πολύ..." και είπε το όνομά του.

...
"Γαμώ το σουρεαλισμό μου!" σκέφτηκε κοιτώντας το ζευγάρι να φιλιέται. "Μάζεψε τα ελάχιστα υπολείμματα του εγωισμού σου και κάν’την μαλάκα. Κάν’την"

Ψιθύρισε μια βιαστική δικαιολογία και έφυγε σα να τον κυνηγάν όλοι οι δαίμονες της κόλασης. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και κίνησε για το σπίτι του τρέχοντας σα δαιμονισμένος. Ένα φορτηγό παραβίασε το STOP και του’κλεισε το δρόμο. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει...

Πίσσα σκοτάδι. Κανένας ήχος. Καμιά μυρωδιά. Ένιωσε ξαφνικά ανήσυχος "Τι στο διάολο γίνεται;"

Άκουσε τη φωνή στο μυαλό του "Τι θα 'κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε. Καμία αλλαγή. τα έτριψε. Ούτε καν αστεράκια δεν είδε. Άρχισε ν'ανησυχεί σοβαρά για τα λογικά του. "Τι στο διάολο συμβαίνει"

Και ξανά η περιπαικτική φωνή μέσα στο μυαλό του "Τί θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Στριφογύρισε ανήσυχος. Κάπου στο βάθος είδε φως. Ένιωσε απέραντη ανακούφιση και αγαλλίαση. Κίνησε σκουντουφλώντας κατά κει. Το φως παρέμενε μακριά αλλά η ανάγκη του και η λαχτάρα του να το φτάσει μεγάλωνε απίστευτα.

Ξανά η φωνή στο μυαλό του: "Άνθρωπε, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία;"

Ξαφνικά το μυαλό του πλημμύρισε εικόνες .Η γυναίκα του, το πρόσωπό του κόκκινο από το κλάμα, η γυναίκα του αγκαλιά με έναν άλλο άνδρα, το πρόσωπό του να κλαίει με δάκρυα από αίμα, η γυναίκα του να γελάει με την καρδιά της, το πρόσωπό του παγωμένο...

Ξανά η φωνή: "Λοιπόν, τι θα ‘κανες αν είχες μια ακόμη ευκαιρία"

Πλημμυρισμένος από ευγνωμοσύνη είπε "Σ'ευχαριστώ!"

Κίνησε αποφασιστικά προς το φως.