Search This Blog

Sunday, September 12, 2010

Μια νύχτα στο μπαρ του γαλάζιου σκορπιού

Ήμουν κουρασμένος και κακοδιάθετος αλλά δεν είχα όρεξη για ύπνο. Έτσι και αλλιώς τα λιμάνια δεν είναι για να κοιμάσαι. Περπατούσα μέσα στη νύχτα στα κακόφημα σοκάκια της πόλης προσπαθώντας να αποφασίσω ποιο κωλόμπαρο θα μου έτρωγε τα λεφτά.

Μου άρεσε το σχέδιο στη μαρκίζα. Γαλάζιος σκορπιός. Δεν ξέρω και ούτε ενδιαφέρθηκα να μάθω αν το μπαρ λεγόταν όντως έτσι, απλά πέρασα την πόρτα του και μπήκα μέσα.

Αποπνικτική κάπνα, μουσική που άνηκε σε κάποιο ένδοξο παρελθόν, ναυτικοί, νταβατζήδες και γυναίκες τις πιάτσας. Πλησίασα στο μπαρ.

- "Τι θα πάρεις, όμορφε" με ρώτησε η μπαργούμαν που η εμφάνισή της είχε περάσει και καλύτερες μέρες. Η διαχυτικότητα της με ενόχλησε και αυτή, γυναίκα της πιάτσας το κατάλαβε.

Ποιος ξέρει τι πετρέλαιο θα μου έβαζε αλλά δεν ήθελα μπύρα.

- "Ουίσκι" της είπα. "Σκέτο"

Δεν υπήρχε λόγος να δοκιμάσω και το αμφιβόλου ποιότητας νερό από το οποίο είχε φτιαχτεί ο πάγος.

- "Ποιο θες, όμορφε;" με ρώτησε

- "Κάνε μου έκπληξη" της απάντησα. Έτσι κι αλλιώς μπόμπα θα ήταν.

Ήταν.

Κάθισα σ' ένα τραπεζάκι και παρατηρούσα τις πουτάνες. Κάποιες ήταν καλές. Αυτό το βλέμμα να έλειπε. Μου τη δίνει το λάγνο βλέμμα στις πουτάνες.

Καθένας με τα βίτσια του.

Άναψα ένα τσιγάρο και χάζεψα την κοπέλα που χόρευε βγάζοντας τα ρούχα της. Έχω δει και καλύτερα στριπτήζ.

Με πλησίασε μια από τις πεταλουδίτσες. Συνήθως λέω τις πουτάνες πουτάνες αλλά αυτή δεν πρέπει να ήταν και πολύ καιρό στην πιάτσα. Τις καταλαβαίνεις αυτές που τα έχουν δει όλα. Τις κόβεις από το βλέμμα τους.

Δεν ήταν όμορφη. Θα μπορούσες να την πεις γλυκιά αλλά ως εκεί. Από σώμα καλή ήταν καθώς τα ρούχα της -ο θεός να τα κάνει- δεν άφηναν και πολλά περιθώρια στην φαντασία.

- "Θα με κεράσεις ένα ποτό;" με ρώτησε.

Την κοίταξα εξεταστικά προσπαθώντας να αποφασίσω αν έχω όρεξη για πήδημα. Βέβαια με δαύτες δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, μπορεί να σε βάλουν γκολ "κερνώντας τες ποτά" και να καταλήξεις στην καλύτερη αδέκαρος και με το πουλί στο χέρι. Ενίοτε και με έντερα έξω.

Αποφάσισα να προχωρήσω στο παρασύνθημα.

- "Πόσα;"

Χαμήλωσε το βλέμμα της.

- "Κατευθείαν στο ψητό, ε;" με ρώτησε.

- "Εντάξει, ένα ποτό θα στο κεράσω. Πώς το θέλεις το νερό σου;" τη ρώτησα.

Έβαλε τα γέλια. Είχε όμορφο γέλιο, δεν το περίμενα.

- "Πάρε άλλο" μου είπε. "Θα πιω από το δικό σου".

Φώναξα μια σερβιτόρα και της είπα να φέρει ένα μπουκάλι. Θα μου έπιαναν τον κώλο αλλά δε γαμιέται, η νύχτα είχε αποκτήσει ξαφνικό ενδιαφέρον. Όταν το έφερε έκανα να βάλω σ' ένα ποτήρι αλλά με σταμάτησε.

- "Εγώ" μου είπε.

Γέμισε το καινούργιο ποτήρι και μου το έδωσε. Πήρε το δικό μου και το κατέβασε μονοκοπανιά. Το ξαναγέμισε.

- "Από πού;" με ρώτησε.

- "Ελλάδα" της απάντησα.

Μια σκιά μελαγχολίας πέρασε από το πρόσωπό της. Έκανα το κορόιδο.

- "Πάντα ήθελα να ταξιδέψω στην Ευρώπη" μου είπε.

Δεν την πίστεψα αλλά δεν το έδειξα. Άλλαξα κουβέντα.

- "Πόσο είσαι;" τη ρώτησα.

- "Τι σε νοιάζει;" με ρώτησε.

- "Είμαι συναισθηματικός τύπος." της απάντησα ειρωνικά.

Έβαλε ξανά τα γέλια. Υπέροχο γέλιο. Της το είπα.

- "Δε βαριέσαι" μου απάντησε χαμογελώντας. Και το χαμόγελό της ήταν όμορφο, έκανε πιο γλυκό το πρόσωπό της.

Άραγε πως θα ήταν το κλάμα της; Πώς θα ήταν κάτω από τη βίτσα μου;

- "Δεν απάντησες" της είπα απότομα επαναφέροντάς την. "Πόσο είσαι;"

- "20" μου απάντησε.

Για τόσο περίπου έδειχνε αλλά μ' αυτές ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Μπορεί να ήταν και μικρότερη και δεν ήθελα να έχω μπλεξίματα. Την κοίταξα επιφυλακτικά.

Το κατάλαβε.

- "Δεν μπάζουν ανήλικα εδώ" μου απάντησε. Αλλά πάλι αν έβαζαν θα μου το έλεγε;

- "I'll take your word" της είπα και ήπια μια γερή γουλιά από το φτηνό ουίσκι.

Καθίσαμε για λίγη ώρα αμίλητοι. Απλά πίναμε. Εγώ παρατηρούσα τους θαμώνες και το διάκοσμο και αυτή παρατηρούσε εμένα. Έπινε σα νεροφίδα. Το τσάκισε το μπουκάλι αλλά δεν έδειξε να επηρεάζεται ιδιαίτερα. Εγώ μάλλον θα κέρδιζα μια γερή πλύση στομάχου αν προσπαθούσα να κάνω το ίδιο.

- "Πάμε;" μου είπε.

- "Έχεις δώμα" τη ρώτησα;

- "Ναι" μου απάντησε.

Ακόμα ένα λιμάνι, ακόμα ένας γαμιστρώνας. Είχα μια αξιοσημείωτη συλλογή που σήμερα θα εμπλουτιζόταν κι άλλο.

- "Πόσα" τη ρώτησα;

Μου απάντησε.

- "Για όλο το βράδυ;" την ξαναρώτησα.

Μου είπε άλλο ποσό.

- "Για περίεργα γούστα;" τη ρώτησα.

Χαμογέλασε. Τι όμορφο χαμόγελο!

- "Τι είδους γούστα;" με ρώτησε.

- "Από αυτά που μπορούν ν' αφήσουν σημάδια πάνω σου" της είπα ωμά. "Όχι μόνιμα πάντως." συνέχισα.

Όχι, δεν το περίμενα ότι θα χαμογελάσει αυτή τη φορά. Αχ αυτό το χαμόγελο! Η ζωή καμιά φορά είναι γεμάτη ευχάριστες εκπλήξεις. Μου είπε το ποσό.

Πλήρωσα σε τιμή πετρελαιοπηγής τη μπόμπα που είχε το μπουκάλι και σηκωθήκαμε. Δεν ήταν μακριά το δώμα της.

Μπήκαμε μέσα και κάθισα σε μια πολυθρόνα, που όπως και το δωμάτιο, είχε γνωρίσει και καλύτερες μέρες.

- "Θες κάτι να πιεις" με ρώτησε;

Αν έψαχνε για μαλάκα δεν θα τον έβρισκε εδώ.

- "Όχι" της είπα.

- "Τότε θα βάλω μόνο για εμένα."

- "Όχι" της είπα ξανά.

Δίστασε για λίγο αλλά αποφάσισε να με αγνοήσει. Μπορεί και να το έκανε επίτηδες, δεν ξέρω. "Let the games begin" είπα μέσα μου.

Σηκώθηκα από την πολυθρόνα.

- "Το όχι σημαίνει όχι" της είπα.

Με κοίταξε στα μάτια. Έκανε να πιάσει το μπουκάλι. Ίσως επίτηδες.

Της έριξα ένα δυνατό χαστούκι.

- "Το όχι σημαίνει όχι" της είπα.

Μαζεύτηκε. Ξανακάθησα στον καναπέ.

- "Ντύσου καλύτερα" της είπα.

Με κοίταξε με απορία.

- "Δε θα το πω δεύτερη φορά".

Δεν είχε και πολλά να βγάλει.

- "Τι να βάλω" με ρώτησε;

- "Κάτι που να αφήνει και κάποια περιθώρια στη φαντασία. Be my guest. Α, και θα φορέσεις και σουτιέν και κιλότα".

Έβαλε ένα φτηνό φόρεμα το οποίο ωστόσο αναδείκνυε τις καμπύλες της. Ήρθε και στάθηκε αντίκρυ μου.

- "Γονάτισε" τη διέταξα. Υπάκουσε.

Την κοίταζα αμίλητος κάμποση ώρα.

- "Είχα κάποτε μια σαν εσένα" της είπα. "Δεν το έκανε για πληρωμή, το έκανε γιατί της άρεσε."

Δεν απάντησε.

- "Αυτή με έμπασε σ' αυτά τα κόλπα. Δεν τα ήξερα. Ωστόσο μ' άρεσαν. Από εκεί και πέρα μόνο αυτό ζητάω."

"...έστω και σαν ψευδαίσθηση" είπα μέσα μου. Δεν κορόιδευα τον εαυτό μου, πουτάνα είχα μπροστά μου.

- "Έλα πιο κοντά" τη διέταξα.

Όταν με πλησίασε τις κατέβασα τις τιράντες του φορέματος. Της έβγαλα το σουτιέν. Τις τσίμπησα δυνατά και τις δύο ρώγες. Δεν φώναξε, δε διαμαρτυρήθηκε. Ο πειρασμός να συνεχίσω έτσι ήταν μεγάλος αλλά γνώριζα τη φύση μου, γνώριζα ότι μπορούσα να ξεφύγω, φοβόμουν πως μπορούσα να ξεφύγω οπότε δεν το άφησα στην τύχη. Σταμάτησα να την τσιμπάω.

- "Πες τη λέξη << Ήμαρτον >>" της είπα.

Δυσκολεύτηκε στην αρχή. Την έβαλα να την πει κάμποσες φορές μέχρι να τη μάθει.

- "Όταν δεις πως δεν αντέχεις άλλο, πες αυτή τη λέξη" της είπα.

Τις τσίμπησα τις ρώγες, σιγά στην αρχή, πιο πολύ στη συνέχεια. Άρχισε να ξεφυσάει αλλά δεν είπε τη λέξη. Τα δάχτυλά μου κουράστηκαν προτού την καταφέρω να το πει. Είχε αρκετές αντοχές.

Της χάιδεψα τις ρώγες ελαφρά. Είχαν πετρώσει. Τις άφησα στην ησυχία τους μέχρι να ξερεθιστούν και μόλις έγινε αυτό τις ξανατσίμπησα. Δεν την έφερα στα όριά της. Απλά συνέχισα μέχρι που είχαν ερεθιστεί τόσο ώστε να μην μπορούν να ξεπρηστούν και η παραμικρή επαφή να φέρνει πόνο.

Κατέβασα το παντελόνι μου. Την έπιασα από το κεφάλι και την έβαλα να τον πάρει στο στόμα της μαζί με το σλιπ. Στην αρχή δίστασε αλλά ένα τσίμπημα στην ρόγα την έκανε πιο συνεργάσιμη. Σηκώθηκα και έβγαλα και το σλιπ. Την έβαλα και τον πήρε όλο μέσα της.

"Βαθύ λαρύγγι" σκέφτηκα με ικανοποίηση. Αλλά θα μου πεις αν δεν ήξερε να τσιμπουκώνει μάλλον είχε ακολουθήσει λάθος καριέρα. Το ότι μπορεί να είχε ακολουθήσει λάθος καριέρα έτσι κι αλλιώς δεν το πολυσκέφτηκα. Who gives a fuck?

Καλά το πήγαινε.

Σε μια φάση τραβήχτηκε. "Δεν καταπίνω" με πληροφόρησε.

Της τράβηξα μια πολύ δυνατή σφαλιάρα. Από αυτές που βγάζεις οργή και όχι παιχνίδι.

- "Μ' αυτά που σε πληρώνω θα χορέψεις και πυρρίχιο άμα γουστάρω" της είπα.

Όχι ότι ήξερε τι είναι ο πυρρίχιος και όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία. Το έπιασε το υπονοούμενο.

Ένευσε καταφατικά. Κρίμα, ήθελα λίγη περισσότερη κόντρα.

Της έριξα άλλο ένα δυνατό χαστούκι. Δυνατό όμως.

- "Γιατί το έκανες αυτό;" με ρώτησε με φανερή απορία.

- "Γιατί δεν ξέρεις τι είναι ο πυρρίχιος" της είπα και της έριξα άλλη μια ξανάστροφη.

Καλά πήγαινε. Σταμάτησε τις περιττές διαμαρτυρίες και ρίχτηκε επί τω έργω. Έχυσα και δεν της ξέφυγε σταγόνα.

Τώρα έπρεπε να ασχοληθώ με κάτι άλλο μέχρι να ξαναπάρει μπρος το μηχάνημα. Δεν είμαι και παιδαρέλι, πια. Τη χάιδεψα στα μαλιά τρυφερά. Δεν το περίμενε και της άρεσε. Μου άρεσε που της άρεσε. Της άρεσε που μου άρεσε που της άρεσε. Ωραία κόλπα να μπαίνεις σε τέτοιους δαιδάλους, κάνουν καλό στο ηθικό και κακό στα νεύρα.

Της τσίμπησα και τις δύο ρώγες δυνατά. Της ξέφυγε μια φωνή. Ανταπόκριση στα κάτω. Καλά πάμε.

- "Μείνε με το κιλοτάκι" τη διέταξα. Τσακίστηκε να υπακούσει. Ήθελα λίγο παραπάνω κόντρα. Της έριξα ακόμα ένα χαστούκι, όχι πολύ δυνατό αλλά αρκετό ώστε να λάβω την αμέριστη προσοχή της.

- "Δε βιαζόμαστε" της είπα.

Έγνεψε καταφατικά και έβγαλε πιο σιγά το φόρεμα. Το πέταξε και γονάτισε ξανά μπροστά μου χωρίς να της έχω δώσει διαταγή. "Τα παίρνει τα γράμματα" σκέφτηκα μέσα μου.

Με έστειλε όταν με αγκάλιασε από τα πόδια. Του σιναφιού ήταν, μάλλον ήξερε πολύ καλά τι έκανε αλλά... έχουμε κι εμείς τις αδυναμίες μας.

- "Πήγαινε στο κρεβάτι και κάτσε στα τέσσερα" τη διέταξα.

Έκανε να σηκωθεί αλλά την κράτησα κάτω.

- "Με τα τέσσερα" τη διέταξα.

Πήγε, ανέβηκε στο κρεβάτι και κάθισε στα τέσσερα. Με λάθος καμπυλότητα στην πλάτη. Γύρισε να με κοιτάξει. "Μη με κοιτάς" τη διέταξα.

Πήγα στο νεροχύτη όπου ήταν κρεμασμένη μια ξύλινη κουτάλα. Την πήρα και πήγα στο κρεββάτι.

- "Φτιάξε την πλάτη σου" τη διέταξα.

Όχι που δε θα το έπιανε το υπονοούμενο. Απέκτησε τη σωστή καμπυλότητα. Υπέροχος κώλος.

Τη χάιδεψα στους γλουτούς και μετά τους έδωσα ένα ελαφρό χαστούκι με το χέρι. Μετά πιο δυνατό. Μετά πιο δυνατό. Μετά πιο δυνατό. Φάνηκε να το απολαμβάνει αλλά βγάζεις άκρη με δαύτες; Τη βάραγα -όχι πάντως αρκετά δυνατά- για κάμποση ώρα μέχρι που απέκτησε ένα ικανοποιητικό κοκκίνισμα. Μετά έπιασε δουλειά η κουτάλα μέχρι που μου είπε "Ήματρον". Τυπικά το είπε λάθος οπότε θα μπορούσα να το συνεχίσω. Απλά της έριξα άλλη μία -έτσι, για να μάθει να λέει το safeword σωστά- και σταμάτησα. Τη χάιδεψα.

Ωραία πλάτη. Κρίμα να μην έχω μαστίγιο.

- "Μήπως σου βρίσκεται κανένα μαστίγιο;" τη ρώτησα χωρίς ιδιαίτερη ελπίδα.

Δε θα έλεγα ότι με σόκαρε το "Όχι". Ίσως πάλι και να είχε. Δε γαμιέται, δεν κάθησα να το ψάξω περισσότερο.

- "Κάτσε εκεί που είσαι" της είπα και πήγα στο ψυγείο. Άνοιξα την κατάψυξη όπου δίπλα από κάτι που θύμιζε κοτόπουλο ήταν τα παγάκια. Αναρωτήθηκα φευγαλαία τι να ήταν αυτό που θύμιζε κοτόπουλο. Περίεργο πράγμα τι σκέφτεται το μυαλό του ανθρώπου.

Είχε πλάκα το πόσο γρήγορα θυμήθηκε το "Ήμαρτον" όταν άρχισα να τη χαϊδεύω με τα παγάκια στα απόκρυφα.

Ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του αντοχές. Κρίμα που δεν είχα μαστίγιο.

- "Είσαι σίγουρη ότι δε σου βρίσκεται κανένα μαστίγιο πρόχειρο;" την ξαναρώτησα.

Ήταν σίγουρη.

Έβγαλα ένα παμπάλαιο λαμπατέρ από την πρίζα. Ευτυχώς -για το σκοπό που το ήθελα- είχε λεπτό καλώδιο. Ξεχαρβάλωσα το λαμπατέρ και πήρα το καλώδιο στα χέρια μου. Το τύλιξα μια στο χέρι μου και της έριξα μια στον κώλο. Ωραίο τίναγμα. Τις έριξα μερικές ακόμα, όχι ιδιαίτερα δυνατές.

Στην πλάτη ήταν. Στην τρίτη είχε "Ήμαρτον" και αρκετά νευριασμένο. "Αυτά είναι" σκέφτηκα.

- "Μήπως προτιμάς τα παγάκια;" τη ρώτησα

Όχι δεν τα προτιμούσε.

- "Παγάκια λοιπόν" της είπα και σφίχτηκε. Της έκανα έκπληξη και τις έριξα μια με το καλώδιο στον κώλο. Μετά μια στην πλάτη.

Έβαλε τις φωνές! Δε σηκώθηκε όμως, έμεινε εκεί. Μετά ξανάβαλε τις φωνές όταν άρχισα να την ξανατρίβω στα απόκρυφα με τα παγάκια.

Έβγαλα ένα προφυλακτικό και το φόρεσα. Μετά σάλιωσα το δάχτυλό μου και της το έβαλα ελαφρά από πίσω. Το τράβηξα με μια ξαφνική συχασιά. Καθαρή ήταν αλλά δεν είχα όρεξη για πειραματισμούς. Δεν ήταν δα και σκλάβα μου. Τη σάλιωσα και αποφάσισα να την ανοίξω σιγά σιγά με τον πούτσο. Δεν είμαι δα και ο John Holms και δεν ήταν και καμιά παρθένα. Όχι ότι δεν πόνεσε, πόνεσε. Αλλά στο γαμήσι δεν έχει "Ήμαρτον". Άρχισα να τη σοδομίζω με μανία ενώ δεν είχε ανοίξει καλά καλά. Άρχισε να κλαίει -τι παράξενο!- αλλά δεν τραβήχτηκε. Το υπέμεινε, όχι ότι μπορούσε και να κάνει αλλιώς έτσι όπως την είχα πιάσει. Την πηδούσα με μανία, της τράβαγα το μαλί, τις έριχνα στον κωλομέρια και την χούφτωνα δυνατά από τα βυζιά. Πάνω στον ενθουσιασμό μου βγήκε κάμπσοσες φορές για να ξαναμπεί κάθε φορά με ένα απολαυστικό πονεμένο "Αχ".

Τέλειωσα και τραβήχτηκα. Έβγαλα το προφυλακτικό προσεκτικά και το άδειασα πάνω της. Την πασάλειψα.

Έμεινε εκεί στα τέσσερα κλαίγοντας. Δεν ήξερα γιατί έκλαιγε, δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο. Πρωτάρα δεν ήταν.

Πήγα και ξάπλωσα δίπλα της.

- "Ξάπλωσε" τη διέταξα. "Ξάπλωσε και γύρνα να με κοιτάς".

Το έκανε. Τη χάιδεψα στο πρόσωπο. Αχ αυτό το χαμόγελο της. Συνέχισα να τη χαϊδεύω στο πρόσωπο και στο μαλί και τριβόταν σα γατούλα.

Μόνο το χουρχουρητό έλειπε.

Ήμουν ξεθεωμένος. Την έβαλα να γυρίσει και την πήρα spoon hug.

Έτσι ξυπνήσαμε το πρωί.

Κοίταξα το ρολόι μου.

- "Ωχ, θα με γαμήσουν" είπα μέσα από τα δόντια μου... στα ελληνικά.

Με κοίταξε νυσταγμένη. "Τι είπες;" με ρώτησε.

- "Τίποτα".

- "Θες καφέ" με ρώτησε;

Still not feeling risky.

"Όχι, ευχαριστώ έχω αργήσει."

Της άφησα τα λεφτά στο κομοδίνο. Συν κάτι για τη λάμπα. Συν κάτι γιατί... γιατί έτσι.

Τη χάιδεψα στο πρόσωπο και τη φίλησα ανάλαφρα στα χείλη.

- "Αντίο" της είπα.

Έφυγα σχεδόν τρέχοντας για το καράβι.

Ακόμα ένα λιμάνι, ακόμα ένας γαμιστρώνας.

No comments: