Search This Blog

Friday, April 6, 2018

Δώρο γενεθλίων

Οι κανόνες ήταν οι εξής:
  1. Ως τιμωρία από εσένα χωρίς τη δική μου έγκριση επιτρέπεται μόνο το χέρι στα κωλομέρια.
  2. Μπορείς να την πάρεις από όπου θέλεις, όσες φορές θέλεις. Με εξαίρεση το στόμα της διείσδυση μόνο με χρήση προφυλακτικού. Μπορείς να τελειώσεις στο στόμα της αλλά η επιλογή του να καταπιεί είναι δική της.
  3. Στις 12:00, στις 15:00 και στις 19:00 και 23:00 θα με πάρει τηλέφωνο για 10 λεπτά.
  4. Σε περίπτωση σταθερής ανυπακοής της οφείλεις να με πάρεις τηλέφωνο, πέντε λεπτά αφού μου στείλεις το κατάλληλο μήνυμα. Αν κρίνω ότι κακώς δεν υπάκουσε τότε θα σου ανακοινώσω την τιμωρία την οποία θα εφαρμόσεις εσύ. Αν κρίνω ότι καλώς δεν υπάκουσε τότε οφείλεις να σταματήσεις.

Δεν χρειάζονταν άλλοι. Με ήξερε και ήξερε τα γούστα μου.

Και μου είχε κάνει το καλύτερο δώρο για τα 35 μου γενέθλια. Μου παραχωρούσε την Ε., τη σκλάβα του για ένα ολόκληρο 24ώρο.

Η Ε. ήταν 25 χρονών με γλυκό πρόσωπο, μετρίου μήκους ξανθό μαλλί, γαλάζια παιχνιδιάρικα μάτια και λυγερή σαν ελαφίνα. Ήταν πραγματικό κουκλί και ήταν η νεώτερη από τις τρεις σκλάβες του.

Πού τις βρίσκει ήθελα να ήξερα και πως τις καταφέρνει και τις τρεις μαζί. Μερικοί άνθρωποι είναι πραγματικά χαρισματικοί και κάνουν χωρίς καν δεύτερη σκέψη πράγματα που για σένα θα ήταν αξιοσημείωτοι άθλοι.

Κατέβηκα το πρωί στην Κηφισιά όπου περίμενα την Ε. στο σταθμό, κουστουμαρισμένος παρά την καλοκαιρινή ζέστη και με ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Κατέβηκε από την πίσω μεριά του σταθμού και όταν ανέβηκε τις σκάλες με χαιρέτησε κουνώντας χαρούμενη το χέρι της.

Της έδωσα το λουλούδι και την φίλησα απαλά στα χείλια.

-"Καλώς την" της είπα. "Όπως πάντα είσαι στις ομορφιές σου"
-"Καλώς σας βρήκα, κύριε. Πορτοκαλί τριαντάφυλλο, βλέπω το θυμηθήκατε" είπε με χαμόγελο που φώτιζε όλο το πρόσωπό της.
-"Μήπως προτιμάς να μου μιλάς στον ενικό;"
-"Όχι, κύριε, είναι διαταγή από τον Αφέντη μου να σας μιλάω στον πληθυντικό."
-"Αν είναι έτσι πες ότι δεν το είπα. Το μαγιό σου το έφερες που σου ζήτησα;"
-"Βεβαίως κύριε" μου είπε.
-"Τι λες κοριτσάρα μου, θέλεις να πάμε θάλασσα;"
-"Θέλω να κάνετε ό,τι επιθυμείτε κύριε"
-"Αυτή τη στιγμή επιθυμώ να μου πεις τι τραβάει η ψυχή σου. Θέλω να περάσεις κι εσύ καλά σήμερα"
-"Γιατί πιστεύετε ότι δεν θα περάσω κύριε; Δεν θα με έστελνε ο Αφέντης μου αν δεν ήταν σίγουρος ότι θα περάσω κι εγώ καλά σήμερα."
-"Δεν είπα αυτό..." της είπα. "Απλά θέλω αυτή τη στιγμή να μου πεις εσύ πως θα ήθελες να ξεκινήσει η μέρα μας"
-"Σας ευχαριστώ κύριε. Θα επιθυμούσα, εφόσον φυσικά το θέλετε κι εσείς, να πάμε να πιούμε ένα καφέ στο Κεφαλάρι ή στην Πολιτεία"
Έβγαλα ένα νόμισμα από την τσέπη μου. "Κεφαλή ή γράμματα;"
-"Κεφαλή;" με ρώτησε με απορία
-"Η κορώνα μας έχει τελειώσει από το '74" της είπα χαμογελώντας.
-"Κεφαλή τότε!"
Έστριψα το νόμισμα
-"Κεφαλάρι!"

Πήγαμε στο αυτοκίνητο και της άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού.

Σε 10 λεπτά είχαμε φτάσει αλλά δεν βρήκα να παρκάρω κάπου κοντά οπότε το πήραμε ποδαράτο μέχρι τις καφετέριες. Την πήρα αγκαζέ και ξεκινήσαμε. Ένιωθα υπέροχα, η πρόσχαρη διάθεση της Ε. και τα ζηλόφθονα βλέμματα των αντρών στο δρόμο μου είχαν φτιάξει τη διάθεση.

Με ξένα ρούχα άρχοντας δε γίνεσαι, είναι αλήθεια, αλλά αν σου χαρίζουν γάιδαρο μη χαλάς το χρόνο σου κοιτάζοντάς τον στα δόντια.

Καθίσαμε δίπλα-δίπλα και παραγγείλαμε.

-"Πώς νιώθεις;"
-"Μια χαρά κύριε, σας ευχαριστώ."
-"Μεταξύ μας" της είπα "αν όλο αυτό σε φέρνει σε δύσκολη θέση σε παρακαλώ θέλω να μου το πεις. Καταλαβαίνω τη σχέση σου με το Ν. ωστόσο..."
-"Ωστόσο τι, Κύριε;"
-"Αν δε θέλεις..." είπα και κόμπιασα.
Έβαλε τα γέλια αλλά όχι κοροϊδευτικά. Ειλικρινά το διασκέδαζε με την αμηχανία που με είχε κυριεύσει.
-"Είστε πολύ γλυκούλης κύριε" μου είπε και με έκανε να μην ξέρω αν θέλω να τη φιλήσω ή να της ντρεσάρω χαστούκι μπροστά στον κόσμο. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δημοσίως το δεύτερο αλλά φλέρταρα για λίγο με τη σκέψη, έτσι, για το σπορ.
-"Μπα πανάθεμά σε θα μου βγάλεις το όνομα" της είπα τελικά χαμογελώντας.
-"Μήπως προτιμάτε να σας βγάλω τα μάτια, κύριε;"
-"Μόνο αν είναι να μου τα πετάξεις έξω" της είπα και της έκλεισα το μάτι.
Έβαλε τα γέλια και είχε ένα κρυστάλλινο, γάργαρο γέλιο που φώτιζε ακόμα περισσότερο τη ζεστή καλοκαιριάτικη μέρα.

Ήπιαμε το καφεδάκι μας πειράζοντας ο ένας τον άλλον και η μικρή ήταν σαΐτα και ετοιμόλογη, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

"Γ. μαζέψου" είπα μέσα μου. Η μικρά είχε αυτό το κάτι που θα μπορούσε να με κάνει να τη δαγκώσω τη λαμαρίνα και δεν ήταν δικιά μου, ήταν το δώρο των γενεθλίων μου.

Τον άτιμο. Ξαφνικά κατάλαβα. Τον άτιμο!!!!!

Τον πήρα τηλέφωνο, είμαι σίγουρος ότι το περίμενε.

-"Let me guess" μου είπε "περνάς τόσο καλά που σκέφτεσαι να μου τη στείλεις πεσκέσι πριν περάσετε μαζί καν μία ώρα."
-"Το διασκεδάζεις, κάθαρμα" του είπα.
-"Εσύ τι νόμιζες μικρέ, μόνο εσύ είσαι σαδιστής;"
-"Ασταδιάλα" είπα και έκλεισα γελώντας.

Η Ε. με κοίταζε με ενδιαφέρον.

-"Ο Αφέντης σου είναι σαδίσταρος του κερατά."
-"Μη μου πείτε!!!!" μου έκανε με προσποιητή έκπληξη.

Τι να πω, το ζεύγος με είχε κάνει του αλατιού. Παραδέχτηκα την ήττα μου.

Όταν τελειώσαμε το καφεδάκι μας την πήρα και πήγαμε σπίτι μου. Ήθελα να την βάλω κάτω και να την πάρω με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους ωστόσο όσο παρέτεινα αυτή τη γλυκιά προσμονή, τόσο περισσότερο φτιαχνόμουν.

Μπήκαμε στο σπίτι και το λυκόσκυλό μου ήρθε να μας υποδεχτεί με το μπαλάκι του στο στόμα. Την κοίταξε καχύποπτα. Το λαμπραντόρ από την άλλη απλά γύρισε πλευρό.

-"Έτσι και του πετάξεις το μπαλάκι, θα γίνει κολλητός σου" της είπα.

Ο Μάξιμος άφησε το μπαλάκι στα πόδια μας και μας κοίταξε με προσμονή. Η Ε. έσκυψε και το έπιασε και του το πέταξε μακρυά. Δυο τρεις ριξιές μετά ο Μάξιμος την είχε ερωτευτεί και μένα με είχε γραμμένο στα σκυλοπαπάρια του.

Ανεβήκαμε στο σπίτι μου. Της έδειξα να πάει να πλύνει τα χέρια της και πήγα και κάθισα στον καναπέ. Όταν γύρισε ήρθε και κάθισε μπροστά μου.

-"Άλλαξε και βάλε το μαγιό σου" της είπα.

Η Ε. άνοιξε την δεύτερη τσάντα της και έβγαλε το μαγιό της. Κοιτάζοντάς με έβγαλε το φανελάκι που φορούσε από πάνω και έμεινε με το σουτιέν. Το στήθος της ήταν μικρό για τα γούστα μου, το υπολόγιζα περίπου μια παλάμη, ωστόσο ήταν πραγματικό έργο τέχνης. Έβγαλε το σουτιέν της σα να μην τρέχει τίποτα και έμεινε τελείως γυμνή από πάνω. Μετά κατέβασε το τζιν παντελόνι της και έμεινε μόνο με ένα μικρό μαύρο στρινγκάκι.

Ήταν η ρουφιάνα σμιλευμένη σαν άγαλμα. Είχε αλαβάστρινο δέρμα και μόνο τα μυτερά αφτιά της έλειπαν για να την πεις ξωτικό.

-"Μην βάλεις ακόμα το μαγιό σου" τη διέταξα και εκείνη υπάκουσε μένοντας όρθια μπροστά μου.

Τη χάιδεψα πρώτα με τα μάτια μου και μετά με τα χέρια μου. Λεπτά υπέροχα πόδια, υπέροχος κώλος, επίπεδο στομάχι με τον αφαλό της σχεδόν σαν κόσμημα και στητό σφιχτό στήθος με αυθάδικες ρώγες. Την έπιασα από τον κώλο και την έφερα μπροστά μου και έτριψα το πρόσωπό μου στην κοιλιά της. Σήκωσα τα χέρια μου και πήρα τα στήθη της στις παλάμες μου και τα ζούληξα ελαφρά. Είχα γίνει πέτρα.

Όχι ακόμα.

-"Βγάλε το στριγκάκι σου"

Το κατέβασε χωρίς δισταγμό συνεχίζοντας να με κοιτάει στα μάτια.

Την γύρισα και είχα τον κώλο της μπροστά μου και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα την ανάγκη να φάω γυναικείο κώλο. Ούτε η Μ. από το πανεπιστήμιο, που είχε εξίσου ωραίο σώμα -ίσως και καλύτερο- δεν μου το είχε βγάλει. Φίλησα πρώτα το ένα κωλομέρι και μετά το άλλο και άρχισα να τη γλείφω. Την έβαλα να σκύψει για να τον έχω μπροστά μου σε όλο του το μεγαλείο. Χωρίς καν να το σκεφτώ βούτηξα τη γλώσσα μου μέσα της. Ήταν αλμυρή σαν τη θάλασσα και διάφανη σαν νερό πηγής. Έχωσα σχεδόν όλο το πρόσωπό μου πίσω της γλείφοντάς τη με μανία ενώ το χέρι μου μπροστά έπαιζε με το μουνάκι της.

Τα βογγητά της ήταν η πιο γλυκιά μουσική στ' αφτιά μου.

Την έβαλα να κάτσει με τα τέσσερα με τον κώλο τουρλωμένο ακουμπισμένη στην πλάτη του καναπέ. Πήγα στο ντουλάπι και πήρα ένα προφυλακτικό με γεύση φράουλα και το φόρεσα. Δεν μου αρέσουν τα προφυλακτικά αλλά ο λόγος είναι λόγος. Σάλιωσα το δάχτυλό μου και το έχωσα στην τρυπούλα της. Παρθένα δεν ήταν και τα butt plugs είχαν κάνει τη δουλειά τους, μπήκα μέσα της.

Ήταν τόσο στενή όσο έπρεπε για να το ευχαριστηθώ και τόσο ανοιχτή όσο έπρεπε για να κινούμαι αβίαστα. Ακόμα και το προφυλακτικό δεν μπορούσε να στερήσει αυτή την ηδονή. Άρχισα να κινούμαι μέσα στον κώλο της όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά και η Ε. πότε τον έσφιγγε και πότε τον χαλάρωνε ξετρελλένοντάς με. Δε μου πήρε πολλή ώρα για να γεμίσω το προφυλακτικό με χύσια.

Το έβγαλα και το πέταξα σε μια άκρη και την έβαλα να με πάρει στο στόμα της. Τον καθάρισε με τη γλώσσα της από όλα τα υπολείμματα και έγλειψε τα χείλη της προκλητικά.

Μου ξανάγινε γρήγορα κάγκελο αλλά το σταμάτησα. Έσκυψα και τη φίλησα στο στόμα.

-"Ελπίζω να σας ικανοποίησα κύριε" μου είπε και συνέχισε "Σας ευχαριστώ που με χρησιμοποιήσατε."

Ξάπλωσα στον καναπέ και την πήρα αγκαλιά και τη χάιδευα και τη χούφτωνα περιμένοντας να πάει 12:00 για να πάρει τον Ν. τηλέφωνο.

Στις 12:00 ακριβώς, πήρε το τηλέφωνό της και πήγε μέσα. Βγήκε ακριβώς μετά από 10 λεπτά.

Δεν με αφορούσε τι του είπε και δεν την ρώτησα.

-"Έχω πάρει όλα τα απαραίτητα υλικά που ζήτησες" της είπα. "Πήγαινε να μαγειρέψεις και πριν ξεκινήσεις φτιάξε μου ένα φραπέ. Ξέρεις πως τον πίνω"

-"Μάλιστα κύριε, ευχαρίστως".

Σηκώθηκα και πήγα στον υπολογιστή, τον άνοιξα και μπήκα να χαζολογήσω. Μετά από 5 λεπτά η Ε. ήρθε με τον καφέ μου και μετά γύρισε στην κουζίνα για να μαγειρέψει το ριζότο με τα θαλασσινά που της είχα ζητήσει καθώς και να ετοιμάσει την τούρτα των γενεθλίων μου, ζελέ ανανά με γιαούρτι και κομμάτια ανανά. Μπορεί να μην παίρνει κερί πάνω του αλλά είναι καλοκαιρινό, ελαφρύ και δροσιστικό γλυκό.

Μέχρι να πάει 13:30 το φαγητό ήταν έτοιμο και το γλυκό είχε μπει στο ψυγείο για να αρχίσει να κρυώνει. Σέρβιρε και τους δυο μας και καθίσαμε να φάμε.

Ήταν και καλή μαγείρισσα. Τον άτιμο τον Ν. πού τις βρίσκει;

Πήγαμε στο δωμάτιό μου και ξαπλώσαμε και οι δύο στο κρεββάτι. Έβαλα μια ταινία να παίζει, την πήρα στην αγκαλιά μου...

...και σε λίγο με είχε πάρει στην αγκαλιά του ο Μορφέας.

Ξύπνησα κατά τις 16:00. Η Ε. ήταν δίπλα μου και διάβαζε ένα βιβλίο που είχε βρει στη βιβλιοθήκη μου.

-"Πήρες τηλέφωνο το Ν." τη ρώτησα ανήσυχος.
-"Φυσικά κύριε, μην ανησυχείτε. Με όλο το θάρρος, θα σας ήταν εύκολο να μου δανείσετε το βιβλίο που άρχισα να διαβάζω;"
-"Ακόμα καλύτερα, στο χαρίζω" της είπα χαμογελώντας. Ήταν η βιογραφία του Alan Turing. "Το τέλος ωστόσο θα σου αφήσει πικρή γεύση στο στόμα"
-"Σας ευχαριστώ πολύ κύριε, με τιμάτε με το δώρο που μου κάνετε"

Όρμισα πάνω της και τη φίλησα με πάθος. Άρχισα να τη γλείφω στο λαιμό, στους λοβούς των αφτιών και μετά κατέβηκα στα στήθη της. Της έγλειφα και της δάγκωνα τη ρώγα του δεξιού της στήθους ενώ της μάλαζα το αριστερό. Μετά κατέβηκα δαγκώνοντας και φιλώντας στην κοιλιά της και μετά στο δεξί της πόδι και έφτασα μέχρι τα δάχτυλα του ποδιού της. Μετά άλλαξα πόδι και ανέβηκα σιγά σιγά προς τα πάνω μέχρι που έφτασα στο μουνάκι της. Ήταν υγρή, σχεδόν έσταζε. Την έγλειψα μέχρι που την ένιωσα να αρχίσει να τραντάζεται και να βογκά ενώ τα χέρια μου μάλαζαν ψηλά τα στήθη της και τσιμπούσαν τις πετρωμένες της ρώγες.

Τέλειωσε με σπασμούς αλλά δεν την άφησα, συνέχισα να την γλείφω και η καύλα της έγινε πόνος και μετά ο πόνος της καύλα και μετά ξανά πάλι πόνος.

Σταμάτησα απότομα, σηκώθηκα και ξάπλωσα δίπλα της. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτα, κατέβηκε χαμηλά και με πήρε στο στόμα της. Η Ε. έκανε καταπληκτικό τσιμπούκι και παραλίγο να είχε την τιμή να γίνει η πρώτη που θα με έκανε να τελειώσω στο στόμα της χωρίς να κρατήσω την ανάσα μου.

Παραλίγο.

Από την άλλη δε χρειάστηκε να γίνω και μπλε, όπως το σύνηθές μου. Έχυσα στο στόμα της μια αρκετά σεβαστή ποσότητα που αναρωτιόμουν πως μαζεύτηκε μέσα σε ένα δίωρο. Με κοίταξε στα μάτια παρακλητικά και κατάλαβα. Σηκώθηκα και της έφερα μια χαρτοπετσέτα και τα έφτυσε. Δεν παρεξηγήθηκα ούτε χαλάστηκα, είχε το δικαίωμα.

Την έβαλα να βάλει το μαγιό της και πήγαμε στο Σχοινιά. Καθίσαμε στο μπιτς μπαρ και παραγγείλαμε καφέ. Μετά βουτήξαμε και οι δύο στο νερό και παίζαμε σαν παιδάκια. Μου ζήτησε την άδεια να βγει να πάει να κάνει ηλιοθεραπεία και της το επέτρεψα. Εγώ συνέχισα να πλατσουρίζω στο νερό σαν παιδάκι ενώ η Ε. πήγε, πασαλείφτηκε με αντηλιακό και κάθισε στον απογευματινό ήλιο.

Βγήκα κι εγώ έξω. Σηκώθηκε και με σκούπισε και ξάπλωσε ξανά. Η καρδιά μου πετάριζε με τα βλέμματα ζήλιας που έβλεπα από τους υπόλοιπους άντρες ωστόσο ήξερα ότι δεν είχε νόημα να κορδώνομαι. Δεν ήταν δικιά μου ή για την ακρίβεια ήταν δικιά μου για μια μέρα και μετά πίσω στον Αφέντη της.

Θα μου έλειπε απίστευτα και ο σαδίσταρος ο Ν. το ήξερε όπως ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ το δώρο του.

Γυρίσαμε σπίτι και κάναμε ντουζάκι και ετοιμαστήκαμε για τη βραδινή μας έξοδο. Πήγαμε σε ένα όμορφο ροκ μπαρ στα Βριλήσσια -αλίμονο, δεν είναι ανοιχτό πλέον- και συζητούσαμε για ώρες ακούγοντας υπέροχη ροκ και μέταλ μουσική. Της έδειξα στις τοιχογραφίες τον Έλρικ του Μελνιμπονέ και της εξήγησα ποιος ήταν αυτός ο ήρωας, ποιο ήταν το όνομα του δράκου το οποίο ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι.

Δεν ήθελα να τελειώσει η νύχτα.

Όταν ο Ν. μου είχε ανακοινώσει το δώρο του σκεφτόμουν από μέσα μου ότι θα την πηδούσα όλη μέρα και όλη νύχτα. Το πήδημα που έριχνε ο ένας στο μυαλό του άλλου ωστόσο ξεπερνούσε τα πάντα.

Ωστόσο, όπως και της Σταχτομπούτας, ο χρόνος μου θα τελείωνε σε μερικές ώρες και η Ε. θα επέστρεφε στον Αφέντη της κι εγώ στη μοναξιά μου.

Μου είναι απίστευτα δύσκολο να νιώσω συναισθήματα για κάποιον άνθρωπο όμως ο χρόνος που περνούσα μαζί της ήταν ένας χείμαρρος αισθημάτων, μια πανδαισία χρωμάτων που είχα πολλά χρόνια να ζήσω.

Πήγαμε σπίτι και δεν ξέρω για εκείνη αλλά εγώ της έκανα έρωτα. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Ούτε στάσεις ούτε τίποτα, απλό αγνό και υπέροχο ιεραποστολικό, να την κάνω δική μου και να την κοιτάζω στα μάτια και να χάνομαι μέσα της, ξέροντας ότι σε λίγο θα σφυρίξει το τέλος και θα κατέβω από το καρουζέλ μου.

Κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου και εγώ κοιτούσα το ταβάνι παρακαλώντας το χρόνο να σταματήσει.

Μετά την προδοσία της Γαλάτειάς μου είχα παραδοθεί, είχα ζήσει τη ζωή μου σαν λαθρεπιβάτης. Και ο Ν. με το δικό του σαδιστικό τρόπο μου είχε πει ότι ο παράδεισος υπάρχει. Ο πόνος είναι όπλο.

Μπορεί να σε σφάξει.

Μπορεί και να σε κάνει να κινήσεις βουνά για να απαλλαχτείς από δαύτον.

Έμεινα ξάγρυπνος, πνιγμένος στις σκέψεις μου μέχρι το πρωί.

Η Ε. ξύπνησε, με χάιδεψε και κατέβηκε προς τα κάτω προσφέροντάς μου το τσιμπούκι της μέχρι τότε ζωής μου.

Και δεν τα έφτυσε. Κατάπιε.

-"Χρόνια πολλά Γ., να τα εκατοστίσεις. Σου εύχομαι από καρδιάς ό,τι ποθήσεις να το αποκτήσεις και ό,τι αποκτήσεις να το χαρείς" μου είπε χαμογελώντας και αποκαλώντας με για πρώτη και μοναδική φορά με το όνομά μου και μιλώντας μου στον ενικό.

-"Σ' ευχαριστώ."

Το εννοούσα όπως δεν το είχα ποτέ εννοήσει στη ζωή μου.

Την πήγα στο σταθμό. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έφυγε περπατώντας ανάλαφρα, σχεδόν χοροπηδώντας σαν ελαφίνα.

Πήρα τηλέφωνο το Ν.

-"Δεν έχω λόγια να σ' ευχαριστήσω" του είπα.
-"Το θυμάσαι το 'In the Imagicon'";
-"Φυσικά."
-"Την κόλασή σου την έζησες. Ο παράδεισός είναι κάπου έξω και σε περιμένει."

Χρειάστηκε να περάσουν άλλα δύο χρόνια μέχρι ένα popup να πεταχτεί στο browser και μια κοπελίτσα που δε γνώριζα να μου πει "Ζηλεύωωωωωωωωω" αναφερόμενη στην ιστορία μου "Μια νύχτα στο μπαρ του γαλάζιου σκορπιού"

-"Γιατί, ναυτάκι θέλεις να γίνεις;" τη ρώτησα πειρακτικά.

Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

No comments: