Search This Blog

Friday, June 25, 2021

Per aspera ad astra

Listen to the wind blow,
watch the sunrise.
Running in the shadows,
damn your love, damn your lies.

Με είχε κουράσει πολύ να την καταφέρω. Την κυνήγησα, την κυνήγησα επίμονα. Κοίταξα την κορυφή του κεφαλιού της, κοίταξα τα χείλη της που είχαν αγκαλιάσει τον πούτσο μου, με τα μάτια της κλειστά να με ικανοποιεί με το στόμα της. Η γλώσσα της με χάιδευε και σε κάθε κίνηση με έπαιρνε μέχρι το λαιμό της.

Με είχε κουράσει πολύ να την καταφέρω. Μα είχε γδυθεί πρόθυμα μπροστά μου, είχε γονατίσει πρόθυμα μπροστά μου και με είχε πάρει πρόθυμα στο στόμα της. Δεν της είχα πει τίποτα περισσότερο από "ξέρεις τι να κάνεις". Με ρούφαγε καλά, το κάτω κεφάλι το απολάμβανε, το πάνω κεφάλι ωστόσο... το πάνω κεφάλι ως συνήθως απολάμβανε να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες.

Μου άρεσε ως γυναίκα, μου άρεσε πολύ. Μου άρεσε και το περιτύλιγμα και το περιεχόμενο. Γλυκό γελαστό πρόσωπο, γαλάζια φωτεινά μάτια, όμορφο καστανόξανθο μαλλί, γυμνασμένο και καλοφροντισμένο σώμα που ανταπέδιδε στην ιδιοκτήτρια τη φροντίδα που του έδινε και χαρούμενο, φωτεινό μυαλό.

Τι σε νοιάζει ρε μεγάλε; Πήρες αυτό που ήθελες, σε έχει στο στόμα της και μπορείς να την πάρεις όπως επιθυμείς. Τι σε νοιάζει που είναι αρραβωνιασμένη; Δικό της πρόβλημα είναι, όχι δικό σου. Καμία υποχρέωση, μόνο αγνό σκληρό γαμήσι, αυτό που επιθυμείς και αυτό που επιθυμεί.

Γιατί με γέμιζε οργή η προθυμία της να με ικανοποιήσει; Πώς είναι δυνατόν να σε εξοργίζει αυτό ακριβώς που σε καβλώνει;

Η Ξένια συνέχιζε απερίσπαστη να με τσιμπουκώνει με ενθουσιασμό μην έχοντας ιδέα τι γίνεται στο πάνω κεφάλι όσο αυτή περιποιούνταν με το στόμα της το κάτω.

And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Μπορούσα να την αφήσω εκεί να παιδεύεται για ώρες. Αφενός, μην είμαι ψεύτης, μου άρεσε το τσιμπούκι που μου έκανε και αφετέρου η γνώση του ότι είναι εκεί και παιδεύεται μου πρόσφερε μια μικρή, μια ασήμαντη σαδιστική ικανοποίηση.

Δεν χρειάζομαι να έχω λόγο για να θέλω να προκαλέσω πόνο. Χρειάζεται ωστόσο να μην έχω νεύρα, γιατί ο συνδυασμός νεύρων και σαδιστικών πράξεων με οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αυτή τη φρενήρη, την μεθυστική, την ωμή, την ξέφρενη Λύσσα που ταυτόχρονα τη λατρεύω και την φοβάμαι.

Γιατί είχα νεύρα όμως; Ναι, με είχε κουράσει να την καταφέρω, είχα κουραστεί πολύ να διαπεράσω τις άμυνές της αλλά δεν το είχε κάνει επίτηδες για να μου σπάσει τα νεύρα. Εγώ το είχα δει σαν πρόκληση από την πρώτη φορά που είδα τη φωτογραφία της και είπα μέσα μου "Στέλιο, αυτή θα τη γαμήσεις."

Και τι απέδειξα στον εαυτό μου πέραν του ότι μπορούσα να το κάνω; Ναι, δεν είναι δικό μου πρόβλημα αλλά η δική της ζωή θα γίνει μπουρδέλο, αν δεν έχει γίνει ήδη. Δε με ένοιαζε, ποτέ δε με ένοιαξε με ποιο τρόπο θα πετύχω το στόχο μου αλλά καμιά επίτευξη δεν πλήρωνε το ανικανοποίητο μέσα μου.

And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Με πολύ κόπο άδειασα το μυαλό μου και αφέθηκα με κλειστά μάτια στην αίσθηση του πούτσου μου στο στόμα της. Άρχισα να νιώθω το τέλος να έρχεται, δεν την είχα ρωτήσει που θέλει να τελειώσω και ούτε με ενδιέφερε τι θα απαντούσε η ίδια στην ερώτηση που δεν είχα κάνει. Την άρπαξα από το κεφάλι και το κράτησα ακίνητο ενώ ο πούτσος μου δονούνταν στο στόμα της πλημμυρίζοντάς το σε ριπές.

Δεν ξέρω αν τα κατάπιε πρόθυμα, πάντως τα κατάπιε υπάκουα ακόμα και αν ποτέ δεν της είχα πει τι να περιμένει. Την είχα γονατιστή μπροστά μου, γυμνή από τη μέση και πάνω και εγώ απλά τη χάιδευα, τη χούφτωνα και της μιλούσα. Όταν τραβήχτηκα πίσω δεν χρειάστηκε να της πω τίποτα περισσότερο από το "ξέρεις τι να κάνεις" για να με κοιτάξει γελαστή, να νεύσει, να με βοηθήσει να βγάλω το παντελόνι και το μποξεράκι και να με πάρει στο στόμα της πρόθυμα.

Όσο με τσιμπούκωνε είχε κλειστά τα μάτια της, όταν τέλειωσα και κατάπια με κοίταξε χαμογελώντας.

Ήθελα με την ίδια ένταση από τη μία να της ρίξω χαστούκι που να γυρίσει το κεφάλι της τρεις σβούρες και από την άλλη να τη φιλήσω στο στόμα, να γευτώ ότι είχε μείνει από το ίδιο μου το σπέρμα.

Και όπως κάθε φορά που αναγκάζομαι να πάρω απόφαση μεταξύ δύο πραγμάτων δεν έκανα τίποτα από τα δύο. Της χαμογέλασα -και το αστείο είναι ότι το χαμόγελό μου δεν ήταν καν ψεύτικο- και τη χάιδεψα στο πρόσωπο μαζεύοντας λίγο το μαλλί της που είχε πέσει μπροστά.

- "Μια δεκάρα για τη σκέψη σου" μου είπε ακόμα χαμογελαστή.
- "Δεν σκέφτομαι κάτι ιδιαίτερο" της απάντησα
- "Σε ευχαριστώ που με άφησες να σε ικανοποιήσω" μου είπε σε πιο σοβαρό τόνο ούσα ωστόσο ακόμα χαμογελαστή.

Δεν της απάντησα. Το χαμόγελό της ταυτόχρονα με εξόργιζε και με γοήτευε. Έσκυψα και έπιασα απαλά τη ρώγα του δεξί της στήθους ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Άρχισα να τα σφίγγω, όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο δυνατά. Η Ξένια έσφιξε τα χείλη της και σφάλισε τα μάτια της. Τα δάχτυλά μου έγιναν μέγγενη. Η Ξένια δάγκωσε τα χείλη της αλλά δεν έβγαλε άχνα. Άρχισα να στρίβω τη ρόγα. Ο μορφασμός του πόνου της με όργιζε, ήταν το γνωστό, το γνώριμο πρώτο άγγιγμα της Λύσσας.

Άφησα τη ρώγα της. Η Ξένια σταμάτησε να δαγκώνεται.

Ήταν ακόμα γονατιστή μπροστά στα πόδια μου, γυμνή από πάνω.

Τη βοήθησα να σηκωθεί. Κοίταζε το πάτωμα περιμένοντας να δει πως θα συνεχίσω. Εγώ απλά κάθισα ξανά στην πολυθρόνα αφήνοντάς την όρθια.

Χτύπησε το τηλέφωνό της και από το ύφος της κατάλαβα ότι ήταν το ringtone που είχε για τον αρραβωνιαστικό της. Το τηλέφωνο χτυπούσε αλλά εκείνη δεν έκανε κίνηση να το πιάσει, μόνο με κοίταξε.

-"Απάντησέ το" της είπα. "Πήγαινε μέσα στο δωμάτιο να μιλήσεις"

Σήκωσε το τηλέφωνο και απάντησε χαμηλόφωνα, όχι τόσο χαμηλόφωνα ώστε να καρφωθεί αλλά αρκετά ώστε να μην την ακούσω καθαρά. Κίνησε προς το δωμάτιο, εγώ απλά σηκώθηκα και πήγα και άνοιξα ακόμα μία μπύρα.

Κάθισα μηχανικά στην πολυθρόνα και τράβηξα ακόμα μια γερή ρουφηξιά. Άφησα κάτω το μπουκάλι και έστριψα στα γρήγορα ένα τσιγάρο. Δεν καπνίζω μέσα στο σπίτι αλλά πάλι δεν είχα όρεξη να βγω γυμνός στο μπαλκόνι, όχι γιατί φοβόμουν μη με δουν οι γείτονες, δεν υπάρχει τέτοιος φόβος εδώ που μένω, αλλά γιατί έκανε κρύο, μόλις είχε μπει ο Απρίλης και η ώρα ήταν περασμένη.

Αντί να βγω στο μπαλκόνι, πήγα στο ένα από τα δύο παράθυρα του σαλονιού και άναψα εκεί το τσιγάρο. Στο μεταξύ η Ξένια είχε τελειώσει με το τηλεφώνημα αλλά όταν γύρισε πίσω το χαμόγελο της είχε φύγει. Ένιωθε ήδη τύψεις κάτι μου με έκανε να καυλώσω άμεσα.

-"Έλα εδώ, γονάτισε δίπλα μου και άνοιξε το στόμα σου. Δεν πήρα μαζί μου τασάκι, θα κάνεις εσύ το τασάκι."

Είχα κουραστεί να την καταφέρω. Είχα κουραστεί να σπάσω τις άμυνές της. Ήταν ωστόσο ακόμα αρχή, πολύ αρχή, ήθελε προσεκτικούς χειρισμούς και τι έκανα; Την τσίγκλαγα, ήθελα να δω πού θα πάει, πού θα φτάσει, πόσο θα τεντώσει.

Με κοίταξε αναποφάσιστη.

-"Είναι ανάγκη να το ξαναπώ, Ξένια;" τη ρώτησα φωνάζοντάς τη με το όνομά της, το έκανα πολύ σπάνια.

Χαμήλωσε το βλέμμα της και ήρθε και γονάτισε δίπλα μου. Έγειρε το κεφάλι της, έκλεισε τα μάτια της και άνοιξε το στόμα της. Τίναξα τη στάχτη μέσα του. Η Ξένια συνέχισε να μένει με ανοιχτό στόμα.

Κάπνισα αργά το τσιγάρο μου πετώντας όλες τις στάχτες στο στόμα της. Το τσιγάρο τέλειωσε, το κοίταξα αναποφάσιστος. Να το σβήσω πάνω της ή να το πετάξω έξω από το παράθυρο στο υγρό χώμα;

Πέταξα το τσιγάρο έξω.

-"Πήγαινε να ξεπλύνεις το στόμα σου" τη διέταξα και η Ξένια σηκώθηκε και πήγε προς το μπάνιο. Την άκουσα να φτύνει, να κάνει γαργάρες και να φτύνει και πάλι.

Ήρθε πάλι στο σαλόνι και κάθισε μπροστά μου κοιτώντας το πάτωμα. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά.

Πολύ θα μου άρεσε να ήταν αθώα αλλά δεν ήταν. Κανείς από τους δυο μας δεν ήταν αθώος.

Ξαφνικά ένιωσα τρυφερότητα, την πήρα από το χέρι και πήγαμε και κάτσαμε στον καναπέ. Έκατσε δίπλα μου και την πήρα αγκαλιά, έγειρε πάνω μου και έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας τις στιγμές.

Listen to the wind blow,
down comes the night

-"Ποιος ήταν στο τηλέφωνο" τη ρώτησα ενώ ήξερα πολύ καλά την απάντηση.
-"Ο Πάνος" μου απάντησε άχρωμα.
-"Και τι ήθελε";
-"Τίποτα, πήρε να δει τι κάνω."
-"Και τι του είπες;"
-"..."
-"Κάτι σε ρώτησα, τι του είπες;"
-"Ψέματα του είπα, Στέλιο, τι περίμενες να του πω;"

Running in the shadows,
damn your love, damn your lies

Σηκώθηκα, πήγα στο παντελόνι μου και έβγαλα τη ζώνη.

Break the silence,
damn the dark, damn the light

-"Γδύσου τελείως και κάτσε στα τέσσερα στον καναπέ με τον κώλο προς εμένα"

Έκανε αυτό που της ζήτησα χωρίς να βγάλει μιλιά. Δεν θα έβγαζα το σαδισμό μου, δεν κινδύνευα από τη Λύσσα γιατί ήξερα ότι κατά βάθος αυτό δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι. Χρησιμοποιούσα τις τύψεις της για να ταΐσω τον μαζοχισμό της, δεν ήταν τιμωρία γιατί δεν είχα λόγω να την τιμωρήσω, εκλογίκευση της πρόσφερα, εκλογίκευση που τη γύρευε με την ίδια ενστικτώδη ανάγκη που ο έχει ο πνιγμένος που πιάνεται από τα μαλλιά του.

Ήταν μαζοχίστρια και το ήξερε αλλά αρνούνταν πεισματικά να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Της πετούσα σχοινί και εκείνη το άρπαζε με λαχτάρα.

Δεμένη με την αλυσίδα της, όπως εγώ, όπως όλοι μας.

-"Θα μετράς δυνατά και καθαρά" της είπα. "Κάθε φορά που χάνεις το μέτρημα θα προστίθενται πέντε ακόμα με τη ζώνη".
-"Μάλιστα" μου είπε.

Τέντωσα τη ζώνη. Ο κώλος της ήταν υπέροχος. Η ζώνη έπεσε με δύναμη στο δεξί γλουτό της.

-"Ένα" φώναξε με δυσκολία.

Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα.

-"ΑΑΑΧ δύο" είπε και πριν προλάβει καλά καλά να το πει έπεσε και τρίτη.
-"Τρία...ααα... τέσσερα... πέντε... ααααχ έξι... επτά... οκτώ..."

Τη χτυπούσα ξανά και ξανά και ξανά και το μόνο που φρόντιζα είναι να μη βαράω με δύναμη συνεχώς τα ίδια σημεία, στο βαθμό που είναι δυνατό δηλαδή γιατί ο κώλος και οι γλουτοί έχουν περιορισμένη έκταση και δε βαράω ποτέ με ζώνη πάνω από τον κώλο.

Όταν φτάσαμε στο τριάντα ο κώλος της ήταν κατακόκκινος. Πήγα στην κατάψυξη και έβγαλα ένα οβάλ παγάκι και μόλις γύρισα της το έβαλα ελαφρά στον κώλο. Μετά το έσπρωξα πιο βαθιά και λίγο πιο βαθιά.

-"Αν το παγάκι φύγει από εκεί πριν λιώσει θα πιάσει δουλειά το καλώδιο" της είπα.

Δεν ήταν έμπειρη και δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλες αντοχές, οι τριάντα με τη ζώνη την έφεραν, αν όχι στα όριά της, τουλάχιστον στο σημείο που η εκλογίκευση που της είχα προμηθεύσει ήταν στο τσακ να μην είναι αρκετή. Έσφιξε τον κώλο της προσπαθώντας να κρατήσει το παγάκι εκεί.

Την άφησα να κάθεται έτσι και πήγα στο παράθυρο και άναψα ακόμα ένα τσιγάρο χαζεύοντάς την.

Η ρουφιάνα ήταν υπέροχη.

Έκανα το τσιγάρο μου ενώ εκείνη πάλευε σφίγγοντας όσο μπορούσε να κρατήσει το παγάκι στον κώλο της. Πέταξα το τσιγάρο έξω από το παράθυρο, στο νοτισμένο χώμα και γύρισα προς τον καναπέ.

Το ήξερα ότι δεν θα ήμουν ο πρώτος που θα την έπαιρνε από πίσω, μέχρι στιγμής το είχε κάνει με δύο και το αστείο είναι ότι ο αρραβωνιαστικός της δεν ήταν στο club. Όχι ότι δεν θα του τον έδινε αν της το είχε ζητήσει αλλά απ' ότι είχα καταλάβει από αυτά που μου είχε πει, ο ίδιος δεν το είχε κάνει παρά το γεγονός ότι ήταν μαζί της κοντά πέντε χρόνια. Δεν ήθελε ή απλά ντρεπόταν να το ζητήσει;

Who gives a fuck...

Έβγαλα ότι είχε μείνει από το παγάκι, σάλιωσα το δάχτυλό μου και της το έχωσα στον κώλο.

-"Ξέρεις τι θα ακολουθήσει τώρα, έτσι;" την ρώτησα.
-"Ξέρω" μου απάντησε.
-"Humour me, πες μου τι θα ακολουθήσει."
-"Θα... θα με πάρεις από πίσω."
-"Τζόκερ να πας να παίξεις μετά" της είπα πειρακτικά αλλά δε γέλασε. Well, her problem.

Σάλιωσα τον πούτσο μου και τον έχωσα σιγά-σιγά μέσα της. Ήταν στενή και μπορεί ο πούτσος μου να βασανιζόταν λίγο αλλά "no pain, no gain". Κατάφερα και χώθηκα σε ικανοποιητικό βάθος μέσα της απολαμβάνοντας τόσο την αίσθηση όσο και το μουγκρητό της. Τραβήχτηκα σχεδόν όλος έξω και ξαναμπήκα σιγά-σιγά μέσα της. Και ξανά. Και ξανά. Είχε χαλαρώσει λίγο πράγμα που με βοήθησε να επιταχύνω. Την άρπαξα από το μαλλί και την τράβηξα προς τα πίσω ενώ ταυτόχρονα χώθηκα σχεδόν μέχρι τα αρχίδια μέσα της. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.

Σταμάτησα να κινούμαι και της έριξα μια γερή στο δεξί κωλομάγουλο που ήταν ακόμα κόκκινο από τη ζώνη μου. Και μετά στο αριστέρο. Και μετά ξανά πάλι στο δεξί. Και μετά την κάρφωσα μέχρι το βάθος. Και μετά τραβήχτηκα πίσω και άρχισα πάλι να της ρίχνω δυνατές σφαλιάρες. Απολάμβανα την αίσθηση του πούτσου μου μέσα της, όπως απολάμβανα τα πονεμένα βογκητά της, τόσο από το γαμήσι όσο και από τις σφαλιάρες.

And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Σταμάτησα να τις ρίχνω σφαλιάρες και επιτάχυνα το ρυθμό μου τραβώντας την από τα μαλλιά. Ένιωσα το τέλος να έρχεται και κοκάλωσα αδειάζοντας μέσα της με σπασμούς.

And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Η παράσταση είχε τελειώσει. Ωραία, τα κατάφερα, την πήδηξα. Και; Τι απέδειξα πέραν από το γεγονός ότι μπόρεσα να το κάνω;

And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Πώς θα σπάσω τις γαμημένες τις αλυσίδες που με κρατάνε; Πώς σπάει κάποιος τις αλυσίδες του; Πώς είναι να είσαι πραγματικά ελεύθερος;

(never break the chain)

Η Ξένια σηκώθηκε και μου ζήτησε την άδεια να πάει στην τουαλέτα.

Per aspera ad astra

Θυμήθηκα το συγκλονιστικό επίλογο μιας αριστουργηματικής ιστορίας επιστημονικής φαντασίας.

Φτάσε στα άστρα νεαρέ, ωρίμασε με το σύμπαν.
Ωραία, φτάσαμε στα άστρα. Και τώρα τι ανθρωπάκο;

Από τι είναι φτιαγμένες αυτές οι γαμημένες οι αόρατες οι αλυσίδες που μας δένουν και πώς θα μπορέσουμε να τις σπάσουμε; Δεν υπάρχουν άλλα μισά, ποτέ δεν πίστεψα σε αυτή τη ρομαντική σαχλαμάρα. Υπάρχουν μόνο αλυσίδες, δεν κάνουμε τίποτα πέρα από το να ενώνουμε τις αλυσίδες μας με ξένες αλυσίδες και δεν καταφέρνουμε τίποτα παραπάνω παρά να δενόμαστε ακόμα πιο σφιχτά.

Πώς σπάνε;

Chain keep us together
(running in the shadow)
Chain keep us together
(running in the shadow)
Chain keep us together
(running in the shadow)
Chain keep us together
(running in the shadow)
Chain keep us together
(running in the shadow)
Chain keep us together
(running in the shadow)

Πώς σπάνε οι γαμημένες;

Saturday, May 29, 2021

Bang Bang

 1978

I was five and she was six
We rode on horses made of sticks
I wore black and she wore white
I would always win the fight 

Bang bang, she shot me down
Bang bang, and I hit the ground
Bang bang, that awful sound
Bang bang, my baby shot me down

-"Άντε, πέσε να κοιμηθείς" μου είπε η μητέρα μου.

Ήμουν πολύ χαρούμενος και γεμάτος υπερένταση και παρόλο που νύσταζα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Λίγο πριν η μητέρα μου μού είχε πει τις μαγικές λέξεις "Αύριο έρχεται η Χ."

Ακόμα το θυμάμαι. Τη Χ. την γνώριζα από τότε που ήμουν τριών χρονών αλλά η πρώτη μου πραγματική ανάμνηση από εκείνη ήταν εκείνο το ζεστό καλοκαιριάτικο βράδυ στο παλιό σπίτι, όταν η μητέρα μου μου είπε ότι αύριο θα ερχόταν στην Εκάλη η Χ.

Τότε υπήρχαν όλα κι όλα τρία τέσσερα σπίτια στην περιοχή, όλα παμπάλαια, το παλιό σπίτι το είχαν αγοράσει οι γονείς μου για εξοχικό στα τέλη της δεκαετίας του '60. Σπίτι και οικόπεδο όλα μαζί έκαναν όσο ένα αυτοκίνητο τότε.

Η φύση εδώ ήταν ακόμα παρθένα, οργιαστικό δάσος, λαγοί, αλεπούδες, σκατζόχοιροι και όλοι και όλοι τρεις-τέσσερις γείτονες. Ο παπούς και η γιαγιά της Χ. είχαν ένα από αυτά τα σπίτια και κάθε καλοκαίρι οι γονείς της την έφερναν εδώ. Πέραν της αδερφής μου και της ξαδέρφης μου, που από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας της, αδερφός του πατέρα μου, περνούσε όλες τις διακοπές της μαζί μας, δεν υπήρχαν άλλα παιδιά. Με την αδερφή μου 6 χρόνια και την ξαδέρφη μου 4 χρόνια μεγαλύτερες ήμουν μόνος μέχρι οι γονείς της Χ. να τη φέρουν στους παπούδες της.

Έκλεισα τα μάτια προσπαθώντας να κοιμηθώ. Άντε, πότε θα έρθει ο ύπνος να με πάρει, πότε θα έρθει το πρωί; Παρά την υπερέντασή μου ο ύπνος με νίκησε. Το πρωί που ξύπνησα βγήκα έξω στη βεράντα και περίμενα. Η αδερφή μου και η ξαδέρφη μου είχαν ξυπνήσει νωρίτερα και ήταν στις κούνιες.

-"Χ!!!!!" φώναξα όταν την είδα να έρχεται προς εμάς και έτρεξα να τη συναντήσω. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερη από εμένα, ψηλή και λιγνή και αν και πια δε θυμάμαι παρά αχνές λεπτομέρειες ήταν το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου.
-"Γ!!!!!" φώναξε και ήρθε τρέχοντας προς το μέρος μου

Σχεδόν τρακάραμε ο ένας πάνω στον άλλο, χάσαμε την ισορροπία μας και πέσαμε και οι δύο βάζοντας τα γέλια.

-"Μην κάνετε σαν μωρά" άκουσα από μακρυά την αδερφή μου να λέει αλλά δεν της έδωσα σημασία. Σχεδόν τρέχοντας ξαμολυθήκαμε στο δάσος, προς το δέντρο στο οποίο σκαρφαλώναμε.

...

-"Γ! Χ!" άκουσα τον μπάρμπα-Γ., τον λατρεμένο μου παπού, να μας φωνάζει. "Ελάτε να πιείτε την πορτοκαλάδα σας"
-"Ο τελευταίος είναι κουρέλας" φώναξε η Χ. τρέχοντας προς τον παπού μου. Έτρεξα και εγώ να την προλάβω αλλά η Χ. ήταν σαν ελάφι.
-"Κουρέλα! Κουρέλα!" είπε γελώντας και προσπαθώντας να πιει την πορτοκαλάδα.
-"Εσύ είσαι κουρέλα" της είπα και άρχισα να τραγουδάω "Ολυμπιακέ, μεγάλε και τρανέ, αντί για το πρωτάθλημα, πήρες κουραμπιέ"

"Γ. πιες την πορτοκαλάδα σου" μου είπε ο παπούς μου. Ήπια στα γρήγορα την πορτοκαλάδα, άρπαξα την Χ. από το χέρι και πήγαμε τρέχοντας στις κούνιες.

...

Είμαστε καθισμένοι στο χώμα, εγώ παίζω με ένα φορτηγάκι και η Χ. με ένα γερανό. Δεν είχα δει ποτέ την Χ. να παίζει με κούκλες ή κουζινικά που ήταν οι αγαπημένες ασχολίες της αδερφής μου και της ξαδέρφης μου.

-"Χ, έλα σπίτι να φάμε" άκουσα τη γιαγιά της να τη φωνάζει από μακρυά.

Άφησε το γερανό και σηκώθηκε. Ξεκίνησε προς το σπίτι της και ξαφνικά σταμάτησε. Γύρισε και με κοίταξε που την κοίταζα παραπονεμένος, ακόμα καθισμένος στο χώμα.

-"Σ' αγαπάω" μου είπε.

...

Η αδερφή μου ήταν 11 χρονών και είχε αρχίσει να μεγαλώνει οπότε δεν συμμετείχε. Η ξαδέρφη μου όμως ήταν ακόμα 9 χρονών και ήταν και δική της ιδέα.

-"Αφού σε αγαπάει και την αγαπάς να παντρευτείτε".

Η Λ. έκανε τον παπά.

-"Γ, αγαπάς τη Χ;"
-"Πολύ πολύ!"
-"Χ, αγαπάς το Γ;"
-"Από εδώ ως το φεγγάρι."
-"Ωραία" είπε η Λ. και έκανε ένα καθόλου παπαδίστικο "αμπρακατάμπρα".
-"Σας πάντρεψα"
-"Και τώρα;" ρώτησα.
-"Και τώρα δώσε ένα φιλί στη γυναίκα σου"

Φίλησα τη Χ. στο μάγουλο και με φίλησε και εκείνη.

Ένιωθα την καρδιά μου να χοροπηδάει. Πέρα από την αδερφή μου και τις ξαδέρφες μου ήταν το πρώτο φιλί που είχα δώσει και είχα πάρει από κορίτσι.


1985

Seasons came and changed the time
When I grew up, I called her mine
She would always laugh and say
Remember when we used to play?

Bang bang, and she shot me down
Bang bang, and I hit the ground
Bang bang, that awful sound
Bang bang, my baby shot me down

Είμαι πλέον 12 χρονών. Στην Εκάλη υπάρχουν και άλλα παιδιά πλέον, ένα από αυτά είναι ο συνονόματός μου ο οποίος ήταν ο ένας -ο άλλος ήταν στο Περιστέρι- από τους δύο κολλητούς μου. Τη Χ. είχα να τη δω πάνω από 5 χρόνια, στους παπούδες της ερχόντουσαν τα δύο ξαδέρφια της, ο Λ. και ο Χ. αλλά με αυτούς δεν είχα πολλές επαφές καθότι ήταν αρκετά χρόνια μικρότεροί μου.

Εκείνο το καλοκαίρι ωστόσο ήταν διαφορετικό. Είχε έρθει και η Χ. Είχα τρομάξει να τη γνωρίσω, είχε αρχίσει να μπαίνει στην εφηβεία, είχε ψηλώσει και είχε πετάξει και στήθος. Τα μαλλιά της δεν ήταν πλέον σχεδόν αγορίστικα κοντά αλλά δεν ήταν μακριά. Μικρή ήταν ξανθή, τα μαλλιά της πλέον είχαν σκουρίνει και από το ξανθό είχαν μείνει κάποιες ανταύγειες στα ανοιχτά καστανά μαλλιά της.

Δεν το κρύβω, ένιωσα μεγάλη αμηχανία στην αρχή αλλά γρήγορα μου πέρασε. Η Χ. αν και πλέον είχε περισσότερο έντονα τα γυναικεία, παρά τα παιδικά, χαρακτηριστικά ήταν ακόμα το αγοροκόριτσο των πρώτων παιδικών μου χρόνων. Μαζί με τον Γ. οι τρεις μας γίναμε αχώριστοι.

...

Ο Γ. είχε επισκέψεις εκείνο το απόγευμα οπότε ήμουν μόνος μου με τη Χ. όταν πήγαμε προς το μεγάλο δέντρο που σκαρφαλώναμε οι τρεις μας και καθόμασταν με τις ώρες και χαζολογούσαμε. Είχε βρέξει και το χώμα ακόμα και μέσα στο δάσος ήταν βρεγμένο. Η Χ. προχωρούσε μπροστά και εγώ ακολουθούσα ώσπου κάπου σκονταψε και έχασε την ισορροπία της. Ενστικτωδώς άπλωσα τα χέρια και την άρπαξα πριν γκρεμοτσακιστεί...

...από τα στήθη.

Ταράχτηκα τόσο πολύ με την πρωτόγνωρη αίσθηση που τα έχασα και την άφησα.

Τουλάχιστον δεν έσκασε με φόρα στο χώμα.

-"Είσαι βλαμένος ρε;" με ρώτησε
-"Συγνώμη ψέλλισα. Δεν... κατά λάθος..."
-"Τι συγνωμη ρε βλάκα; Σκατά έγινα! Γιατί με άφησες να πέσω ενώ με κράταγες;"
-"Σε έπιασα από... από... λάθος σημείο και... Συγνώμη ρε Χ. δεν το ήθελα."
-"Πώς κάνεις έτσι παιδάκι μου;" με ρώτησε σα να μην τρέχει τίποτα.

Εξακολουθούσα να την κοιτάζω σαν ηλίθιος.

-"Για όνομα του Θεού" είπε και σηκώθηκε, μου πήρε και τα δύο χέρια και μου τα ακούμπησε στα στήθη της. Είχαν το μέγεθος μήλου. "Βυζιά είναι, δε δαγκώνουν!"

Έβαλε τα γέλια ενώ εγώ έχασκα ακόμα...

...

Το καλοκαίρι πέρασε σαν αστραπή.

-"Φεύγω" αύριο μας είπε. "Ήρθα να σας χαιρετήσω"

-"Θα έρθετε τα Χριστούγεννα;" τη ρώτησα;
-"Όχι δε νομίζω. Από τότε που πήγαμε στον Καναδά ερχόμαστε μόνο καλοκαίρια Ελλάδα."
-"Γ..." ακούσαμε τον Α, τον αδερφό του να φωνάζει απ' έξω. "Σε θέλει ο μπαμπάς"
-"Φεύγω, είπε ο Γ. Αγκάλιασε τη Χ. και φιλήθηκαν στο μάγουλο και έφυγε τρέχοντας.
-"Θα μου λείψεις" της είπα.
-"Κι εμένα" μου είπε.

Κοιταχτήκαμε για μερικές στιγμές ακόμα. Την αγκάλιασα και έκανα να τη φιλήσω στο μάγουλο για να αποχαιρετιστούμε. Μου κράτησε το κεφάλι ακίνητο και με φίλησε στα χείλη.

Ήταν το πρώτο μου φιλί στο στόμα.

-"Αντίο" είπε και γύρισε και έφυγε
-"Αντίο" απάντησα και έμεινα να την κοιτάζω να απομακρύνεται...

1991

-"Έφερες τις κασσέτες;" με ρώτησε ο Κ.
-"Ναι ρε μαλάκα, παιδιά είμαστε;"
-"Άντε μαλάκες, κουνηθείτε" είπε ο Γ. σε εμένα, τον αδερφό του και τον Κ. "Πάμε να καθαρίσουμε"

Ο Κ. έκανε πάρτι εκείνο το βράδυ, εγώ είχα φέρει τις τρεις κασέτες με μπαλάντες, σήμα κατατεθέν των εφηβικών μας πάρτι.

...

Καθόμουν ακουμπισμένος στον τοίχο και έβλεπα τον κόσμο να χορεύει. Χτύπησε το κουδούνι και πήγα εγώ να ανοίξω. Στην πόρτα ήταν ο Λ. με μια πολύ όμορφη, ψηλή κοπέλα με κόκκινο μαλλί. Την κοίταξα κεραυνοβολημένος, δεν μπορεί να ήταν άλλη, δε γινόταν να ήταν άλλη.

-"Γ!!!!!" φώναξε ουρλιάζοντας από ενθουσιασμό αρπάζοντάς με στην αγκαλιά της. Την άρπαξα κι εγώ στη δική μου και δεν την άφηνα, πρέπει να ήμασταν πάνω από 5 λεπτά αγκαλιά σφιχτά στην πόρτα χαϊδεύοντας ο ένας την πλάτη του άλλου. Ο Λ. βαρέθηκε να μας περιμένει και πήγε μέσα.

Μετά τον ερχομό της Χ. δεν υπήρχε κανένας άλλος για μένα στον πάρτι. Παρά το γεγονός ότι τη σύστησα στον κόσμο που δεν ήξερε, δεν ξεκόλησαμε στιγμή ο ένας από το πλευρό του άλλου.

-"Τι κάνεις ρε Χ; Χρόνια και ζαμάνια."

Είχε έρθει στο ενδιάμεσο κάμποσες φορές Ελλάδα αλλά δεν ήταν για πολλές μέρες και δεν είχαν τύχει οι επισκέψεις της να συμπέσουν με εμάς να είμαστε Εκάλη, τότε μέναμε ακόμα Περιστέρη και Εκάλη πηγαίναμε μόνο Χριστούγεννα/Πάσχα και καλοκαίρι και αραιά και που κάποια Σ/Κ. Το 1991 ήταν 19 χρονών και μόλις είχε τελειώσει το δεύτερο έτος σπουδών μηχανολογίας στο Berkeley. Εγώ το 1991 ήταν η πρώτη φορά που είχα δώσει πανελλήνιες πριν από ένα μήνα και το μόνο που ήξερα ήταν ότι έχω γράψει καλά στα Μαθηματικά, φυσική και χημεία είχα πάει για τουρισμό οπότε αναλόγως του πως θα τα είχα πάει στην έκθεση είτε θα είχα περάσει στην 17η επιλογή μου είτε πουθενά.

Το πάρτι φάνηκε σαν να διήρκησε δευτερόλεπτα. Κατά τις 01:00 ήρθε ο Λ. να την πάρει να φύγουν.

-"Χ. αν θες να κάτσεις κι άλλο μπορώ να σε γυρίσω εγώ με το αυτοκίνητο"
-"Αμέ, γιατί όχι!"
-"Λ. Αλέ" του είπε.
-"Μα... τι θα πω... ήρθαμε μαζί."
-"Λ. είμαι ενήλικη κι εσύ όχι. Ακόμα εδώ είσαι;"

Φύσησε, ξεφύσησε και παίρνοντάς το απόφαση έκανε μεταβολή και έφυγε.

Εκείνη τη στιγμή τα φώτα χαμήλωσαν και ο Κ. έβαλε την πρώτη μου κασέτα. Οι πρώτες νότες του "Hotel California" άρχισαν να ακούγονται.

-"Χορεύουμε;" τη ρώτησα;

Δεν απάντησε, με άρπαξε από το χέρι, με έσουρε μέσα και με αγκάλιασε.

Η κασέτα ήταν 90λεπτη, δεν ξεκολλήσαμε ούτε στιγμή ο ένας από τον άλλον, χορεύαμε άλλοτε αμίλητοι, άλλοτε τραγουδώντας τους στίχους και άλλοτε μιλώντας για τις ζωές μας μέχρι τότε.

Ήταν πιο ψηλή από εμένα, είχε εντυπωσιακό μπούστο, το μήλο πρέπει να είχε εξελιχθεί σε πεπόνι και βάλε και τα μαλλιά της και το απαλό της δέρμα μύριζαν υπέροχα.

-"Δε θέλω να πάω σπίτι. Θα με πας βόλτα με το αυτοκίνητο;"
-"Και το ρωτάς;" της είπα. Πήγα στο Γ. και του είπα ότι φεύγω με τη Χ., εκείνος χαμογέλασε και μου ευχήθηκε καλό βόλι.

Μπήκαμε στο σαραβαλάκι το Όπελ και τη ρώτησα που θέλει να πάμε.

-"Πάμε θάλασσα"

Πήραμε το δρόμο από το Διόνυσο και φτάσαμε Νέα Μάκρη. Από εκεί έστριψα αριστερά και πήγαμε στο μαραθώνα. Σταματήσαμε σε μια ερημική παραλία και πήγαμε και καθίσαμε στην άμμο. Είχε σχεδόν γεμάτο φεγγάρι.

Άναψα τσιγάρο. Μου ζήτησε κι εκείνη ένα. Το άναψε και τράβηξε ηδονικά μια ρουφηξιά.

Στα 18 μου είχα σεξουαλικές εμπειρίες μόνο με αγόρια. Με κορίτσια μέχρι τότε το πιο extreme που είχα κάνει ήταν χούφτωμα και αυτό πάνω από τα ρούχα. Η Χ. ήταν η πρώτη μου.

Εκεί... στην ερημική παραλία... Με το φορητό κασετοφωνάκι, υπό τους ήχους του μελαγχολικού solo του "Light my fire" μπήκα για πρώτη φορά σε γυναίκα. Εκείνη ήταν η πρώτη μου αλλά εγώ σίγουρα δεν ήμουν ο πρώτος της. Ο τρόπος που με πήρε στο στόμα της, η ευκολία με την οποία μπήκα μέσα της...

Δε με ένοιαζε τίποτα. Η Χ., η πρώτη από τις τρεις Χ. της ζωής μου, ο πρώτος μου παιδικός έρωτας, το πρώτο μου φιλί στο μάγουλο, το πρώτο μου φιλί στο στόμα, το πρώτο μου στήθος στο στόμα, η πρώτη γυναίκα που με πήρε στο στόμα της, η πρώτη γυναίκα στην οποία μπήκα μέσα.

Εκείνη τη στιγμή ήταν δικιά μου και τίποτα στον κόσμο δεν είχε σημασία.

Γυρίσαμε, την πήγα στο σπίτι της και η καρδιά μου χτυπούσε... Χτυπούσε... χοροπηδούσε... και η καρδιά μου είχε πάψει να χοροπηδάει από τη νύχτα που έχασα τον παππού μου, εκεί στα 5 και κάτι.

Την επόμενη μέρα έφυγε χωρίς καν να με χαιρετήσει. Έγινε δικιά μου και έγινα δικός της για μια νύχτα και φεύγοντας η νύχτα την πήρε μαζί της, σαν κάποιο όμορφο όνειρο που διαλύθηκε και έγινε αφρός και χάθηκε στο φως του πρώτου χάραματος.

Now she's gone, I don't know why
And I didn't even say goodbye
Oh sometimes I sit and cry
Didn't even have the time to lie

Bang bang, she shot me down
Bang bang, oh, I hit the ground
Bang bang, that awful sound
Bang bang, my baby shot me down

Oh she shot me down
Bang bang
And I hit the ground
Bang bang
Bang bang

Φτου ξελευτερία!

Είναι πια Φλεβάρης και έχω πάρει τη μετάθεσή μου για Αθήνα. Παρά το γεγονός της σύντομης σχέσης μου με τη Μ, ούτε καν τρεις μήνες δεν κράτησε, το μυαλό μου είναι ακόμα στην Κ.

Ωστόσο είμαι Αθήνα, σπίτι μου και όχι κλεισμένος στο κωλοτάγμα στην άλλη άκρη του Αιγαίου. Τα πρωινά περνάνε ευχάριστα στην υπηρεσία που έχω πάρει μετάθεση και από το μεσημέρι και μετά είμαι ελεύθερος μέχρι το επόμενο πρωί. Δε νιώθω καν φαντάρος, στο σημείο που είναι η υπηρεσία απαγορεύεται να φοράω στρατιωτικά και παρά το γεγονός ότι στο γραφείο υπάρχουν κάμποσοι, από στρατηγό μέχρι επιλοχίες τα πράγματα είναι πολύ χαλαρά.

Δεν είχα ξαναδεί στρατηγό μέχρι που παρουσιάστηκα εκεί. Φοβερός τύπος, χαβαλετζής και εξαιρετικά οξύνους δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πιο μακριά από την εικόνα του καραβανά που έχει στο μυαλό του ο περισσότερος κόσμος. Η υπηρεσία στελεχόνονταν από ένα μείγμα στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού το οποίο με είχε κατασυμπαθήσει επειδή λόγω των γνώσεών μου σε υπολογιστές τους είχα κάνει τη ζωή πολύ εύκολη.

Η θέση ήταν εξαιρετικά βυσματική και δεν έχω ιδέα πως βρέθηκα εκεί. Όχι απλά γιατί ήταν στο κέντρο της Αθήνας, όχι απλά γιατί ήταν ανοιχτά μόνο ώρες δημοσίου και όχι απλά απαγορευόταν να φοράω στρατιωτικά, αλλά μιας και ήμουν αποσπασμένος από το Λ.Δ. της Π.Φ. και μιας και ούτε έτρωγα, ούτε κοιμόμουν στο τάγμα, έπαιρνα και 50000 δραχμές το μήνα τροφή σε χρήμα! Ακριβώς λόγω του βυσματικού της θέσης όλοι οι προηγούμενοι φαντάροι είχαν από ελάχιστη ως καμία σχέση με τα καθήκοντας της εν λόγω θέσης και αρχικά με είχαν αντιμετωπίσει με ευγενική αδιαφορία το οποίο άλλαξε σε μεγάλη συμπάθεια όταν κατάλαβαν ότι βύσμα ή όχι -ακόμα δεν με πίστευαν ότι δεν είχα βάλει βύσμα- κάλυπτα και με το παραπάνω τα τυπικά προσόντα.

Όπως και να έχει τα πρωινά στο γραφείο κρατούσαν το μυαλό μου απασχολημένο αλλά από το μεσημέρι και μετά άρχιζε ο ελεύθερος χρόνος και ήταν κοντά δέκα μήνες που δεν τα πηγαίναμε καλά οι δυο μας.

Την Ε. την γνώρισα στο IRC. Συνομήλικη, είχε βγει εδώ και εννιά μήνες -για την ακρίβεια είχε τινάξει στον αέρα- μακροχρόνια σχέση στην οποία ήταν από 18 χρονών, δυναμική και γεμάτη ζωντάνια ήταν ότι πρέπει για ένα καλό rebound. Για μακροχρόνια σχέση οι δυο μας δεν κάναμε με τίποτα και όσο και αν χρειαζόμουνα το rebound το έβλεπα ξεκάθαρα οπότε ποτέ δεν κυνήγησα το κάτι παραπάνω μαζί της.

Μιλούσαμε αρχικά μέσω private messages μέσω του irc server (/msg για όσους θυμούνται) και στη συνέχεια προχωρήσαμε στην πιο ιδιωτική direct επικοινωνία (/dcc chat) και στο ICQ που τότε ήταν στις δόξες του. Μετά αρχίσαμε να μιλάμε σταδιακά και στο τηλέφωνο και η ώρα μαζί της περνούσε πολύ ευχάριστα οπότε το φάντασμα της Κ. δεν είχε και πολλές ευκαιρίες για να με τυραννήσει.

Κάποια στιγμή αποφασίσαμε και βγήκαμε από κοντά. Όπως και η Μ. με την οποία είχα κάνει μία σύντομη σχέση έτσι και η Ε. έμενε στα νότια προάστια, στου διαόλου τη μάνα δηλαδή. Από την άλλη ούσα ιδιοκτήτρια αλυσίδας καταστημάτων, εξωστρεφής to the extreme είχε "διασυνδέσεις" με όλα τα καλά μαγαζιά της παραλιακής με αποτέλεσμα όποτε βγαίναμε να μας αντιμετωπίζουν σα βασιλιάδες.

Σαφώς και δεν μπορούσα να την ακολουθήσω σε αυτά που ξόδευε για ποτά ειδικά σε τέτοια μαγαζιά και εκεί με βοήθησε η φυσική μου αποστροφή στο αλκοόλ ωστόσο παρά το γεγονός ότι εγώ δεν έπινα περνούσαμε καλά σε όλες μας τις εξόδους. Η αλήθεια είναι ότι ο κύκλος της, με εξαίρεση ένα παιδικό της φίλο ο οποίος με συμπαθούσε -ίσως λόγω συναδελφικής ιδιότητας καθώς ήταν και εκείνος μαθηματικός- με αντιμετώπιζε με τον ίδιο τρόπο που τους αντιμετώπιζα κι εγώ: με ευγενική αδιαφορία αν και δεν κρύβω ότι υπήρχαν και κάποιοι που με αντιπαθούσανε, προσπαθώντας ωστόσο να μην το εκδηλώσουν φανερά. Η αντιπάθεια μάλλον οφείλονταν στο ότι ήμουν ο πιο μαζεμένος οπότε τη παρουσία μου δεν ξεφεύγανε αν και ομολογώ ότι ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εγώ τους ήμουν τροχοπέδη. Όσο με αφορούσε μπορούσαν ελεύθερα να γίνουν λιάρδα και να πάνε να πέσουν στην πρώτη διαθέσιμη κολώνα και ποτέ δεν έδειξα κάποια αποδοκιμασία, άλλωστε η αποχή μου από το ποτό δεν γινόταν για ιδεολογικούς λόγους αλλά για καθαρά πρακτικούς. Αποτέλεσμα αυτού ήταν σιγά-σιγά να ξεκόβει παρέα από αυτούς κάτι που ταυτόχρονα μου άρεσε και δε μου άρεσε. Μου άρεσε γιατί μου αφιέρωνε περισσότερο χρόνο και δε μου άρεσε γιατί ήξερα ότι είμαι περαστικός και δεν ήθελα να είμαι εγώ η αιτία να απομακρυνθεί από τους φίλους της, οι οποίοι αν εξαιρέσεις τις επιδόσεις τους σε κατανάλωση αλκοόλ ήταν μια χαρά άτομα.

Το να κοιμηθώ στο σπίτι της δεν είχε γίνει πρώτη φορά, αν δεν είχα πάρει αυτοκίνητο τότε κοιμόμουν σπίτι της και η Ε. με ανέβαζε το πρωί στη Δάφνη να πάρω το μετρό -τότε έφτανε μόνο μέχρι εκεί- για να πάω να ανοίξω το γραφείο στις 07:00 το πρωί. Είχε ένα τεράστιο γερμανικό λυκόσκυλο, πραγματικά από τα μεγαλύτερα που έχω δει, και ένα γάτο τα οποία με λατρεύανε και συνήθως κοιμόμουνα στον καναπέ με τη γάτα πάνω μου και το σκύλο δίπλα μου καθώς εμού παρόντος την αγνοούσαν επιδεικτικά. Εκείνο ωστόσο το βράδυ δεν τα είχε κοπανήσει μόνο η αφεντιά της, είχα πιει κι εγώ παραπάνω από το κανονικό γιατί κάποιος από την παρέα της γιόρταζε και κάθε τρεις και λίγο κέρναγε σφινάκια. Αν και οι υπόλοιποι έπιναν τεκίλα ενώ εγώ σναπς, τελικά κατάφερα να γίνω κι εγώ ψιλοκουρούπελο. Όχι στο βαθμό να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου αλλά σίγουρα είχα κάνει κεφάλι, είχα τρελό κέφι και οι αναστολές μου είχαν πάει περίπατο.

Κάπως έτσι ενώ καθόμασταν στον καναπέ -ούτε θυμάμαι τι λέγαμε, αν δηλαδή λέγαμε κάτι και απλά δεν κοιτάζαμε τον τοίχο σα χάνοι- γύρισε και με κοίταξε και την κοίταξα κι εγώ. Παρά το γεγονός ότι το βλέμμα της έλεγε "φίλα με ΓΤΧΣ" και επειδή ειλικρινά δεν ήταν το σεξ που μου είχε λήψει αλλά η επιθυμία να ζω αντί απλώς να επιβιώνω προτίμησα να μην πάρω κανένα ρίσκο.

-"Ε. έτσι όπως σε βλέπω, θέλω να σε πάρω αγκαλιά και να σε φιλήσω."
-"Και γιατί δεν το κάνεις;" ρώτησε απλά και ήταν το μόνο που χρειαζόταν να ακούσω.

Και τη φίλησα. Και ανταπέδωσε. Φιληθήκαμε για κάμποση ώρα, αλλά είχε πάει κοντά 4:00 και σε 2 ώρες θα έπρεπε να ξυπνήσουμε γιατί εκείνη ναι μεν είχε δικό της μαγαζί αλλά εγώ ήμουν υπάλληλος της μαμάς πατρίδας και την συγκεκριμένη μέρα δεν είχε ρεπό, οπότε δεν προχωρήσαμε σε τίποτα παραπάνω και πέσαμε για ύπνο στο κρεβάτι της. Και επειδή το κρεββάτι ήταν διπλό κάποια στιγμή βρέθηκα με την Ε. γερμένη στον ένα ώμο μου, το κεφάλι του σκυλιού στον άλλο ώμο μου και τη γάτα στο στέρνο, και με τους τρεις να κοιμούνται του καλού καιρού κι εγώ να κάνω το θαλαμοφύλακα.

Το πρωί ωστόσο στο γραφείο άρχισαν να με πιάνουν οι αμφιβολίες μου. Επειδή ακριβώς γούσταρα την παρέα της Ε. και επειδή ακριβώς δεν έβλεπα κανένα μέλλον μεταξύ μας ήθελα να το κρατήσω όπως πάει και αν έμπλεκαν συναισθηματικά στη μέση δεν θα είχαμε καλή κατάληξη, δεδομένου ότι τα όποια συναισθήματα μπορούσαν να γεννηθούν από τη μεριά της θα ήταν χωρίς ανταπόκριση από τη δική μου. Στο τηλέφωνο ήμουν πολύ ξεκάθαρος.

-"Νομίζω ότι κάναμε λάθος."
-"Γιατί το λες αυτό;" με ρώτησε.
-"Γιατί το καλύτερο που μπορεί να γίνει μεταξύ μας είναι friends with benefits και δε θέλω να έρθουμε σε σημείο που νοιώσεις συναισθήματα που δεν είμαι σε θέση να ανταποδώσω. Δεν λέω όχι στα benefits αλλά αν είναι να χαλάσει την παρέα που κάνουμε στα τσακίδια να πάνε."
-"Ήμουν εννιά χρόνια σε σχέση, Γ, στο έχω πει. Δεν έχει περάσει ούτε χρόνος από τότε που το διαλύσαμε, ούτε εγώ θέλω κάτι παραπάνω."
-"Ναι αλλά μου έχεις πει ότι σ' αρέσει ο Δ. και έχεις και τον φαντάρο με τον οποίο ξεσκάς. Θα στο θέσω έτσι, οι δυο μας μπορούμε να είμαστε friends with benefits και να έχεις και άλλους δέκα νοματαίους, αλλά αν οι άλλοι δύο μάθουν τι είδους σχέση έχουμε πολύ πιθανό να κατηγορήσεις εμένα και ξαφνικά να γίνουμε "and then there were none" και δεν θέλω να είμαι εγώ η αιτία"
-"Αυτό είναι δικός μου λογαριασμός αλλά δε θα χαλάσουμε και τις καρδιές μας. Δε θέλεις benefits, δε θα έχεις benefits!"
-"No problem" της είπα και το εννοούσα.

Συνεχίσαμε να μιλάμε και να βγαίνουμε και έβλεπα ότι μου έλεγε για τους άλλους σε φανερή προσπάθεια να με τσιγκλίσει. Το μόνο που κατάφερνε ήταν να με καυλώνει οπότε κάθε φορά που μου διηγούνταν για τους άλλους είχε την αμέριστη προσοχή μου, με τρόπο ωστόσο που δεν της άρεσε καθόλου. Εγώ πάλι το διασκέδαζα με την ψυχή μου, αφενώς γιατί μου αρέσει να μου διηγούνται σεξουαλικές πράξεις με γαργαλιστικές λεπτομέρειες και αφετέρου απολάμβανα σαδιστικά το γεγονός ότι η αντίδρασή μου την έκανε να βράζει στο ζουμί της και μάλιστα χωρίς να έχει τη δυνατότητα εκτόνωσης στο άγουραχαχαχαχαχα κορμί μου.

Κάποια Κυριακή μεσημέρι οργάνωσε τραπέζι για να γιορτάσουμε τα γενέθλια του Δ. Επειδή θα ήταν ζευγάρια και για να μην είμαι ασυνόδευτος και κάνω το μπακούρι την είχα ρωτήσει αν μπορούσα να φέρω μαζί μου την Μ. (την κοπέλα την οποία είχα σύντομη σχέση για τρεις μήνες μετά την Κ.) με την οποία ναι μεν είχαμε χωρίσει αλλά διατηρούσαμε πολύ φιλικές επαφές και αραιά και που βγαίναμε για καφέ. Μου απάντησε ότι μπορούσα να φέρω όποιαν/όποιον θέλω οπότε έτσι έσκασα στην ταβέρνα στου Ψυρρή που είχε κλείσει τραπέζι συνοδευόμενος από τη Μ.

Η ταβέρνα είχε και live ρεμπέτικη μουσική, είχε πολύ καλό φαγητό και εξαιρετικό αγιωργίτικο και του δώσαμε και κατάλαβε στην κρασοκατάνυξη. Επειδή η Μ. όπως και η Ε. έμενε στα νότια προάστια και δεδομένου ότι η Ε. δεν είχε στο νου της εκείνο το βράδυ να "ξελογιάσει" τον Δ. είχα πάει χωρίς αυτοκίνητο και της είχα ζητήσει να πάει την Μ. στο σπίτι της όταν θα φεύγαμε. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε η Ε. μου ζήτησε αν θέλω να κατέβω κι εγώ μαζί τους για την παρέα και να με πήγαινε την επόμενη μέρα το πρωί στο γραφείο, πράγμα για το οποίο δεν είχα καμία αντίρρηση.

Κατεβήκαμε με τα χίλια ζόρια στα Νότια Προάστεια καθώς ήταν Κυριακή μέσα στο κατακαλόκαιρο και ο κόσμος είχε ξαμολυθεί στις παραλίες συν το γεγονός ότι είχαν ξεκινήσει τότε τα έργα και για το μετρό οπότε γινόταν της κακομοίρας. Στο δρόμο την είχε πάρει στο κινητό της μια υπάλληλός της και της είχε πει να περάσει από το μαγαζί για κάτι επείγον οπότε μας ζήτησε πρώτα να πάμε από το μαγαζί της και μετά να πάμε την Μ. στο σπίτι της, πράγμα για το οποίο κανείς μας δεν έφερε αντίρρηση.

Όταν μείναμε μόνοι μας η Μ. δεν έχασε ευκαιρία.

-"Θα γυρίσετε μετά σπίτι της;"
-"Έτσι είπαμε."
-"Δεν σας βλέπω να κοιμάστε" μου είπε με νόημα.
-"Δεν είναι η πρώτη φορά που κοιμάμαι σπίτι της και με εξαίρεση αυτό που έγινε τις προάλλες και το οποίο δεν είχε άλλωστε και συνέχεια δεν έχει γίνει κάτι μεταξύ μας. Άλλωστε γουστάρει τον Μ. ολόκληρο τραπέζι διοργάνωσε για την πάρτη του."
-"Δεν ξέρω για ποιον διοργάνωσε το τραπέζι Γ. αλλά ξέρω ποιον κοίταγε όλη την ώρα και αυτός ήσουν εσύ. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις εκτός και αν σκοπεύεις να χρησιμοποιήσεις βία για να το αποφύγεις δε σε βλέπω να κοιμάστε σήμερα."
-"Όχι ρε" της απάντησα.
-"Καλά, εδώ θα 'σαι και εδώ θα 'μαι."
-"Δε μου λες", δεν έχασα εγώ την ευκαιρία," αν δεν γίνει κάτι μεταξύ της θα μου κάτσεις;"

Ναι, το εννοούσα, δεν το είπα για αστείο και ούτε το εξέλαβε έτσι.

-"Όχι απλά θα σου κάτσω να με πάρεις όπως θες, στο τέλος θα σου πάρω πίπα και θα κάνω και γαργάρες και θα καταπιώ χωρίς φιοριτούρες" μου είπε αναφερόμενη στο γεγονός ότι τη μία όλη και όλη φορά που είχαμε προχωρήσει λίγο περισσότερο στο παρασύνθημα είχε εκφράσει έντονη δυσφορία όταν τέλειωσα στο στόμα της και της ζήτησα να καταπιεί καθώς ήταν και η πρώτη φορά που κάποιος τέλειωνε στο στόμα της και η πρώτη φορά που κατάπιε και απ' όσο ξέρω αυτό δεν έχει επαναληφθεί από τότε με κανέναν.

Ναι, το εννοούσε, δεν το είπε για αστείο και ούτε το εξέλαβα έτσι.

-"Το κρατάω αυτό, Μ."
-"Κράτα το αν και στο λέω ξανά: το πρωί μάλλον τα πόδια σου θα προσπαθείς να κρατήσεις."

Δεν είπαμε κάτι άλλο επί του θέματος και απλά περιμέναμε την Ε. να έρθει. Ξέμπλεξε σε λίγη ώρα, ήρθε και ξεκινήσαμε. Παρόλο που μένουν σε γειτονικούς δήμους στους δρόμους γινόταν ακόμα της μουρλής και στην άνοδο και στην κάθοδο οπότε μας πήρε πάνω από μία ώρα να επιστρέψουμε σπίτι της.

Καθίσαμε στον καναπέ και το πρώτο σημάδι ότι θα επερχόταν ο αρμαγεδδών ήταν ότι έτζασε σκύλο και γάτα. Μετά καθίσαμε στον καναπέ και ανάψαμε την τηλεόραση και εγώ κοίταζα την τηλεόραση και ένιωθα το βλέμμα της πάνω μου. Μη αντέχοντας αυτή την αίσθηση γύρισα να την κοιτάξω και εκεί η προφητεία της Μ. επαληθεύτηκε: Εκτός και αν χρησιμοποιούσα βία για να το αποφύγω θα είχε σεξ.

Φυσικά και ανταπέδωσα φιλί και χούφτωμα με ενθουσιασμό και σε λίγη ώρα τα ρούχα μας ήταν στο πάτωμα. Άρχισα να τη χουφτώνω στο στήθος, μετά τη χούφτωσα και της έβαλα δάχτυλο στο μουνάκι της που έσταζε και μετά χαμήλωσα και άρχισα να τη γλείφω. Η Ε. όμως δεν ήθελε γλείψιμο οπότε με έκοψε, με πήρε -ψιλοαδέξια είναι η αλήθεια- στο στόμα της και παρά το γεγονός ότι αμφότεροι δεν είχαμε προφυλακτικό -ναι, λάθος το ξέρω... αλλά άντε πείσε δύο καυλωμένους 27άρηδες να σταματήσουν για να βρουν μέσα στη μαύρη νύχτα προφυλακτικά- σε λίγη ώρα ήμασταν στο κρεβάτι της σε πολύ έντονο ορθόδοξο ιεραποστολικό. Παρά το γεγονός ότι είχα να κάνω σεξ πολύ καιρό έδειξα αξιοσημείωτη αντοχή και ο πρώτος γύρος κράτησε αρκετή ώρα. Όταν ένιωσα ότι δεν αντέχω άλλο τραβήχτηκα και τον έπαιξα στην κοιλιά της.

Μετά πήγαμε να ξεπλυθούμε και καταλήξαμε να φασωνόμαστε μέσα στο ντους όπου την έβαλα και έσκυψε και ακολούθησε ο δεύτερος γύρος. Τελειώσαμε το ντους μας και πήγαμε και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι κάνοντας τσιγάρο και μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Με δική μου πρωτοβουλία καμιά ώρα αργότερα ξεκίνησε ο τρίτος γύρος όπου στον οποίο κατάφερα και την έκανα να τελειώσει για πρώτη φορά και εκείνη τη φορά δε με άφησε να τελειώσω στην πλάτη της. Τραβήχτηκε, κατέβηκε προς τα κάτω και με πήρε στο στόμα της.

-"Ε, πριν το κάνεις αυτό θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: Αν το κάνεις θα τελειώσω στο στόμα σου. Δεν με ενδιαφέρει αν θα καταπιείς ή αν θα το φτύσεις αλλά αν είναι να τραβηχτείς καλύτερα σταμάτα τώρα."

Η Ε. αντί απάντησης με πήρε ξανά στο στόμα της. Δε μπορούσε να τον πάρει βαθιά και η αλήθεια είναι ότι δεν έκανε ιδιαίτερα καλή πίπα και συν το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί δύο γύροι την παίδεψα αρκετή ώρα και με αρκετές απόπειρες κρατήματος της αναπνοής μου. Τέλος πάντων, την τέταρτη ή πέμπτη φορά που κράτησα την αναπνοή μου και έχοντας πάρει την απόφαση "θα χύσω ακόμα και αν αναγκαστώ να καταφύγω άδηλο αναπνοή" και φτάνοντας να κάνω το μελιτζανί του Ομπράντοβιτς να μοιάζει με ελαφρύ κοκκίνισμα, κατάφερα να τελειώσω στο στόμα της. Προς τιμήν της παρόλο που δεν κατάπιε τα μάζεψε όλα, μου τον στράγγιξε καλά-καλά και τότε σηκώθηκε και πήγε και τα έφτυσε.

Δεν ξαναπιάσαμε το θέμα "friends with benefits". Για ένα μήνα ακόμα κάναμε ό,τι μας έρχονταν στο κεφάλι, μέχρι και θεσσαλονίκη για καφέ πεταχτήκαμε μια παρασκευή μεσημέρι αφού σχόλασα, πηδιόμασταν όπου βρίσκαμε και όπως βρίσκαμε και σε όλο αυτό το διάστημα δεν είχα αφιερώσει ούτε καν μια δεύτερη σκέψη στην Κ.

Όπως όλα τα ωραία έτσι κι αυτό τελείωσε σχετικά γρήγορα. Παρά το γεγονός ότι είχε αποδεχτεί το friends with benefits έδειχνε ότι με γούσταρε χωρίς ωστόσο ποτέ να το κάνει θέμα παρά μόνο όταν γνώρισε τον Γ. Μια χαρά παιδί, όσο τον αφορούσε εγώ και η Ε. είμασταν απλά φίλοι και αυτός τη γούσταρε και την πολιόρκησε.

Είχαμε κανονίσει να βγούμε με την Ε. αλλά ο Γ. μας πρότεινε να πάμε να δούμε ένα αγώνα ράλι στη Ριτσώνα. Η Ε. με ρώτησε τι θέλω να κάνουμε και της είπα "δε γαμιέται, πάμε ράλι, δεν το έχω ξανακάνει". Αυτό που δεν ήξερε είναι ότι ο Γ. ήθελε να της την πέσει και με πήρε κάποια στιγμή αργότερα και μου ζήτησε αν μπορώ να μην έρθω για να του αφήσω το πεδίο ελεύθερο και του απάντησα "Ευχαρίστως! Καλή τύχη!"

Πήρα την Ε. να της πω ότι μετάνιωσα και ότι μιας και άρεσε ο ένας στον άλλον έλεγα να τους αφήσω μόνους τους.

-"Όποιος ντρέπεται, πεινάει Μ." μου είπε εμφανώς χωλομένη χρησιμοποιώντας το επίθετό μου.
-"Ξέρεις ότι αυτό δεν ισχύει. Ξέρεις γιατί το κάνω και μέσα σου ξέρεις ότι αυτό που κάνω είναι το σωστό."
-"Το ξέρω ρε Γ... αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μου αρέσει κιόλας."
-"Αυτό δεν αναιρεί ωστόσο ότι είναι το σωστό. Δώσε μια ευκαιρία και σε σένα και στο Γ. και για εκείνον δε με ενδιαφέρει αλλά εσύ με ενδιαφέρεις."
-"Πολύ περίεργο τρόπο επίλεξες για να το δείξεις."
-"Το να πράξεις το σωστό έχει μεγαλύτερη αξία όταν είναι δύσκολο, Ε. Στα εύκολα όλοι καλοί είμαστε."
-"Όπως μου έχεις πει και όπως μου δείχνεις δεν βλέπω κάποια δυσκολία εκ μέρος σου."
-"Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα μου λείψει η παρέα σου Ε."
-"Δηλαδή τέλος; Αυτό ήταν;"
-"Όχι, καθόλου. Θα διακόψουμε επαφές μέχρι να καταλήξεις τι θέλεις να κάνεις με τον Γ. Όταν έχεις πάρει την απόφαση και όταν βεβαιωθείς ότι είναι η σωστή, όποια και αν είναι αυτή, το τηλέφωνό μου το ξέρεις."
-"Είναι η τελευταία σου λέξη;"
-"Ναι. Μέχρι την επόμενη φορά Ε."
-"Στο καλό λοιπόν και αν είναι να τα ξαναπούμε, τα ξαναλέμε."
-"Στο καλό και κοίτα να περάσεις καλά στο ράλι αλλά και μετά γενικά"

Δεν είπαμε κάτι άλλο, εκεί κλείσαμε. Της πήρε πάνω από δύο εβδομάδες να αποφασίσει τι θα κάνει με τον Γ. και όταν αποφάσισε ξαναβρεθήκαμε, αυτή τη φορά σαν απλοί φίλοι και κρατήσαμε και κρατάμε ακόμα επαφές.

Λίγο καιρό αργότερα γνώρισα και την δεύτερη Χ. της ζωής μου, η πρώτη ήταν ο πρώτος -και τελευταίος- παιδικός έρωτας, καθως λίγο μετά τα πέντε έπαθα τη νίλα που μου κατέβασε το διακόπτη, και που έμελλε να γίνει και η μέλλουσα πρώην κα Μ. Όλο αυτό που έζησα με την Ε. με βοήθησε να καταφέρω να απαρνηθώ την Κ. όταν ζήτησε να επιστρέψει. Ακόμα δεν έχω κατασταλάξει αν έκανα μαλακία ή όχι που αρνήθηκα την Κ. ωστόσο η ζωή μου κύλησε όπως κύλησε και στο τέλος της ημέρας δεν έχω παράπονο από το Σύμπαν, αν και φρόντισε να μου γαμήσει κάμποσο τα πρέκια στο ενδιάμεσο.

Μπορεί να χρειάστηκαν να περάσουν κοντά 11 χρόνια μέχρι να βρεθεί μια άθλια μαϊμού στο δρόμο μου και να ερωτευτώ για δεύτερη και μισή φορά στη ζωή μου ωστόσο αυτό που έζησα με την Ε. μόνο με μια πρόταση μπορεί να αποδοθεί:

Φτου ξελευτερία!

Thursday, January 14, 2021

Τίσις

Κοίταξα το νούμερο που με καλούσε στο κινητό με δυσπιστία, στα μάτια μου ήταν τόσο αθώο όσο η αντίστροφη μέτρηση σε ωρολογιακή βόμβα.

Απαντάς ή όχι;

Ήταν η Δ.

- "Παρακαλώ;"

Άκουσα κλάματα.

- "Παρακαλώ;"
- "Γ. η Δ. είμαι."
- "Γιατί κλαις; Σου έκανε τίποτα ο Ν;"

Αυτό ήταν, θα τον έγδερνα ζωντανό με τα ίδια μου τα νύχια και θα τον ξεκοίλιαζα με τα ίδια μου τα δάχτυλα. Είχα πάρει τον πιο βαρύ μου όρκο.

- "Γ. έγινε κάτι... δεν ξέρω..."
- "Δ. σε παρακαλώ ηρέμισε και πες μου τι συμβαίνει και πες στο Ν. αν δεν έχει κλείσει τάφο να το κάνει άμεσα, προλαβαίνει δεν προλαβαίνει."
- "Γ. ο Ν..."
- "Τι σου έκανε ΓΤΧΜ μέσα;"
- "Ο Ν..." είπε μέσα σε λυγμούς "σκοτώθηκε σε τροχαίο."

Ο χρόνος πάγωσε ξαφνικά.

ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ!!!!

Οι τύψεις... οι ερυνίες μου που με κατατρέχουν από μικρό παιδί... γύρισαν... with vengeance.

Δεν τον μισούσα. Μπορεί να μην ήθελα να τον ξαναδώ στα μάτια μου αλλά δεν τον μισούσα. Μπορεί... μπορεί να φανταζόμουν ένα σωρό σενάρια εκδίκησης αλλά δεν τον μισούσα.

Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο, μόνο την εικόνα του, το σαρδόνιο χαμόγελό του. Ακόμα και στο θάνατό του μας σάδιζε... μας σάδιζε όλους...

- "Γ; Μ' ακούς;"
- "Ναι, σε ακούω" είπα προσπαθώντας όσο μπορούσα να έχω σταθερή φωνή, δεν ήταν καθόλου εύκολο. "Πότε έγινε αυτό;"
- "Πριν μια ώρα. Με ειδοποίησαν... με ειδοποίησαν από την Τροχαία. Δεν... "
- "Γιατί ειδοποίησαν εσένα και όχι την κόρη του;"
- "Γιατί... ήταν με την κόρη του."

ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ!!!!

- "Πώς είναι η Κ;"
- "Σκοτώθηκε ακαριαία. Ο... ο Ν. ξεψύχησε στο ασθενοφόρο..."

JESUS FUCKING CHRIST, JESUS FREAKING FUCKING CHRIST!!!

- "Πήρες τηλέφωνο τον Μ; (τον γιο του)"
- "Όχι... τι... τι να του πω του παιδιού; Θεέ μου τι θα κάνω; Τι θα του πω;"
- "Έχεις... έχεις το τηλέφωνό του;"
- "Όχι..."
- "Στο Stanford δεν σπουδάζει;"
- "Ναι."
- "Μηχανολόγος, σωστά;"
- "Ναι... μηχανολόγος... Τι θα κάνουμε; Θεέ μου τι θα κάνουμε;"
- "Θα τον βρω εγώ."
- "Πώς;"
- "Έχω μια παλιά γνωστή."
- "Πώς... πώς θα του το πεις; Θεέ μου..."
- "Ειλικρινά... δεν έχω ιδέα. Πού είσαι τώρα;"
- "Ετοιμάζομαι... ετοιμάζομαι να πάω για... για αναγνώριση."
- "Που τον έχουν;"
- "Στο ΚΑΤ."
- "Θα προσπαθήσω να βρω το γιο του... θα έρθω από εκεί σε καμιά ώρα, εντάξει;"
- "Σ' ευχαριστώ" είπε κλαίγοντας.
- "For what it matters... και παρόλο τον τρόπο που... που... λυπάμαι. Λυπάμαι. Κουράγιο."

Τι να της πω; Τι μπορούσα να της πω;

Είχα να κάνω πολύ δύσκολο τηλεφώνημα και αυτό πριν καν βρω το τηλέφωνό του.

Στο San Francisco ήταν 6:50 το πρωί. Άνοιξα το Skype και κάλεσα. Ξανά... και ξανά... και ξανά...

Ένα ξανθό πρόσωπο εμφανίστηκε στην οθόνη και η καρδιά μου έχασε κάμποσους χτύπους.

- "Γ;" με ρώτησε αγουροξυπνημένη και σαφώς απορημένη.
- "Χ. σου ζητώ χίλια συγνώμη για την ώρα αλλά χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Καταρχήν τι κάνεις; Τι κάνει ο T."
- "Καλά είμαστε όλοι... αλλά εσύ... εσύ δε φαίνεσαι καλά. Τι σου συμβαίνει;"
- "Άκου... έχω... είχα ένα... φίλο που... που πριν καμιά ώρα σκοτώθηκε με την κόρη του σε τροχαίο."
- "Ω! ... λυπάμαι... αχ βρε Γ.... λυπάμαι..."
- "Ο... ο φίλος μου αυτός... έχει... είχε ένα γιο που σπουδάζει στο Stanford. Πρέπει να τον βρω, δεν έχω ιδέα πως θα του το πω του παιδιού αλλά πρέπει να τον βρω. Γι αυτό... γι αυτό σε πήρα... Είναι στη σχολή μηχανικών και λέγεται Μ. Κ. Δεν έχω αυτή τη στιγμή τα κουράγια να κάθομαι να ψάξω για γραμματείες και δεν είμαι σίγουρος ότι θα μου δώσουν τα στοιχεία του αν τους τα ζητήσω."
- "Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα περισσότερο. Μ.Κ. είπες ότι τον λένε;"
- "Ναι... χρειάζομαι ένα κινητό, ένα σταθερό... οτιδήποτε."
- "Βεβαίως. Θα το βρω, μην ανησυχείς θα το βρω."
- "Σ' ευχαριστώ Χ. μου"
- "Τίποτα... για όνομα του Θεού... Δεν ξέρω... δεν ξέρω τι να πω... κουράγιο..."
- "Χίλια ευχαριστώ. Πρέπει να κλείσω, πρέπει να πάω στο ΚΑΤ... Δώσε τους χαιρετισμούς μου στον Τ."
- "Α ρε Γ... και... και..."
- "Χ. τι συμβαίνει;"
- "Τίποτα κακό... ίσα-ίσα... αλλά... θα σου έστελνα μήνυμα... Αλλά τώρα... τι να σου πω τώρα..."
- "Χ. σε παρακαλώ πες το μου, ειδικά αν είναι κάτι καλό. Χρειάζομαι πραγματικά να ακούσω κάτι καλό."

Πρόσεξε τι εύχεσαι... καριόληδες Θεοί

- "Να... Είμαι... είμαι έγκυος. Δεν... δεν ήθελα να στο πω έτσι..."

Εντάξει, όταν γαμιέται, γαμιέται.

Με πολύ κόπο κατάφερα να μην πετάξω το κινητό στον τοίχο. Είχα τη δική μου ευκαιρία και την άφησα. Θα μπορούσε να ήταν δικό μου αυτό το παιδί.

I couldn't say the things I should have said
refused to let my heart control my head.
But I was made to see the price I paid
And as I lost your love the music played...​

Σκάσε και ρούφα το αυγό σου κύριε Μ., οι επιλογές έχουν το τίμημά τους. Έκανες την επιλογή σου, τώρα και σκάσε ρούφα τ' αυγό σου.

- "Γ;"
- "Συγχαρητήρια Χ. μου συγχαρητήρια. Πότε..."
- "Συγνώμη."
- "Τι... τι είναι αυτά που λες; Τι συγνώμη; Τι λες;"
- "Που το έμαθες έτσι..."
- "Ξέρεις κάτι; Η ζωή συνεχίζεται κι εσύ έκανες ακριβώς αυτό που έπρεπε να κάνεις, τη συνέχισες. Χαίρομαι, πραγματικά χαίρομαι για σένα και τον Τ."
- "Σ' ευχαριστώ."
- "Χ... δεν... τώρα δεν είναι η στιγμή. Θα χαρώ πολύ να τα πούμε άλλη στιγμή αλλά τώρα..."
- "Ναι, φυσικά, έχεις δίκιο" με διέκοψε. "θα βρω τα στοιχεία επικοινωνίας που μου ζήτησες ακόμα και αν χρειαστεί να φέρω τον κόσμο ανάποδα."
- "Σ' ευχαριστώ... Πρέπει... πρέπει να σε αφήσω. Και πάλι θα θερμά μου συγχαρητήρια και μακάρι όλα να σας πάνε καλά."
- "Ευχαριστώ Γ. μου"

Μου...

Μου Θεοί γαμιέστε.

ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ! ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ!

Κίνησα για το ΚΑΤ. Το μυαλό μου ήταν ακόμα μουδιασμένο από τις αλλεπάλληλες κατραπακιές. Η Δ. ήταν ράκος, δεν ρώτησα τι έκανε η Γ. και δε με ενδιέφερε. Την πήγα σπίτι της. Είχε σταματήσει να κλαίει, ήταν κατατονική, δεν ήξερα τι να την κάνω, το μόνο που ήξερα είναι ότι σε καμία περίπτωση δε μπορούσα να την αφήσω μόνη της. Την έβαλα και ξάπλωσε, με ακολουθούσε σα ρομπότ. Πήρα το γραφείο κηδειών στο τηλέφωνο που μου είχαν δώσει. Κλειστά φέρετρα και για τους δύο. Η... Η Κ, ένας κορίτσαρος 1.80, αθλήτρια είχε γίνει αλοιφή. Ο Ν. δεν ξέρω πως είχε βγει ζωντανός, έστω και γι αυτή τη μισή; μία; ώρα παραπάνω. Αυτός που τους τράκαρε ήταν σε κώμα, στην εντατική.

Το τηλέφωνό μου βούηξε, η Χ. είχε βρει τα στοιχεία του και μου τα είχε στείλει.

Μία ώρα προσπαθούσα να πάρω τηλέφωνο και όλο πάταγα ακύρωση πριν καλέσω. Τι να του πω; Πώς να του το πω; Πώς λες σε έναν άνθρωπο ότι μέσα σε μια στιγμή έχασε την οικογένειά του;

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε επιστροφή.

- "Hello"
- "Καλημέρα. Είσαι ο Μ. Κ;"
- "Ναι, παρακαλώ ποιος είναι;"
- "Μ. είμαι ένας φίλος του πατέρα σου."
- "Τι συμβαίνει; Είναι καλά ο πατέρας μου; Ποιος είσαι εσύ;"
- "Μ. φοβάμαι ότι έχω δυσάρεστα, πολύ δυσάρεστα νέα."
- "Πείτε μου, για όνομα του Θεού."
- "Ο Ν... ο πατέρας σου... είχε ένα ατύχημα σήμερα το μεσημέρι."
- "Τι;;;; Πώς είναι, είναι καλά;"
- "Όχι... Ξεψύχησε στο ασθενοφόρο."

άκουσα μια κραυγή στο τηλέφωνο... Θεέ μου, και δεν είχα τελειώσει...

- "Η Κ το ξέρει; Γιατί με πήρατε εσείς;"

FUCKING GODS, FREAKING FUCKING GODS!!!

Δεν ήξερα πως να του το πω... Πώς να του πω τέτοιο πράγμα, ΓΤΧΜ;

- "Γιατί δε μιλάτε; Γιατί δε με πήρε η Κ; Είναι καλά; Τι συμβαίνει;"
- "Μ... η Κ. ήταν στο... στο αυτοκίνητο μαζί του... Ήταν... ήταν ακαριαίο."
- "Όχιιιιιιιι"

Αυτό το σπαρακτικό όχι... Θεέ μου...

- "Δεν... δεν έχω λόγια... δεν έχω λόγια να σου πω πόσο λυπάμαι... Μ... πρέπει... πρέπει να πάρεις τηλέφωνο τη μητέρα σου... και πρέπει να γυρίσεις για... για..."

ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ! ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ!

Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ξαναπήρα πίσω.