Search This Blog

Tuesday, April 17, 2018

Η καινούρια σκλάβα του Ρωμαίου ευγενή

Ο γέρο-Μνέσθελος έκανε βαθιά υπόκλιση και έγνεψε στον όμορφο Ρωμαίο ευγενή να περάσει.

- "Διάλεξε, άρχοντά μου."

Η φωνή τον επανέφερε από τις σκέψεις του. Κοίταξε τον λιγδιάρη, δουλοπρεπή σωματέμπορα με αποστροφή και γύρισε να κοιτάξει τις κοπέλες.

Τις κοίταξε μία-μία εξεταστικά. Στην άκρη του ματιού του διέκρινε μια κίνηση και είδε μια από τις σκλάβες του λιγδιάρη σωματέμπορα που μπήκε στο δώμα για να του γεμίσει την κούπα με κρασί.

Καθώς έσκυψε μπροστά του την έπιασε από το πηγούνι και την κοίταξε εξεταστικά. Η κοπέλα τον κοίταξε τρομοκρατημένη φοβούμενη πως κάτι έκανε και τάραξε τον Ρωμαίο ευγενή.

Ο Γάιος Βαλέριος είχε πάρει την απόφασή του.

- "Πόσα θες γι αυτήν;"

Έκπληκτος ο σωματέμπορας πήγε στην αρχή να πει κάτι αλλά γρήγορα κατέβασε τα μάτια του. Του είπε την τιμή.

- "Πάμε" είπε ο Γάιος Βαλέριος και ξεκίνησε χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Η κοπέλα σαστισμένη ακόμα τσακίστηκε να προλάβει τον νέο της Αφέντη.

Βγήκαν στον σκονισμένο δρόμο. Ο Γάιος Βαλέριος προχωρούσε με ταχύ βηματισμό και η κοπέλα σχεδόν έτρεχε από πίσω του για να τον προλάβει. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους η κοπέλα ήταν σχεδόν ξέπνοη. Ο νεαρός ευγενής είδε μια γριά σκλάβα να έρχεται προς το μέρος του και το πρόσωπό του φωτίστηκε.

"Νάνα" φώναξε στη γριά σκλάβα.

"Αγόρι μου, αγόρι μου" φώναξε η γριά και τον πήρε στην αγκαλιά της. "Οι Θεοί άκουσαν τις προσευχές μου". Ξαφνικά είδε την κοπέλα που ακόμα πάλευε να βρει την ανάσα της πίσω από το νέο της αφέντη.

"Πάλι χαλάς τα λεφτά σου σε παιχνίδια;" τον ρώτησε ψευτομαλώνοντάς τον.

"Ένας οβολός για το βαρκάρη είναι όσα θα χρειαστώ πραγματικά." είπε χαμογελώντας στη γριά. Μετά σοβάρεψε απότομα "Τακτοποίησέ την Νάνα".

Η γριά τον κοίταξε σαν να τον ρώτησε κάτι με τα μάτια. Εκείνος έγνεψε και απομακρύνθηκε.

- "Έλα μαζί μου" της είπε η γριά. Η κοπέλα την ακολούθησε.

Μπήκαν σε ένα κλειστό δωμάτιο το οποίο είχε μια μεγάλη γούρνα γεμάτη ζεστό νερό. Η γριά φώναξε δυο σκλάβες και τους παρέδωσε την κοπέλα. "Ετοιμάστε την για τον Αφέντη" ήταν το μόνο που τους είπε.

Μια ώρα αργότερα πήγε στα διαμερίσματά του όπως την είχαν προστάξει. Δεν ήταν σίγουρη τι να περιμένει. Πέρα από τον ομαδικό βιασμό τον οποίο είχε υποστεί όταν οι Ρωμαίοι είχαν πάρει την πόλη της και τον γέρο-Μνέσθελο δεν είχε άλλες σεξουαλικές εμπειρίες. Ο σωματέμπορος την είχε για δουλειές και για να τον ικανοποιεί με το στόμα της, στην ηλικία του δεν μπορούσε και πολλά πολλά, παρά το γεγονός ότι το στοματικό όπως και το πρωκτικό γενικά αποδοκιμαζόταν από τα ήθη της εποχής. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστη ώστε να σερβίρει τους πελάτες αλλά όχι τόσο ώστε να αποσπάει την προσοχή τους από το ακριβό εμπόρευμα.

Εκεί στάθηκε ακίνητη με τα μάτια χαμηλωμένα κάτω μην τολμώντας να αντικρίσει το νέο της αφέντη.

- "Πώς σε λένε" τη ρώτησε;

Του απάντησε και ο Γάιος έβαλε τα γέλια.

- "Μα την κόρα στα βρωμοπόδαρα του Άρη, όνομα είναι αυτό ή ήχος που κάνει ένα κοπάδι από κουρούνες που τσακώνονται;"

Αναστέναξε αλλά δεν τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα της.

- "Σε ένα τόσο γλυκό προσωπάκι δεν ταιριάζει αυτό το απαίσιο όνομα" συνέχισε. "Από σήμερα θα λέγεσαι Σέστια."

-"Μάλιστα Αφέντη"

Ο Γάιος με μια κίνηση της έλυσε την εσθήτα και η κοπέλα έμεινε γυμνή μπροστά του. Είχε όμορφο σώμα αλλά αυτόν τον είχε τραβήξει το πρόσωπό της. Ήταν γλυκό και είχε μια αθωότητα που τον ερέθιζε. Άπλωσε τα χέρι του και τη χούφτωσε στο στήθος. Η κοπέλα είχε καρφωμένο το βλέμμα της κάτω, δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Άρχισε να της μαλάζει απαλά στην αρχή και μετά πιο δυνατά το στήθος ενώ το πέος του κάτω από το χιτώνα είχε θεριέψει.

Έμεινε και αυτός γυμνός.

-"Γονάτισε" τη διέταξε και η κοπέλα τσακίστηκε και γονάτισε μπροστά του.

Ο Γάιος ακούμπησε τον πούτσο του στα χείλη της.

-"Έχεις πάρει άνδρα στο στόμα σου, Σέστια;"

-"Ναι Αφέντη μου, ικανοποιούσα τον πρώην κύριό μου με αυτό τον τρόπο" του απάντησε ειλικρινά η κοπέλα.

-"Τότε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις" της είπε.

Η κοπέλα δεν απάντησε. Είχε μάθει καλά τον γέρο ώστε να τον κάνει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Ο όμορφος Ρωμαίος ευγενής ήταν μεγαλύτερος στο μέγεθος και νεώτερος. Σαφής βελτίωση σε σχέση με τον σωματέμπορο. Αποφάσισε να δώσει τον καλύτερό της εαυτό.

Τον πήρε στα χέρια της και άρχισε να τον χαϊδεύει και να τον παίζει απαλά ενώ ταυτόχρονα έγλειφε το κεφάλι του. Μετά έπιασε με το ένα της χέρι τους όρχεις του και σιγά-σιγά τον πήρε όλο μέσα στο στόμα της. Είχε μάθει να καταπνίγει το reflex και παρά το μέγεθός του τον κράτησε μέσα της με σχετική άνεση. Μετά τραβήχτηκε σιγά-σιγά μέχρι που σχεδόν βγήκε από το στόμα της. Ένιωσε το χέρι του στο κεφάλι της. Τον έπαιξε για λίγο με τη γλώσσα της και τον άκουσε να βογγάει. Συνέχισε το παίξιμο με τη γλώσσα της μέχρι που η ερεθισμένη του βάλανος δεν άντεχε άλλο παιχνίδι. Της έσπρωξε το κεφάλι και της τον έβαλε όλο μέσα στο στόμα της. Τον κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα και τον έβγαλε έξω. Η κοπέλα κατάφερε να πάρει ανάσα.

Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Εκείνος της ένευσε και η κοπέλα τον ξαναπήρε στο στόμα της αυτή τη φορά κρατώντας ένα πιο γρήγορο ρυθμό. Τη σταμάτησε.

Πήγε και ξάπλωσε στο ανάκλιντρο και της έκανε νόημα να έρθει να συνεχίσει. Η κοπέλα κάθισε στα τέσσερα ανάμεσα στα πόδια του, έσκυψε και τον ξαναπήρε στο στόμα της. Σε κάθε της κίνησή κάρφωνε τον πούτσο του στο λαιμό της και έκανε το νεαρό ευγενή να βογγάει και να αναστενάζει. Γεύτηκε τα προσπερματικά υγρά του και κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα. Όπως και με το γέρο έτσι και στον νεαρό ευγενή δεν διανοήθηκε καν να τραβηχτεί και σε λίγο ένιωσε τους γνώριμους σπασμούς της ηδονής του και ριπές καυτού σπέρματος γέμισαν το στόμα της. Όμως αυτή τη φορά κατάπιε με την ψυχή της, ο νεαρός ευγενής είχε υπέροχη γεύση σε αντίθεση με το γέρο λιγδιάρη σωματέμπορο. Του καθάρισε προσεκτικά τον πούτσο με τη γλώσσα της.

Ο Γάιος δεν την άφησε να σταματήσει, συνέχισε να τον έχει στο στόμα της. Ήταν νέος και ακμαίος, δεν του αρκούσε το στοματικό για να τον χορτάσει. Την έβαλε να αρχίσει και πάλι μέχρι που τον ένιωσε να φουσκώνει μέσα στο στόμα της. Την έβαλε και κάθισε στα τέσσερα.

Το παρά φύσιν αποδοκιμαζόταν και αυτό στα ήθη της εποχής. Για την ακρίβεια ήταν σχεδόν απαγορευμένο αλλά μια απαγορευμένη ηδονή για τους πληβείους δεν σήμαινε τίποτα το ιδιαίτερο για ένα πατρίκιο σαν του λόγου του.

Σάλιωσε το δάχτυλό του και το έβαλε πίσω της. Η κοπέλα ταράχτηκε.

-"Υποθέτω ότι ο Μνέσθελος δε σε είχε χρησιμοποιήσει έτσι, σωστά;" τη ρώτησε ενώ το δάχτυλό του έκανε κυκλικές κινήσεις μέσα της.

-"Όχι Αφέντη μου" είπε κοπέλα σχεδόν δακρυσμένη.

-"Εμένα όμως μου αρέσει αυτό, οπότε κοίτα να το συνηθίσεις. Έγινα κατανοητός;"

-"Μάλιστα Αφέντη μου" του είπε η κοπέλα μιλώντας με δυσκολία.

Ο Γάιος τον ακούμπησε στην τρυπούλα της και κρατώντας τον με το ένα χέρι μπήκε λίγο μέσα της. Η κοπέλα μούγκρισε αλλά αυτός την κράτησε ακίνητη. Έσπρωξε λίγο ακόμα και σιγά-σιγά άρχισε να βυθίζεται μέσα της.

Ο πόνος που ένιωσε ήταν τόσο έντονος που ήθελε να ουρλιάξει. Ούτε την πρώτη της φορά, που την είχαν βιάσει πέντε στρατιώτες στη σειρά δεν είχε πονέσει έτσι. Ο Γάιος μπήκε όλος μέσα της και στάθηκε ακίνητος. Τραβήχτηκε σιγά-σιγά προς τα έξω, μέχρι σχεδόν να βγει, και μετά πάλι σιγά-σιγά ξαναμπήκε μέσα της. Επανέλαβε αυτή την κίνηση μερικές φορές ακόμα μέχρι που ο σφιχτήρας της χαλάρωσε. Εκείνος βογγούσε από την ηδονή κι εκείνη από τον πόνο. Την κράτησε από τη μέση και καρφώθηκε μέσα της και άρχισε να την γαμάει πιο γρήγορα και πιο βίαια.

Η κοπέλα είχε σκύψει το κεφάλι της παραδομένη στις ορέξεις του αφέντη της. Είναι νέος και γερός και του αρέσει να με παίρνει με αυτό τον τρόπο, αυτό θα επαναληφθεί πολλές φορές σκέφτηκε μέσα της. Πονούσε ακόμα ωστόσο ο πόνος της είχε μετριαστεί. Τον ένιωσε να την κοπανάει και μετά το χέρι του την άρπαξε από το μαλλί και της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω. Ξανακαρφώθηκε μέσα της σταματώντας. Τραβήχτηκε πάλι σχεδόν όλος έξω και ξανακαρφώθηκε μέσα της. Της άφησε τα μαλλιά και την ξανάπιασε από τη μέση επιταχύνοντας.

Καθισμένη στα τέσσερα, με το κεφάλι πεσμένο και παραδομένη η κοπέλα περίμενε καρτερικά τον Αφέντη της να τελειώσει μαζί της. Η μοίρα της είχε προδιαγραφεί τη μέρα που οι Ρωμαίοι πήραν το χωριό της, θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη από το να είναι το να είναι σκεύος ηδονής για ένα όμορφο Ρωμαίο ευγενή. Θυμήθηκε την αηδία που ένιωθε κάθε φορά που ικανοποιούσε το γέρο σωματέμπορο με το στόμα της, το πως πάλευε να μην ξεράσει κάθε φορά που κατάπινε το σπέρμα του. Με το Γάιο Βαλέριο τουλάχιστον δεν ένιωθε αηδία.

Ο Γάιος τραβήχτηκε έξω και τις έριξε μερικές σφαλιάρες στους γλουτούς. Όταν πήραν το χρώμα που ήθελε τον ξανάβαλε στον κώλο της και όπως είχε πια ανοίξει, σχεδόν της το κάρφωσε. Άρχισε πάλι να κουνιέται γρήγορα ενώ που και που της έριχνε και μια στους γλουτούς.

Ο πόνος από τις σφαλιάρες στους γλουτούς είχε μια περίεργα ευχάριστη υφή. Σίγουρα ήταν προτιμότερος από τον πόνο που της προκαλούσε παίρνοντάς την παρά φύση. Ένιωσε άλλες δυο σφαλιάρες στα κωλομέρια της και της ξέφυγε ένα μικρό βογκητό που δεν ήταν πόνου. Ένιωσε το πέος του να κάνει σπασμούς βαθιά μέσα της.

Την κράτησε ακίνητη και έμεινε και ο ίδιος καθώς άδειαζε με σπασμούς στο βάθος του κώλου της. Η νέα του σκλάβα είχε όμορφο κώλο και σφιχτό όσο ακριβώς έπρεπε. Δεν ήθελε να το χαλάσει οπότε θα έπρεπε να δείξει την δέουσα αυτοσυγκράτηση.

Τραβήχτηκε από πίσω της και με χαρά του διαπίστωσε ότι ήταν καθαρός.

-"Ήσουν πολύ καλή, Σέστια" της είπε.

-"Χαίρομαι που ικανοποιήθηκες Αφέντη μου".

-"Θα πας να βρεις τη Νάνα. Από εδώ και πέρα εσύ θα με ξυπνάς κάθε πρωί. Με το στόμα σου."

-"Μάλιστα Αφέντη μου, όπως διατάζεις" είπε η κοπέλα κοιτώντας το πάτωμα.

-"Λοιπόν, φεύγα τώρα, πήγαινε να σε τακτοποιήσουν" της είπε.

Η κοπέλα έκανε να πιάσει την εσθήτα της για να τη φορέσει.

-"Όχι έτσι, γυμνή"

Η κοπέλα αναστέναξε και βγήκε από το δώμα.

Ο Γάιος Βαλέριος την παρακολούθησε χαμογελαστός. Μα τις ψείρες στα γένια του Δία, η μικρή πολύ του άρεσε.

Wednesday, April 11, 2018

Στα δύσκολα μετράς πραγματικά

Γύρισα με το κεφάλι καζάνι από τη δουλειά.

Ήμουν τόσο κουρασμένη που για λίγη ώρα φλέρταρα με το να μην κάνω το βραδινό μου τζόκινγκ ωστόσο είχα ανάγκη να αδειάσω το μυαλό μου έχοντας περάσει όλη τη μέρα από τη μια συνάντηση στην άλλη προσπαθώντας απελπισμένα να συμμαζέψω τα ασυμμάζευτα.

Έστειλα το μήνυμά μου: "Καλησπέρα. Έφτασα στο σπίτι μόλις τώρα. Είμαι πολύ κουρασμένη, θα κάνω το βραδινό μου τρέξιμο και μετά ένα ζεστό μπάνιο και θα πέσω να κοιμηθώ."

Δεν πήρα απάντηση.

Έβγαλα τα ρούχα μου και τα εσώρουχά μου και τα έβαλα στο πλυντήριο. Άναψα το θερμοσίφωνα, έβαλα τα αθλητικά μου και βγήκα απέναντι στο πάρκο για να τρέξω.

Γύρισα μια ώρα μετά έχοντας τρέξει σύμφωνα με το τράκερ μου γύρω στα 10 χιλιόμερα και η προοπτική του καυτού μπάνιου ήταν το μόνο πράγμα που είχα στο μυαλό μου. Δεν είχα διάθεση -αλλά ούτε και δύναμη- για τίποτε άλλο ωστόσο εκείνη τη στιγμή βούιξε το τηλέφωνό μου. Ήταν μήνυμα από τον Κ μου ο Οποίος όπως πάντα ήταν λακωνικός: "Σε 30 λεπτά θα είμαι εκεί."

Σεβόταν το πρόγραμμά μου όσον αφορούσε τα της εργασίας μου αλλά ο ελεύθερος μου χρόνος ήταν δικός Του. Όσο και να Τον είχα επιθυμήσει το μόνο που πραγματικά ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να κάνω ένα καυτό μπάνιο και να πέσω να κοιμηθώ. Αυτή η προοπτική εξαφανίστηκε οπότε αντί για μπάνιο έκανα ένα γρήγορο ντουζ που δε με χαλάρωσε όπως θα ήθελα.

Στέγνωσα τα μαλλιά μου με το πιστολάκι και άπλωσα λίγη ενυδατική κρέμα. Ήθελα απελπισμένα να μείνω χωρίς σουτιέν ωστόσο ούτε εκεί υπήρχε επιλογή καθώς ο Κ. μου απαιτεί όταν με επισκέπτεται να φοράω κάποιο από συγκεκριμένα ζευγάρια εσώρουχων.

Από κάτω μαύρο μπραζίλ με δαντέλα και από πάνω διάφανο στην κοιλιά νυχτικό με ασορτί δαντελωτό μαύρο σουτιέν και στο αριστερό μου πόδι την μια αλυσίδα με κουδουνάκι την οποία είχα βγάλει πριν το τρέξιμο. Στο λαιμό μου φορούσα τη χρυσή λεπτή καδένα με το λουκετάκι που είχε πάνω το μονόγραμμά Του, αυτό δεν βγαίνει ποτέ παρά μόνο με άδειά Του.

Έχω μεγαλούτσικο στήθος και το σουτιέν αυτό δεν είχε ως στόχο του τη βολή. Αναστέναξα και ανέβηκα όλη στον καναπέ μαζεύοντας και τα δυο μου πόδια και χαζολόγησα στο κινητό περιμένοντάς Τον.

Μετά από λίγη ώρα χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα και πάτησα την κάμερα. Κοίταξε την κάμερα και μου έβγαλε τη γλώσσα του. Χαμογέλασα και πάτησα το κουμπί για να ανοίξει η πόρτα.

Κοίταζα από το ματάκι της πόρτας όταν είδα το φως του διαδρόμου να ανοίγει και Εκείνον να πλησιάζει. Του άνοιξα την πόρτα και μπήκε μέσα. Έκλεισα την πόρτα, γύρισα και Τον κοίταξα.

"Καλησπέρα Έρση" είπε με τη βαθιά λατρεμένη φωνή Του

"Καλησπέρα, Αφέντη μου" Του είπα γονατίζοντας και ακουμπώντας το μάγουλό μου στο στομάχι Του. Μου χάιδεψε απαλά το μαλλί και έγνεψε να σηκωθώ. Πριν καλά καλά σηκωθώ με έπιασε από το σαγόνι και με έφερε κοντά του. Κράτησε το δάχτυλό Του στο σαγόνι περιμένοντας να Τον κοιτάξω στα μάτια. Όταν το έκανα έσκυψε και με φίλησε. Παραδόθηκα στο φιλί Του αλλά σύντομα το διέκοψε.

Τον βοήθησα να βγάλει το σακάκι του και τη γραβάτα του και τα κρέμασα προσεκτικά στον καλόγερο. Μετά τον ακολούθησα στο σαλόνι όπου κάθισε στον καναπέ.

"Θέλετε να σας βάλω κάτι να πιείτε;" Τον ρώτησα.
-"Πρώτα θα με χαλαρώσεις" μου είπε.

Δεν είχα όρεξη και από μέσα μου αγανάκτησα. Αμάν αυτοί οι άντρες με τις πίπες τους. Φυσικά δεν είπα κουβέντα. Το αν είχα όρεξη ήταν αδιάφορο, άλλωστε αυτό ήταν κάτι που είχε ξεκαθαριστεί από τις αρχές. Όταν είχα συμφωνήσει, δεν είχα συμφωνήσει μόνο για τα εύκολα. Στα εύκολα όλοι είναι καλοί, στα δύσκολα μετράς πραγματικά.

-"Μάλιστα Αφέντη μου" του είπα και χωρίς άλλη κουβέντα του ξεκούμπωσα το παντελόνι. Ανέβηκα στον καναπέ πλάι σ' Εκείνον, του κατέβασα το σλιπ και τον πήρα στο στόμα μου. Είχε έρθει και εκείνος από τη δουλειά και έχοντας από το πρωί να πλυθεί η μυρωδιά εκεί κάτω ήταν ελαφρά δυσάρεστη. Δεν έδειξα δυσαρέσκεια και έβαλα όλη μου την τέχνη για να τον ικανοποιήσω. Σε αυτό, το παραδέχομαι, υπήρχε και ένας εγωιστικός λόγος, όσο καλύτερα το έκανα τόσο γρηγορότερα θα τελείωνε.

Δεν είχε σκοπό να μου το κάνει εύκολο. Είναι άνθρωπος που έχει έλεγχο στον οργασμό Του και το παρέτεινε πάνω από 20 λεπτά μέχρι να αφεθεί και να τελειώσει στο στόμα μου. Όπως πάντα πριν καταπιώ γύρισα και Τον κοίταξα στα μάτια και κατάπια μόλις μου ένευσε. Μου χάιδεψε λίγο ακόμα στο μαλλί και μου είπε να τον ετοιμάσω.

Σηκώθηκα και πήγα στο δωμάτιο όπου έβγαλα από ένα συρτάρι τις πιτζάμες του. Γύρισα στο σαλόνι και τον βοήθησα να βγάλει πουκάμισο και παντελόνι. Σηκώθηκα και τα δίπλωσα προσεκτικά και μετά γύρισα και γονάτισα μπροστά του. Πήρα ένα-ένα και τα δυο του πόδια και τα φίλησα πρώτα με τα χείλια και μετά με τη γλώσσα μου. Μετά τα πήρα στα χέρια μου και άρχισα να τους κάνω μασάζ. Η ανταμοιβή μου ήταν τα βογγητά Του ανακούφισης/χαλάρωσης.

Ευχόμουν από μέσα μου να νυστάξει και έβαλα τα δυνατά μου να Τον χαλαρώσω αλλά ο Αφέντης μου είχε έρθει με ορέξεις και απαιτούσε να ικανοποιηθεί μαζί μου. Δεν είχε ούτε κι Εκείνος εύκολη μέρα στη δουλειά. Εγώ είχα το τζόκινγκ μου,ο Αφέντης μου είχε εμένα.

Πήγα και του έβαλα ένα ποτήρι σκέτη βότκα που του αρέσει και τον ξαναπήρα στο στόμα μου. Όταν ορθώθηκε έβγαλα το νυχτικό μου και τα εσώρουχά μου και κάθισα πάνω του. Δεν ήμουν ιδιαίτερα ερεθισμένη οπότε αρχικά βοήθησε το γεγονός ότι πριν τον είχα στο στόμα μου. Όταν όμως τον ένιωσα μέσα μου...

Αααχ...

Άρχισα να κουνιέμαι και το βλέμμα του και οι κοφτές του ανάσες ήταν η ανταμοιβή μου. Άπλωσε τα χέρια του και μου χούφτωσε απαλά και τα δυο μου στήθη και έτριψε τρυφερά τις ρόγες. Εγώ έκανα κινήσεις με τη λεκάνη μου και όταν καρφωνόμουν πάνω του μου ξέφευγαν βογγητά ηδονής. Προς στιγμή έχασα τον ρυθμό μου όταν έχωσε το κεφάλι του στα στήθη μου και άρχισε να μου δαγκώνει με δύναμη τις ρώγες αλλά τον ξαναβρήκα. Είχε περάσει το ένα χέρι του κάτω από τους γλουτούς μου ώστε να με βοηθάει στην κίνησή μου. Εγώ τριβόμουν μπρος πίσω προσπαθώντας να τον πάρω όσο πιο μέσα μου γινόταν και προσέχοντας μη μετά βγει κατά λάθος έξω και έχουμε ατύχημα. Ενώ είχα αρχίσει να πλησιάζω στον οργασμό, με σταμάτησε.

Ουφ.

-"Έχεις φάει;" με ρώτησε.
-"Όχι, Αφέντη μου" του απάντησα.
-"Τι έχεις μαγειρέψει;"
-"Έχει μείνει λίγο κοτόπουλο φιλέτο από εχθές και έλεγα να φτιάξω μια σαλάτα. Δεν σας περίμενα" του είπα ειλικρινά.
-"Πήγαινε φτιάξε τη σαλάτα" μου είπε.
-"Κι εσείς;"
-"Θα παραγγείλω μοσχάρι με λαχανικά από το κινέζικό σου" μου είπε.
-"Δε θέλετε να σας φτιάξω κάτι;"
-"Όχι."
-"Μα...-"
-"Έρση" μου είπε αυστηρά.
-"Μάλιστα Αφέντη μου" είπα χαμηλώνοντας το βλέμμα.

Να πω ότι δεν ανακουφίστηκα λίγο θα ήταν ψέμματα. Από την άλλη ένιωσα τύψεις μέσα μου που δεν Τον περιποιούμουν όπως πρέπει.

-"Αφέντη μου..."
-"Πες μου"
-"Συγνώμη"
-"Για ποιο πράγμα ζητάς συγνώμη;"
-"Που... που δεν σας περιποιούμαι όπως πρέπει. Ναι, είμαι κουρασμένη αλλά... αλλά θέλω, θέλω να σας περιποιηθώ."
-"Αρκετά" μου είπε με αυστηρό ύφος και πάγωσα. "Κάτσε σε στάση τιμωρίας, τώρα."

Σηκώθηκα και έκατσα στα τέσσερα πάνω στον καναπέ ακουμπώντας στην πλάτη του και με τουρλωμένο κώλο. Τον άκουσα να πηγαίνει μέσα και να φέρνει την αγαπημένη του βέργα.

-"Μέτρα" μου είπε.

Έσφιξα τα δόντια περιμένοντας πάνω μου τη βέργα.

Μου έριξε 5 γρήγορες αλλά πολύ αδύναμες, ουσιαστικά ίσα που με άγγιζε κάθε φορά.

-"Κακή Έρση! Κακή" μου είπε κοροϊδευτικά σα να μιλούσε σε σκυλάκι κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. Σηκώθηκα γρήγορα και τον αγκάλιασα με λατρεία.

-"Σ' αγαπάω" του είπα κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Είναι η μόνη φράση στην οποία μου επιτρέπεται ο ενικός.

Ένιωσα τη διέγερσή του και ξαφνικά μου ξαναγύρισε η όρεξη.

-"Κακή Έρση" του είπα και στάθηκα πάλι σε στάση τιμωρίας.

Η βέργα έπεσε πάνω μου δυνατά αυτή τη φορά, αλλά ο πόνος... ο πόνος ήταν γλυκός.

"Ένα" είπα χαμογελώντας.

Friday, April 6, 2018

Το γλυκό τσίμπημα του γαλάζιου σκορπιού

Ήταν ξημερώματα όταν τέλειωσα το post.

Δεν το ήξερα αλλά μόλις είχε ξημερώσει μία από τις χειρότερες μέρες της ζωής μου.

Και η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η πράξη αυτής της συγγραφής θα ήταν το εξοδόχαρτο από την προσωπική μου κόλαση που είχα πέσει από τη μέρα που με πρόδωσε η "Γαλάτεια".

Γαμημένο σύμπαν. Ακόμα και αν πρόκειται να σου δώσει χαρά πρέπει να πληρώσεις πολύ σκληρό τίμημα.

Έπεσα για ύπνο και πήγα στη δουλειά. Δεν άνοιξα τον υπολογιστή το βράδυ, έμεινα να καπνίζω το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις.

Ήταν η βραδιά που έσπασε το φράγμα που κρατούσε μέσα μου τα σκοτάδια και κόντεψαν να με πνίξουν. Εκείνη με συγχώρεσε την ίδια στιγμή, εγώ έκανα πολλά χρόνια να το ξεπεράσω.

Ήταν η μέρα της ενηλικίωσης. Ήταν η μέρα που στα 37 μου κατάλαβα πόσο απάνθρωπο ήταν το να κάνω μια γυναίκα να με ερωτευτεί για να της επιβάλω μέσω του έρωτά της την κυριαρχία μου.

Η μετάνοια μου ήταν ειλικρινής. Ίσως αυτό που λένε για το κάρμα να είναι αληθινό.

Δύο μέρες μετά ενώ ήμουν ακόμα στις μαύρες μου είδα ένα popup από τσατ που μου έκανε μια κοπελίτσα που της άρεσαν αυτά που γράφω αλλά δεν είχε τύχει να μιλήσουμε.

"Ζηλεύωωωωωωωω"

Ποιος καλός Θεός με έκανε να απαντήσω αντί να κλείσω το popup?

"Γιατί, ναυτάκι θέλεις να γίνεις;" τη ρώτησα πειρακτικά.

Κάπως έτσι μπήκε στον κόσμο μου η σύντροφός μου.

Πιάσαμε την κουβέντα. Άρχισα να το διασκεδάζω από τις πρώτες γραμμές

-"Να σας μιλάω στον ενικό ή στον πληθυντικό"
-"Μίλα μου και στον δυικό αν σου κάνει κέφι" απάντησα.
-"Τι είναι αυτό;"

Νεολαία σου λέει μετά.

-"Μίλα μου στον ενικό" της είπα.
-"Μα εδώ μου λένε να μιλάω στους Masters στον πληθυντικό"
-"Ανατρίχιασα σύγκορμος" συνέχισα αστειευόμενος
-"Με κοροϊδεύετε" μου είπε και στο μυαλό μου ζωγραφίστηκε η εικόνα μιας κοπέλας να χτυπάει θυμωμένη το πόδι της στο πάτωμα
-"Πώς σε λένε" τη ρώτησα
-"Μίκα" μου απάντησε.

Τι διάολο όνομα ήταν πάλι τούτο;

-"Συντομογραφία του Μικαέλα;" τη ρώτησα.
-"Όχι, απλά έτσι με φωνάζουν από παιδί. Το όνομά μου είναι Μ."
-"Έχεις τόσο όμορφο όνομα και σε φωνάζουν Μίκα; Εγώ δεν πρόκειται."
-"Μα έτσι με φωνάζουν" μου είπε.
-"Πρόβλημά τους. Εγώ θα σε λέω Μ., take it or leave it"
-"Μάλιστα" μου είπε.
-"Ξέχασες το κύριε Λοχαγέ" της απάντησα.
-"Τι έκανα πάλι;" με ρώτησε με απορία.
-"Άσε με να υποθέσω" της έγραψα. "Σου έχουν πει να μιλάς στον πληθυντικό και να λες μάλιστα"
-"..."
-"Άκου Μ. σε εμένα θα μιλάς όπως σου βγαίνει. Θες πληθυντικό; Πληθυντικό. Θες ενικό; Ενικό. Θες μάλιστα; μάλιστα. Θες γιασάν του μάγκα; Γιασάν του μάγκα"
-"Μάλιστα... εεε ναι... χιχιχιχι"

Συνεχίσαμε να μιλάμε. Ήταν με κάποιον μαζί και ήθελε να μάθει για το BDSM και είχε μπει γι αυτό το λόγο στο forum. Η συμβουλή που της είχα δώσει είναι να κρατάει μικρό καλάθι και αν έχει οποιαδήποτε απορία να με ρωτήσει.

Γρήγορα κατάλαβα ότι η δήθεν σχέση της ήταν περισσότερο στο μυαλό της και του φερόμενου ως master της παρά πραγματική. Ως πάγια αρχή μου και παρά το γεγονός ότι φλερτάρω όταν μιλάω σε γυναίκες, δεν την πέφτω. Και επειδή είχα πάρει πολύ προσφάτως τον όρκο ότι δεν θα προσπαθήσω να υποτάξω ξανά καμία βασιζόμενος στον έρωτά της ήμουν πολύ-πολύ προσεκτικός στο πως την αντιμετώπιζα.

Βέβαια η καρδούλα μου το 'ξερε. Χώρια από το πόσο διασκέδαζα συζητώντας μαζί της μου είχε στείλει και φωτογραφίες της και όσοι την έχετε δει, ξέρετε τι λέω. Κουκλί σκέτο. Ακριβώς το είδος της ομορφιάς που με ξετρελαίνει, το πολύ γλυκό γελαστό πρόσωπο και τα εκφραστικά μάτια.

Χώρια η φωνή της. Δε χόρτενα να την ακούω στο τηλέφωνο.

Αυτό που δεν είχα καταλάβει ήταν ότι το ραδιούργο μειράκιο είχε τσιμπηθεί μαζί μου και με χόρευε καρσιλαμά.

Όχι, δε μουτζώνομαι. Μπορεί να με τύλιξε σε μια κόλα χαρτί αλλά είμαι άνθρωπος που όχι απλά δεν φοβάται τις ευφυείς γυναίκες, τις λατρεύει.

Και ανήμερα της γιορτής της με πήρε το πρωί νευριασμένη και μου το ξεφούρνισε.

-"...που ήθελε να του βγάλω και φωτογραφία γονατιστή."
-"Δεν το έκανες;" τη ρώτησα με δήθεν έκπληξη. Της έκανα τον εξομολόγο σχεδόν ένα μήνα και ήξερα όλες τις λεπτομέρειες.
-"Όχι. Παλιά ίσως, τώρα όχι"
-"Αν δεν στο βγάζει τότε μην το κάνεις"
-"Ε αυτό λέω, δεν το έκανα και μου είπε τέλος"
-"Κι εσύ τι έκανες;" τη ρώτησα
-"Τίποτα. Τι να κάνω;"
-"Το μετάνιωσες;"
-"Όχι" μου είπε ειλικρινά. "Να σου πω την αλήθεια λίγο με νοιάζει"

Ήταν ελεύθερη. Δεν έχασα ούτε δευτερόλεπτο.

-"Ίσως γιατί νιώθεις ότι θέλεις να γονατίσεις μπροστά σε κάποιον άλλον".
-"Ίσως" μου απάντησε αινιγματικά.

Το παραδέχομαι: το τύλιγμά μου σε μια κόλα χαρτί περιλάμβανε και φιόγκο κι εγώ χαμπάρι!

Είχαμε κανονίσει να ανέβω στην πόλη της. Είχαμε πει ώρα και μέρα.

Και ως γνήσιος αυτοκαταστροφικός άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του πήγα να το τινάξω και αυτό στον αέρα.

Ευτυχώς ήταν πιο επίμονη απ' όσο εγώ αυτοκαταστροφικός και μετά από ένα γρήγορο ξέχεσμα (που το άξιζα) αποφάσισα και σηκώθηκα 2 η ώρα τη νύχτα να πάω να τη βρω.

Οδηγούσα σαν τον τρελό μέσα στη νύχτα και το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόμετρα το ένα μετά το άλλο. Έφτασα χαράματα στην πόλη της και προσπάθησε να με καθοδηγήσει... ανεπιτυχώς.

Δεν είχα ιδέα που ήμουν όταν μου είπε να παρκάρω εκεί που είμαι και να έρθει να με βρει. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια που έχω πάει πολλές φορές εκεί, ακόμα και τώρα δεν βρίσκω το σημείο που με συνάντησε.

Ήταν σκοτεινά, μόλις πέντε το πρωί. Είχε κρύο και έριχνε ψιλόβροχο.

Και εγώ εκεί να την περιμένω κάτω από μια ομπρέλα.

Την είδα να έρχεται πάνω μου τρέχοντας και ένιωσα ξαφνικά σαν ντροπαλό αγοράκι που βλέπει την καψούρα του να τον πλησιάζει. Όρμισε πάνω μου, με έσφιξε στην αγκαλιά της και με φίλησε με τόσο πάθος που ξέχασα τις ντροπές, ξέχασα την κούρασή μου και ξέχασα πως με λένε.

Σταμάτησα το φιλί και την κράτησα από τα χέρια για να την δω από πάνω ως κάτω. Ήταν ακόμα λαχανιασμένη, φορούσε φόρμα και ήταν ακόμα πιο όμορφη απ' όσο φαινόταν στις φωτογραφίες και στο skype.

-"Πάμε" της είπα.
-"Πάμε" μου είπε.

Και από τότε πηγαίνουμε μαζί.

Δώρο γενεθλίων

Οι κανόνες ήταν οι εξής:
  1. Ως τιμωρία από εσένα χωρίς τη δική μου έγκριση επιτρέπεται μόνο το χέρι στα κωλομέρια.
  2. Μπορείς να την πάρεις από όπου θέλεις, όσες φορές θέλεις. Με εξαίρεση το στόμα της διείσδυση μόνο με χρήση προφυλακτικού. Μπορείς να τελειώσεις στο στόμα της αλλά η επιλογή του να καταπιεί είναι δική της.
  3. Στις 12:00, στις 15:00 και στις 19:00 και 23:00 θα με πάρει τηλέφωνο για 10 λεπτά.
  4. Σε περίπτωση σταθερής ανυπακοής της οφείλεις να με πάρεις τηλέφωνο, πέντε λεπτά αφού μου στείλεις το κατάλληλο μήνυμα. Αν κρίνω ότι κακώς δεν υπάκουσε τότε θα σου ανακοινώσω την τιμωρία την οποία θα εφαρμόσεις εσύ. Αν κρίνω ότι καλώς δεν υπάκουσε τότε οφείλεις να σταματήσεις.

Δεν χρειάζονταν άλλοι. Με ήξερε και ήξερε τα γούστα μου.

Και μου είχε κάνει το καλύτερο δώρο για τα 35 μου γενέθλια. Μου παραχωρούσε την Ε., τη σκλάβα του για ένα ολόκληρο 24ώρο.

Η Ε. ήταν 25 χρονών με γλυκό πρόσωπο, μετρίου μήκους ξανθό μαλλί, γαλάζια παιχνιδιάρικα μάτια και λυγερή σαν ελαφίνα. Ήταν πραγματικό κουκλί και ήταν η νεώτερη από τις τρεις σκλάβες του.

Πού τις βρίσκει ήθελα να ήξερα και πως τις καταφέρνει και τις τρεις μαζί. Μερικοί άνθρωποι είναι πραγματικά χαρισματικοί και κάνουν χωρίς καν δεύτερη σκέψη πράγματα που για σένα θα ήταν αξιοσημείωτοι άθλοι.

Κατέβηκα το πρωί στην Κηφισιά όπου περίμενα την Ε. στο σταθμό, κουστουμαρισμένος παρά την καλοκαιρινή ζέστη και με ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Κατέβηκε από την πίσω μεριά του σταθμού και όταν ανέβηκε τις σκάλες με χαιρέτησε κουνώντας χαρούμενη το χέρι της.

Της έδωσα το λουλούδι και την φίλησα απαλά στα χείλια.

-"Καλώς την" της είπα. "Όπως πάντα είσαι στις ομορφιές σου"
-"Καλώς σας βρήκα, κύριε. Πορτοκαλί τριαντάφυλλο, βλέπω το θυμηθήκατε" είπε με χαμόγελο που φώτιζε όλο το πρόσωπό της.
-"Μήπως προτιμάς να μου μιλάς στον ενικό;"
-"Όχι, κύριε, είναι διαταγή από τον Αφέντη μου να σας μιλάω στον πληθυντικό."
-"Αν είναι έτσι πες ότι δεν το είπα. Το μαγιό σου το έφερες που σου ζήτησα;"
-"Βεβαίως κύριε" μου είπε.
-"Τι λες κοριτσάρα μου, θέλεις να πάμε θάλασσα;"
-"Θέλω να κάνετε ό,τι επιθυμείτε κύριε"
-"Αυτή τη στιγμή επιθυμώ να μου πεις τι τραβάει η ψυχή σου. Θέλω να περάσεις κι εσύ καλά σήμερα"
-"Γιατί πιστεύετε ότι δεν θα περάσω κύριε; Δεν θα με έστελνε ο Αφέντης μου αν δεν ήταν σίγουρος ότι θα περάσω κι εγώ καλά σήμερα."
-"Δεν είπα αυτό..." της είπα. "Απλά θέλω αυτή τη στιγμή να μου πεις εσύ πως θα ήθελες να ξεκινήσει η μέρα μας"
-"Σας ευχαριστώ κύριε. Θα επιθυμούσα, εφόσον φυσικά το θέλετε κι εσείς, να πάμε να πιούμε ένα καφέ στο Κεφαλάρι ή στην Πολιτεία"
Έβγαλα ένα νόμισμα από την τσέπη μου. "Κεφαλή ή γράμματα;"
-"Κεφαλή;" με ρώτησε με απορία
-"Η κορώνα μας έχει τελειώσει από το '74" της είπα χαμογελώντας.
-"Κεφαλή τότε!"
Έστριψα το νόμισμα
-"Κεφαλάρι!"

Πήγαμε στο αυτοκίνητο και της άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού.

Σε 10 λεπτά είχαμε φτάσει αλλά δεν βρήκα να παρκάρω κάπου κοντά οπότε το πήραμε ποδαράτο μέχρι τις καφετέριες. Την πήρα αγκαζέ και ξεκινήσαμε. Ένιωθα υπέροχα, η πρόσχαρη διάθεση της Ε. και τα ζηλόφθονα βλέμματα των αντρών στο δρόμο μου είχαν φτιάξει τη διάθεση.

Με ξένα ρούχα άρχοντας δε γίνεσαι, είναι αλήθεια, αλλά αν σου χαρίζουν γάιδαρο μη χαλάς το χρόνο σου κοιτάζοντάς τον στα δόντια.

Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και παραγγείλαμε.

-"Πώς νιώθεις;"
-"Μια χαρά κύριε, σας ευχαριστώ."
-"Μεταξύ μας" της είπα "αν όλο αυτό σε φέρνει σε δύσκολη θέση σε παρακαλώ θέλω να μου το πεις. Καταλαβαίνω τη σχέση σου με το Ν. ωστόσο..."
-"Ωστόσο τι, Κύριε;"
-"Αν δε θέλεις..." είπα και κόμπιασα.
Έβαλε τα γέλια αλλά όχι κοροϊδευτικά. Ειλικρινά το διασκέδαζε με την αμηχανία που με είχε κυριεύσει.
-"Είστε πολύ γλυκούλης κύριε" μου είπε και με έκανε να μην ξέρω αν θέλω να τη φιλήσω ή να της ντρεσάρω χαστούκι μπροστά στον κόσμο. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δημοσίως το δεύτερο αλλά φλέρταρα για λίγο με τη σκέψη, έτσι, για το σπορ.
-"Μπα πανάθεμά σε θα μου βγάλεις το όνομα" της είπα τελικά χαμογελώντας.
-"Μήπως προτιμάτε να σας βγάλω τα μάτια, κύριε;"
-"Μόνο αν είναι να μου τα πετάξεις έξω" της είπα και της έκλεισα το μάτι.
Έβαλε τα γέλια και είχε ένα κρυστάλλινο, γάργαρο γέλιο που φώτιζε ακόμα περισσότερο τη ζεστή καλοκαιριάτικη μέρα.

Ήπιαμε το καφεδάκι μας πειράζοντας ο ένας τον άλλον και η μικρή ήταν σαΐτα και ετοιμόλογη, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

"Γ. μαζέψου" είπα μέσα μου. Η μικρά είχε αυτό το κάτι που θα μπορούσε να με κάνει να τη δαγκώσω τη λαμαρίνα και δεν ήταν δικιά μου, ήταν το δώρο των γενεθλίων μου.

Τον άτιμο. Ξαφνικά κατάλαβα. Τον άτιμο!!!!!

Τον πήρα τηλέφωνο, είμαι σίγουρος ότι το περίμενε.

-"Let me guess" μου είπε "περνάς τόσο καλά που σκέφτεσαι να μου τη στείλεις πεσκέσι πριν περάσετε μαζί καν μία ώρα."
-"Το διασκεδάζεις, κάθαρμα" του είπα.
-"Εσύ τι νόμιζες μικρέ, μόνο εσύ είσαι σαδιστής;"
-"Ασταδιάλα" είπα και έκλεισα γελώντας.

Η Ε. με κοίταζε με ενδιαφέρον.

-"Ο Αφέντης σου είναι σαδίσταρος του κερατά."
-"Μη μου πείτε!!!!" μου έκανε με προσποιητή έκπληξη.

Τι να πω, το ζεύγος με είχε κάνει του αλατιού. Παραδέχτηκα την ήττα μου.

Όταν τελειώσαμε το καφεδάκι μας την πήρα και πήγαμε σπίτι μου. Ήθελα να την βάλω κάτω και να την πάρω με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους ωστόσο όσο παρέτεινα αυτή τη γλυκιά προσμονή, τόσο περισσότερο φτιαχνόμουν.

Μπήκαμε στο σπίτι και το λυκόσκυλό μου ήρθε να μας υποδεχτεί με το μπαλάκι του στο στόμα. Την κοίταξε καχύποπτα. Το λαμπραντόρ από την άλλη απλά γύρισε πλευρό.

-"Έτσι και του πετάξεις το μπαλάκι, θα γίνει κολλητός σου" της είπα.

Ο Μάξιμος άφησε το μπαλάκι στα πόδια μας και μας κοίταξε με προσμονή. Η Ε. έσκυψε και το έπιασε και του το πέταξε μακρυά. Δυο τρεις ριξιές μετά ο Μάξιμος την είχε ερωτευτεί και μένα με είχε γραμμένο στα σκυλοπαπάρια του.

Ανεβήκαμε στο σπίτι μου. Της έδειξα να πάει να πλύνει τα χέρια της και πήγα και κάθισα στον καναπέ. Όταν γύρισε ήρθε και κάθισε μπροστά μου.

-"Άλλαξε και βάλε το μαγιό σου" της είπα.

Η Ε. άνοιξε την δεύτερη τσάντα της και έβγαλε το μαγιό της. Κοιτάζοντάς με έβγαλε το φανελάκι που φορούσε από πάνω και έμεινε με το σουτιέν. Το στήθος της ήταν μικρό για τα γούστα μου, το υπολόγιζα περίπου μια παλάμη, ωστόσο ήταν πραγματικό έργο τέχνης. Έβγαλε το σουτιέν της σα να μην τρέχει τίποτα και έμεινε τελείως γυμνή από πάνω. Μετά κατέβασε το τζιν παντελόνι της και έμεινε μόνο με ένα μικρό μαύρο στρινγκάκι.

Ήταν η ρουφιάνα σμιλευμένη σαν άγαλμα. Είχε αλαβάστρινο δέρμα και μόνο τα μυτερά αφτιά της έλειπαν για να την πεις ξωτικό.

-"Μην βάλεις ακόμα το μαγιό σου" τη διέταξα και εκείνη υπάκουσε μένοντας όρθια μπροστά μου.

Τη χάιδεψα πρώτα με τα μάτια μου και μετά με τα χέρια μου. Λεπτά υπέροχα πόδια, υπέροχος κώλος, επίπεδο στομάχι με τον αφαλό της σχεδόν σαν κόσμημα και στητό σφιχτό στήθος με αυθάδικες ρώγες. Την έπιασα από τον κώλο και την έφερα μπροστά μου και έτριψα το πρόσωπό μου στην κοιλιά της. Σήκωσα τα χέρια μου και πήρα τα στήθη της στις παλάμες μου και τα ζούληξα ελαφρά. Είχα γίνει πέτρα.

Όχι ακόμα.

-"Βγάλε το στριγκάκι σου"

Το κατέβασε χωρίς δισταγμό συνεχίζοντας να με κοιτάει στα μάτια.

Την γύρισα και είχα τον κώλο της μπροστά μου και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα την ανάγκη να φάω γυναικείο κώλο. Ούτε η Μ. από το πανεπιστήμιο, που είχε εξίσου ωραίο σώμα -ίσως και καλύτερο- δεν μου το είχε βγάλει. Φίλησα πρώτα το ένα κωλομέρι και μετά το άλλο και άρχισα να τη γλείφω. Την έβαλα να σκύψει για να τον έχω μπροστά μου σε όλο του το μεγαλείο. Χωρίς καν να το σκεφτώ βούτηξα τη γλώσσα μου μέσα της. Ήταν αλμυρή σαν τη θάλασσα και διάφανη σαν νερό πηγής. Έχωσα σχεδόν όλο το πρόσωπό μου πίσω της γλείφοντάς τη με μανία ενώ το χέρι μου μπροστά έπαιζε με το μουνάκι της.

Τα βογγητά της ήταν η πιο γλυκιά μουσική στ' αφτιά μου.

Την έβαλα να κάτσει με τα τέσσερα με τον κώλο τουρλωμένο ακουμπισμένη στην πλάτη του καναπέ. Πήγα στο ντουλάπι και πήρα ένα προφυλακτικό με γεύση φράουλα και το φόρεσα. Δεν μου αρέσουν τα προφυλακτικά αλλά ο λόγος είναι λόγος. Σάλιωσα το δάχτυλό μου και το έχωσα στην τρυπούλα της. Παρθένα δεν ήταν και τα butt plugs είχαν κάνει τη δουλειά τους, μπήκα μέσα της.

Ήταν τόσο στενή όσο έπρεπε για να το ευχαριστηθώ και τόσο ανοιχτή όσο έπρεπε για να κινούμαι αβίαστα. Ακόμα και το προφυλακτικό δεν μπορούσε να στερήσει αυτή την ηδονή. Άρχισα να κινούμαι μέσα στον κώλο της όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά και η Ε. πότε τον έσφιγγε και πότε τον χαλάρωνε ξετρελλένοντάς με. Δε μου πήρε πολλή ώρα για να γεμίσω το προφυλακτικό με χύσια.

Το έβγαλα και το πέταξα σε μια άκρη και την έβαλα να με πάρει στο στόμα της. Τον καθάρισε με τη γλώσσα της από όλα τα υπολείμματα και έγλειψε τα χείλη της προκλητικά.

Μου ξανάγινε γρήγορα κάγκελο αλλά το σταμάτησα. Έσκυψα και τη φίλησα στο στόμα.

-"Ελπίζω να σας ικανοποίησα κύριε" μου είπε και συνέχισε "Σας ευχαριστώ που με χρησιμοποιήσατε."

Ξάπλωσα στον καναπέ και την πήρα αγκαλιά και τη χάιδευα και τη χούφτωνα περιμένοντας να πάει 12:00 για να πάρει τον Ν. τηλέφωνο.

Στις 12:00 ακριβώς, πήρε το τηλέφωνό της και πήγε μέσα. Βγήκε ακριβώς μετά από 10 λεπτά.

Δεν με αφορούσε τι του είπε και δεν την ρώτησα.

-"Έχω πάρει όλα τα απαραίτητα υλικά που ζήτησες" της είπα. "Πήγαινε να μαγειρέψεις και πριν ξεκινήσεις φτιάξε μου ένα φραπέ. Ξέρεις πως τον πίνω"

-"Μάλιστα κύριε, ευχαρίστως".

Σηκώθηκα και πήγα στον υπολογιστή, τον άνοιξα και μπήκα να χαζολογήσω. Μετά από 5 λεπτά η Ε. ήρθε με τον καφέ μου και μετά γύρισε στην κουζίνα για να μαγειρέψει το ριζότο με τα θαλασσινά που της είχα ζητήσει καθώς και να ετοιμάσει την τούρτα των γενεθλίων μου, ζελέ ανανά με γιαούρτι και κομμάτια ανανά. Μπορεί να μην παίρνει κερί πάνω του αλλά είναι καλοκαιρινό, ελαφρύ και δροσιστικό γλυκό.

Μέχρι να πάει 13:30 το φαγητό ήταν έτοιμο και το γλυκό είχε μπει στο ψυγείο για να αρχίσει να κρυώνει. Σέρβιρε και τους δυο μας και καθίσαμε να φάμε.

Ήταν και καλή μαγείρισσα. Τον άτιμο τον Ν. πού τις βρίσκει;

Πήγαμε στο δωμάτιό μου και ξαπλώσαμε και οι δύο στο κρεββάτι. Έβαλα μια ταινία να παίζει, την πήρα στην αγκαλιά μου...

...και σε λίγο με είχε πάρει στην αγκαλιά του ο Μορφέας.

Ξύπνησα κατά τις 16:00. Η Ε. ήταν δίπλα μου και διάβαζε ένα βιβλίο που είχε βρει στη βιβλιοθήκη μου.

-"Πήρες τηλέφωνο το Ν." τη ρώτησα ανήσυχος.
-"Φυσικά κύριε, μην ανησυχείτε. Με όλο το θάρρος, θα σας ήταν εύκολο να μου δανείσετε το βιβλίο που άρχισα να διαβάζω;"
-"Ακόμα καλύτερα, στο χαρίζω" της είπα χαμογελώντας. Ήταν η βιογραφία του Alan Turing. "Το τέλος ωστόσο θα σου αφήσει πικρή γεύση στο στόμα"
-"Σας ευχαριστώ πολύ κύριε, με τιμάτε με το δώρο που μου κάνετε"

Όρμισα πάνω της και τη φίλησα με πάθος. Άρχισα να τη γλείφω στο λαιμό, στους λοβούς των αφτιών και μετά κατέβηκα στα στήθη της. Της έγλειφα και της δάγκωνα τη ρώγα του δεξιού της στήθους ενώ της μάλαζα το αριστερό. Μετά κατέβηκα δαγκώνοντας και φιλώντας στην κοιλιά της και μετά στο δεξί της πόδι και έφτασα μέχρι τα δάχτυλα του ποδιού της. Μετά άλλαξα πόδι και ανέβηκα σιγά σιγά προς τα πάνω μέχρι που έφτασα στο μουνάκι της. Ήταν υγρή, σχεδόν έσταζε. Την έγλειψα μέχρι που την ένιωσα να αρχίσει να τραντάζεται και να βογκά ενώ τα χέρια μου μάλαζαν ψηλά τα στήθη της και τσιμπούσαν τις πετρωμένες της ρώγες.

Τέλειωσε με σπασμούς αλλά δεν την άφησα, συνέχισα να την γλείφω και η καύλα της έγινε πόνος και μετά ο πόνος της καύλα και μετά ξανά πάλι πόνος.

Σταμάτησα απότομα, σηκώθηκα και ξάπλωσα δίπλα της. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα, κατέβηκε χαμηλά και με πήρε στο στόμα της. Η Ε. έκανε καταπληκτικό τσιμπούκι και παραλίγο να είχε την τιμή να γίνει η πρώτη που θα με έκανε να τελειώσω στο στόμα της χωρίς να κρατήσω την ανάσα μου.

Παραλίγο.

Από την άλλη δε χρειάστηκε να γίνω και μπλε, όπως το σύνηθές μου. Έχυσα στο στόμα της μια αρκετά σεβαστή ποσότητα που αναρωτιόμουν πως μαζεύτηκε μέσα σε ένα δίωρο. Με κοίταξε στα μάτια παρακλητικά και κατάλαβα. Σηκώθηκα και της έφερα μια χαρτοπετσέτα και τα έφτυσε. Δεν παρεξηγήθηκα ούτε χαλάστηκα, είχε το δικαίωμα.

Την έβαλα να βάλει το μαγιό της και πήγαμε στο Σχοινιά. Καθίσαμε στο μπιτς μπαρ και παραγγείλαμε καφέ. Μετά βουτήξαμε και οι δύο στο νερό και παίζαμε σαν παιδάκια. Μου ζήτησε την άδεια να βγει να πάει να κάνει ηλιοθεραπεία και της το επέτρεψα. Εγώ συνέχισα να πλατσουρίζω στο νερό σαν παιδάκι ενώ η Ε. πήγε, πασαλείφτηκε με αντηλιακό και κάθισε στον απογευματινό ήλιο.

Βγήκα κι εγώ έξω. Σηκώθηκε και με σκούπισε και ξάπλωσε ξανά. Η καρδιά μου πετάριζε με τα βλέμματα ζήλιας που έβλεπα από τους υπόλοιπους άντρες ωστόσο ήξερα ότι δεν είχε νόημα να κορδώνομαι. Δεν ήταν δικιά μου ή για την ακρίβεια ήταν δικιά μου για μια μέρα και μετά πίσω στον Αφέντη της.

Θα μου έλειπε απίστευτα και ο σαδίσταρος ο Ν. το ήξερε όπως ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ το δώρο του.

Γυρίσαμε σπίτι και κάναμε ντουζάκι και ετοιμαστήκαμε για τη βραδινή μας έξοδο. Πήγαμε σε ένα όμορφο ροκ μπαρ στα Βριλήσσια -αλίμονο, δεν είναι ανοιχτό πλέον- και συζητούσαμε για ώρες ακούγοντας υπέροχη ροκ και μέταλ μουσική. Της έδειξα στις τοιχογραφίες τον Έλρικ του Μελνιμπονέ και της εξήγησα ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ποιο ήταν το όνομα του δράκου το οποίο ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι.

Δεν ήθελα να τελειώσει η νύχτα.

Όταν ο Ν. μου είχε ανακοινώσει το δώρο του σκεφτόμουν από μέσα μου ότι θα την πηδούσα όλη μέρα και όλη νύχτα. Το πήδημα που έριχνε ο ένας στο μυαλό του άλλου ωστόσο ξεπερνούσε τα πάντα.

Ωστόσο, όπως και της Σταχτομπούτας, ο χρόνος μου θα τελείωνε σε μερικές ώρες και η Ε. θα επέστρεφε στον Αφέντη της κι εγώ στη μοναξιά μου.

Μου είναι απίστευτα δύσκολο να νιώσω συναισθήματα για κάποιον άνθρωπο όμως ο χρόνος που περνούσα μαζί της ήταν ένας χείμαρρος αισθημάτων, μια πανδαισία χρωμάτων που είχα πολλά χρόνια να ζήσω.

Πήγαμε σπίτι και δεν ξέρω για εκείνη αλλά εγώ της έκανα έρωτα. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Ούτε στάσεις ούτε τίποτα, απλό αγνό και υπέροχο ιεραποστολικό, να την κάνω δική μου και να την κοιτάζω στα μάτια και να χάνομαι μέσα της, ξέροντας ότι σε λίγο θα σφυρίξει το τέλος και θα κατέβω από το καρουζέλ μου.

Κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου και εγώ κοιτούσα το ταβάνι παρακαλώντας το χρόνο να σταματήσει.

Μετά την προδοσία της Γαλάτειάς μου είχα παραδοθεί, είχα ζήσει τη ζωή μου σαν λαθρεπιβάτης. Και ο Ν. με το δικό του σαδιστικό τρόπο μου είχε πει ότι ο παράδεισος υπάρχει. Ο πόνος είναι όπλο.

Μπορεί να σε σφάξει.

Μπορεί και να σε κάνει να κινήσεις βουνά για να απαλλαχτείς από δαύτον.

Έμεινα ξάγρυπνος, πνιγμένος στις σκέψεις μου μέχρι το πρωί.

Η Ε. ξύπνησε, με χάιδεψε και κατέβηκε προς τα κάτω προσφέροντάς μου το τσιμπούκι της μέχρι τότε ζωής μου.

Και δεν τα έφτυσε. Κατάπιε.

-"Χρόνια πολλά Γ., να τα εκατοστίσεις. Σου εύχομαι από καρδιάς ό,τι ποθήσεις να το αποκτήσεις και ό,τι αποκτήσεις να το χαρείς" μου είπε χαμογελώντας και αποκαλώντας με για πρώτη και μοναδική φορά με το όνομά μου και μιλώντας μου στον ενικό.

-"Σ' ευχαριστώ."

Το εννοούσα όπως δεν το είχα ποτέ εννοήσει στη ζωή μου.

Την πήγα στο σταθμό. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έφυγε περπατώντας ανάλαφρα, σχεδόν χοροπηδώντας σαν ελαφίνα.

Πήρα τηλέφωνο το Ν.

-"Δεν έχω λόγια να σ' ευχαριστήσω" του είπα.
-"Το θυμάσαι το 'In the Imagicon'";
-"Φυσικά."
-"Την κόλασή σου την έζησες. Ο παράδεισός είναι κάπου έξω και σε περιμένει."

Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δύο χρόνια μέχρι ένα popup να πεταχτεί στο browser και μια κοπελίτσα που δε γνώριζα να μου πει "Ζηλεύωωωωωωωωω" αναφερόμενη στην ιστορία μου "Μια νύχτα στο μπαρ του γαλάζιου σκορπιού"

-"Γιατί, ναυτάκι θέλεις να γίνεις;" τη ρώτησα πειρακτικά.

Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Τελευτή

Οι γιατροί του το είχαν ξεκόψει από την αρχή: Δύο μήνες το πολύ και τέλος.

Δεν τον είχαν γελάσει, του είχαν πει πόσο επώδυνο θα ήταν.

Ο ίδιος φρόντισε να πάρει τα μέτρα του.

Είχε μπει εδώ και μερικές μέρες στον τρίτο μήνα αλλά ήξερε ότι δεν θα βγει. Του το ούρλιαζε ο πόνος και του το ψιθύριζε η αδυναμία. Είχε μείνει πετσί και κόκκαλο και το δέρμα του είχε πάρει ήδη το χρώμα του θανάτου.

Η Νέμεσις μου σκέφτηκε πικρά.

Σαδιστής από μικρό παιδί είχε προσφέρει απλόχερα τον πόνο και είχε ρουφήξει ηδονικά το κλάμα, τον πόνο, τον εξευτελισμό και τον φόβο των θυμάτων του. Σχεδόν ψυχοπαθής δεν έτρεφε συναισθήματα, το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι τα ρουφήξει από τα θύματά του στα βασανιστήρια που έκανε.

Συναισθηματικός βρικόλακας ήταν η καλύτερη περιγραφή που του ταίριαζε.

Πέρα από την οικογένειά του και τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού φίλους του, που δεν ήξεραν τίποτα για την πραγματική του φύση, δεν είχε νιώσει και δεν είχε γνοιαστεί για κανένα άνθρωπο στη ζωή του.

Όχι, δεν ήταν αλήθεια. Είχε γνωρίσει τον έρωτα, τον βαθύ άγριο, ζωώδη, ανυπόφορα γλυκό έρωτα δύο φορές. Η μία τον είχε προδώσει. Την άλλη είχε καταφέρει ο ίδιος να τη διώξει.

Ήταν η μόνη που είχε δει το σκοτάδι του, η μόνη που το είχε αγκαλιάσει, η μόνη που το είχε αποδεχτεί. Εκτός από την οικογένειά του και τους ελάχιστους φίλους του, που δεν ήξεραν, ήταν η μόνη που τον είχε αγαπήσει.

Ενοχικός και αυτοκαταστροφικός είχε καταφέρει να τη διώξει ακόμα και εκείνη. Την είχε αδειάσει και δεν τη γέμισε. Του είχε δώσει το είναι της και αυτός... αυτός...

Δεν είχε περάσει καν ένας χρόνος από εκείνη τη μέρα.

Και όπως και εκείνη άδειασε και ο ίδιος. Άδειασε και δεν είχε μείνει κανείς να τον γεμίσει.

Η ανακοίνωση της θανατικής του καταδίκης από τους γιατρούς τον είχε αφήσει αδιάφορο. Δεν έκανε καν προσπάθεια. Κι ο πόνος; το κερασάκι. Του άξιζε.

Επέτρεπε στους γιατρούς να του δίνουν τόση μορφίνη όση χρειάζεται για να μην απασχολεί ο πόνος το εκατό τα εκατό του μυαλού του. Όσο χρειαζόταν για να μπορεί να σκέφτεται, να θυμάται...

Ο πόνος ήταν η τιμωρία του. Τον πρόσφερε σε όλη του τη ζωή και τώρα είχε έρθει η ώρα να πάρει και αυτός το μερτικό του. Με τόκο.

Μόνο μια παρηγοριά είχε. Με τον εγωισμό του και την αυτοκαταστροφικότητά του είχε διώξει το μόνο άνθρωπο που νοιαζόταν για το πραγματικό του εαυτό. Για το τέρας πίσω από το γελαστό προσωπείο.

Είχε γλυτώσει. Θα μάθαινε φυσικά για το τέλος του αλλά δε θα το είχε ζήσει μαζί του, δεν θα τον είχε δει να λιώνει σιγά-σιγά... Μπορεί να τον έκλαιγε αλλά θα είχε γλυτώσει από αυτό το δηλητήριο.

Ο πόνος ήταν σαν κύμα, ανέβαινε και κατέβαινε, ανέβαινε και κατέβαινε. Κάποιες φορές ήταν τσουνάμι, τον έπνιγε και όλα σκοτείνιαζαν. Οι νοσοκόμοι ήταν ανήμποροι να κάνουν κάτι, είχε φροντίσει ο δικηγόρος του γι αυτό.

Ήταν καταμεσήμερο αλλά είχε σκοτεινιάσει. Λίγο ακόμα... λίγο.

Είδε μια σκιά να τον πλησιάζει. Και η σκιά απέκτησε μορφή και ξαφνικά ένα φως έδιωξε για μια στιγμή τα σκοτάδια. Ήταν εκείνη.

-Μμμμμμ προσπάθησε να πει αλλά δεν είχε τη δύναμη να βγάλει λέξεις.

Ένα χέρι του χάιδεψε τρυφερά το χέρι του. Δύο δροσερά χείλη φίλησαν τα χείλια του.

Δεν είχε φωνή να μιλήσει, είχε μόνο δάκρυα. Δάκρυα ευτυχίας γιατί είχε γυρίσει. Δάκρυα δυστυχίας γιατί θα την πονούσε -έστω και άθελά του- ακόμα μία φορά. Δάκρυα ανακούφισης γιατί δεν θα έφευγε μόνος. Δάκρυα απελπισίας για το χρόνο που είχε χαθεί. Δάκρυα χαράς γιατί την ξαναέβλεπε, έστω και για τελευταία φορά. Δεν το κατάλαβε αλλά το πρόσωπό του χαμογελούσε.

Δεν είχε άλλο να περιμένει... δεν είχε άλλο να ζήσει.

Όλα άρχισαν να σκοτεινιάζουν πάλι εκτός από αυτή τη μορφή, αυτή τη μορφή που έφεγγε σα φάρος και φώτιζε το δρόμο του. Ήταν εκείνη, ήταν το γλυκό της πρόσωπο.

Και μετά σιγά σιγά το πρόσωπο μεγάλωσε, μεγάλωσε, μεγάλωσε και βυθίστηκε σε αυτό το χαμόγελο και σε αυτά τα μάτια και η τελευταία του εικόνα ήταν εκείνη και μετά...

...και μετά τίποτα.

Του έκλεισε τα μάτια και του φίλησε το στόμα για τελευταία φορά. Παρά τον πόνο της που μετουσιώθηκε σε κλάμα με λυγμούς ένιωσε απέραντη ανακούφιση που τον είχε προλάβει.

Ήταν χαμογελαστός ακόμα.

Φεύγοντας είχε πάρει μαζί του την εικόνα της να του κρατήσει συντροφιά μέχρι το τέλος των αιώνων.