Search This Blog

Friday, October 1, 2010

Ο Θάνατος και η κόρη

Μπήκε ήσυχα στο δωμάτιο. Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι με έναν ορό στο χέρι. Τα μηχανήματα που παρακολουθούσαν την κατάστασή της δούλευαν αθόρυβα και μόνο κάποια μελαγχολικά «πινγκ» ακουγόντουσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Τα μαύρα μελαγχολικά του μάτια την κοίταξαν με αγάπη. Πήγε από πάνω της και την χάιδεψε. Τα κάποτε όμορφα μαλλιά της ήταν παρελθόν και το γλυκό της προσωπάκι ήταν καταβεβλημένο από την αρρώστια που την έσβηνε αργά και βασανιστικά τους έξη τελευταίους μήνες.

Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε προσπαθώντας να εστιάσει. Τον αναγνώρισε και έκανε να ανασηκωθεί. Δεν τα κατάφερε και ξαναέπεσε στο κρεβάτι.

«Αφέντη μου» του μουρμούρισε «δεν είμαι όμορφη για εσένα.»

«Ήσουν, είσαι και θα είσαι για μένα το πιο όμορφο πλάσμα πάνω σ’ αυτή τη Γη» της είπε σιγανά.

Η κοπέλα τον κοίταξε παραιτημένη.

«Δεν μπορεί να είσαι εσύ» του είπε. «Ξέρω ότι δεν είσαι εσύ.»

«Τι είναι αυτά που λες, μαϊμουδίτσα;» της απάντησε εκείνος τρυφερά. «Εγώ είμαι. Πίστεψες πως θα σε άφηνα ποτέ μονάχη; Δεν στο είχα ορκιστεί όταν γονάτισες μπροστά μου και σου πέρασα το λαιμοδέτη; Δε σου είχα πει ότι από εδώ και πέρα μου ανήκεις και πως από εδώ και πέρα θα είσαι πάντα δίπλα μου και θα είμαι πάντα δίπλα σου;»

Της έδωσε το χέρι του.

«Σήκω πάνω αγάπη μου» της είπε. «Σήκω να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος.»

«Δεν… δεν μπορώ Αφέντη μου» του είπε. «Πεθαίνω.»

«Ανοησίες, μαϊμουδίτσα» της είπε τρυφερά. «Σήκω πάνω»

«Είμαι άσχημη. Τα μαλλιά μου…»

«Τα μαλλιά σου, τι;» την διέκοψε εκείνος.

Η κοπέλα ξαφνιασμένη είδε τις καστανές μπούκλες να πέφτουν στο λαιμό της. Πυκνές και πλούσιες, χάιδευαν το λαιμοδέτη της πριν φτάσουν στο στήθος της. Στο στήθος της! Στο στήθος της!

«Δεν ήταν παρά ένα άσχημο όνειρο, μαϊμουδίτσα» της είπε. «Σήκω αγαπημένη μου, έλα να φύγουμε από αυτό το απαίσιο μέρος. Εσύ δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ.»

Η κοπέλα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Το μηχάνημα βούιζε θυμωμένο αλλά δεν ήταν παρά ένας εφιάλτης.

«Αφέντη μου» του είπε με λατρεία γονατίζοντας μπροστά του. «Αφέντη μου, πόσο μου είχες λείψει…» του είπε κλαίγοντας. Κλαίγοντας!

Από ευτυχία.

Ευτυχία!

Την έπιασε απαλά. «Σήκω πάνω μαϊμουδίτσα. Πάμε να φύγουμε από εδώ.»

Η κοπέλα σκούπισε τα δάκρυά της και τον κοίταξε χαμογελώντας. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε.

Χαμογελώντας.

Βγήκανε μαζί από το δωμάτιο, η κοπέλα και ο σπλαχνικός Χάροντας με τη μορφή του χαμένου της αφέντη. Θα τον ξαναέβλεπε εκεί, μακριά…

Πέρα.

Χαμογελαστή… έτσι τη βρήκαν οι νοσοκόμοι.

Με ένα κλάμα είχε ξεκινήσει η βασανισμένη της ζωή. Μ' ένα χαμόγελο είχε τελειώσει.




† Για τη Γιώτα

Friday, September 24, 2010

Αντιστροφή

«Σκέψου Φανή. Σκέψου»

Έχει κολλήσει το μυαλό μου. Κοιτάζω ξανά προσεκτικά το σχήμα αλλά δεν το βλέπω. Του το λέω.

«Σκέψου τι ζητάει η άσκηση να αποδείξουμε. Δες το σχήμα, τι λείπει από το σχήμα;»

Κλείνω τα μάτια μου και το βλέπω με τα μάτια της φαντασίας μου. Το τρίγωνο, πολύχρωμο και χαρούμενο κολυμπάει σε ένα επίπεδο. Τα σχήματα χαμογελάνε. Βγάζω ένα γελάκι.

«Βλέπεις κάτι αστείο, Φανή;» με ρωτάει αυστηρά.

Συμμαζεύομαι και κοιτάζω το σχήμα. Αν έφερνα τη διαγώνιο της γωνίας Α τότε…

Αυτό ήταν!

«Το βρήκα» του ανακοινώνω θριαμβευτικά. Του εξηγώ τη σκέψη μου.

Με κοιτάζει για λίγο σα χαμένος. Μετά το βλέμμα του αλλάζει. Περηφάνια!

«Μπράβο σου Φανούλα.»

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Τον κοιτάζω με λατρεία. Οικογενειακός μας φίλος, τον ξέρω από μωρό. Τον λατρεύω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στα πέντε μου του είχα πει ότι θα τον παντρευτώ και είχε γελάσει με αυτό το υπέροχο γέλιο του και με είχε σηκώσει ψηλά στην αγκαλιά του και μου είχε δώσει ένα φιλάκι. Ο Νίκος είναι παιδικός φίλος του πατέρα μου και συνάδελφός του, καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Ο πατέρας μου δεν έχει υπομονή μαζί μου για να μου κάνει ιδιαίτερα. Μου είχε βάλει τις φωνές. Ο Νίκος του είπε «Την τρομάζεις έτσι Γιάννη. Είναι πολύ έξυπνη αλλά την τρομάζεις. Άσε, θα την αναλάβω εγώ.»


Τρία χρόνια περνάνε. Είμαι στα 15 μου. Κατεβαίνω τις σκάλες και ακούω δυο συμμαθητές μου να μιλάνε μεταξύ τους.

«Σοβαρά μιλάς; Θα ζητήσεις στο ‘παγωτό’ να βγείτε;»

«Ναι ρε γιατί; Είναι ωραία γκόμενα.»

«Τι να το κάνεις ρε μαλάκα; Αυτή είναι φευγάτη.»

Εγώ είμαι το παγωτό.

Δεν είμαι ψυχρή, καθόλου. Είμαι ένα φυσιολογικό 15χρονο κορίτσι… ερωτευμένο με έναν άνδρα 30 χρόνια μεγαλύτερό μου. Με λένε παγωτό αλλά είναι άδικο. Δακρύζω στα καλά καθούμενα. Βρίσκω σχεδόν αμέσως την αυτοκυριαρχία μου και απομακρύνομαι. Το ίδιο απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. «Φανή, ένας συμμαθητής σου σε ζητάει» μου φωνάζει η μητέρα μου. Η καρδιά μου βουλιάζει. Δε θέλω να με λένε παγωτό. Αποφασίζω να βγω μαζί του.

Αηδία! Μου έβαλε τη γλώσσα του στο στόμα μου. Μου ήρθε να κάνω εμετό. Το υπομένω καρτερικά αλλά όταν το χέρι του άρχισε να μου ψαχουλεύει το στήθος με έπιασε πανικός. Τραβιέμαι. «Σταμάτα» του λέω. Με κοιτάζει απορημένος. «Δε σ’ αρέσει;» με ρωτάει; Δε θέλω να με λένε παγωτό. «Μπορούμε να πάμε πιο σιγά σε παρακαλώ;» τον ρωτάω και μου χαμογελάει. «Φυσικά Φανούλα μου.»

Τελικά βαρέθηκε. Προσπάθησε κάμποσες φορές αλλά τον έκοβα. Έτσι και αλλιώς ποτέ δεν ήμουν μαζί του, κάθε φορά που με φιλούσε, κάθε φορά που με αγκάλιαζε εγώ σκεφτόμουν το Νίκο.

Δε με αποκαλούν πλέον παγωτό. Με αποκαλούν παρθενόπη.


Δύο χρόνια αργότερα


Γέλια, φωνές. Χορός. Εγώ με το καλό μου φόρεμα κάθομαι στο τραπέζι και κοιτάζω τον κόσμο. Δεν είχα καμία όρεξη να έρθω στο γάμο. Άλλαξε όταν έμαθα ότι θα είναι εκεί και ο Νίκος. Είχε πάρει το Σαββατικό του και έλειπε ένα χρόνο.

Δεν έχει έρθει.

Ο αδερφός μου με πειράζει. «Α-α-α κΑΨΟΥραααα» μου λέει. «Άσε με κι εσύ» του λέω νευριασμένη. Ευτυχώς οι γονείς μας χορεύουν και δε μας ακούνε. «Φανή, ξεκόλλα» μου λέει. «Δεν θα έρθει. Μη χαλιέσαι ρε συ.»

«Πες το και θα γίνει» σκέφτομαι ειρωνικά από μέσα μου. Το ρίχνω στη σαμπάνια. Μαζί και ο αδερφός μου, στο τέλος θα γίνουμε ντίρλα σκέφτομαι. Ας είναι.

«Χορεύετε ωραία μου δεσποινίς»;

Η φωνή του μου παγώνει την ανάσα. Αυτός είναι. Γυρίζω και του χαμογελάω. «Με μεγάλη μου ευχαρίστηση καλέ μου κύριε». Σηκώνομαι τρεκλίζοντας ελαφρά. «Η ώρα της μετάνοιας» λέω μέσα μου.

«Τα ‘χεις κοπανίσει βρε ζωηρό;» με ρωτάει χαμογελώντας. Δεν απαντάω. Τι να απαντήσω, το χαμόγελό μου δυσκολεύει τις υπόλοιπες κινήσεις του στόματος. Μου δίνει το μπράτσο του, το παίρνω και πηγαίνουμε στην πίστα.

Πόσα χρόνια είχε να με πάρει στην αγκαλιά του. Θέλω να σταματήσει ο χρόνος εκεί. Σφίγγομαι πάνω του καθώς περνάω και τα δυο μου χέρια πίσω από το σβέρκο του.

«Σιγά Φανούλα μου» μου λέει «θα μας κρεμάσουνε κουδούνια.»

Προσπαθεί να με απομακρύνει ελαφρά. Δεν ξεκολλάω από πάνω του.

«Φανή» μου λέει αυστηρά.

«Νίκο» προσπαθώ να του απαντήσω στον ίδιο τόνο.

Πώς μπορεί να μην το βλέπει;

Φυσικά και το βλέπει λέει μια φωνή μέσα μου.

«Φανή δεν είναι αστείο» μου ξαναλέει. «Θα γίνουμε θέαμα, μην κάνεις σαν ερωτοχτυπημένη κοπελίτσα». Με σπρώχνει.

«Πώς μπορείς να είσαι τόσο τυφλός;» τον ρωτάω γεμάτη απόγνωση. Το ποτό έχει διαλύσει άμυνες και αναστολές. «Πώς μπορείς να μην το βλέπεις;»
Παγώνει. Πιάνει τα χέρια μου και τα κατεβάζει.

«Αρκετά» μου λέει. Οι γύρω μας κοιτάζουν περίεργοι. «Φανή, είσαι μεθυσμένη» με κατηγορεί. «Έλα να σε πάω στο τραπέζι σου».

«Όχι» του λέω. «Σ’ ευχαριστώ.»

Τον αφήνω και πηγαίνω προς το τραπέζι μου. Νιώθω πως όλοι με κοιτάνε. Φυσικά κανείς δε με κοιτάζει αλλά νιώθω σα να περπατάω γυμνή μέσα στον κόσμο. Πώς μπόρεσα να του πω αυτό το πράγμα. Βγαίνω έξω στον κήπο. Τρέχω σε ένα παγκάκι και βάζω τα κλάματα. Το ξέρω πως δεν έχει νόημα να κλαίω αλλά δε μπορώ να σταματήσω.

«Φανούλα μου» ακούω τη λατρεμένη φωνή. Σκύβω από την άλλη, δεν τολμάω να τον αντικρύσω. Κάθεται δίπλα μου στο παγκάκι. «Δε φοβάσαι μη γίνουμε θέαμα» του λέω μέσα στους λυγμούς μου. «Φανούλα…» ξεκινάει να μου πει αλλά σταματάει. Κομπιάζει. Γυρίζω και τον κοιτάζω. «Φανούλα μου… δεν… δεν είμαι εγώ για σένα… Είσαι μικρούλα. Σ’ αγαπάω σαν κόρη μου. Δεν… Θα βρεις κάποιο νεαρό στην ηλικία σου να τον αγαπήσεις. Θα δεις, δεν είναι παρά ένας εφηβικός ενθουσιασμός.»

Γυρίζω και τον κοιτάζω στα μάτια.

«Σε λατρεύω από μικρό κοριτσάκι. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου από τότε που κατάλαβα πως λέγεται αυτό που νιώθω…». Κομπιάζω. «Δεν… δεν μπορείς να το ανταποδώσεις το καταλαβαίνω…» του λέω. «Αλλά δεν… δεν έχεις δικαίωμα να… να…» η φωνή μου σπάει ξανά και ξαναβάζω τα κλάματα. «Να ήμουν μαζί σου και ας ήμουν και σκλάβα σου» του λέω.

Άλλαξε. Κάτι άλλαξε. Με κοιτάζει περίεργα. Μα τι είπα;

«Μην το πεις αυτό. Μην το πεις ποτέ ξανά αυτό. Δεν ξέρεις τι είναι αυτό.»

«Αυτό;» τον ρωτάω; «Ποιο;»

Δεν απαντάει. Είναι χαμένος στις σκέψεις τους.

«Ποιο;» τον ρωτάω επίπονα. Με κοιτάζει στα μάτια. «Φανή, τέρμα η συζήτηση. Γύρνα στο τραπέζι σου.»

«Μα…» κάνω να πω. Με κοιτάζει αυστηρά. «Φανή, άκουσες τι είπα;»

«Μάλιστα» του κάνω. «Συγνώμη που είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Δε θα επαναληφθεί.»

Σηκώνομαι και απομακρύνομαι. Τον ακούω να λέει «Δεν καταλαβαίνεις… δεν καταλαβαίνεις…». Δεν γυρίζω να τον κοιτάξω ξανά. Πηγαίνω στο τραπέζι μου.


5 χρόνια μετά


Λείπει ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Έχει μείνει σε ένα κήπο, μια μαγιάτικη βραδιά πριν πέντε χρόνια. Από «παρθενόπη» έγινα «παρθενοπιπίτσα». Τους αλλάζω σαν πουκάμισα αλλά το κενό δεν γεμίζει. Μακάρι να γέμιζε. Δε θέλω να είμαι έτσι. Ο Νίκος είναι στη ζωή μου όπως πάντοτε. Είναι τόσο σκληρό. Είμαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Με όσους και να πάω μόνο αυτός υπάρχει. Τώρα στο πανεπιστήμιο δεν είναι απλά δάσκαλος. Είναι ο μέντοράς μου. Δίπλα μου κάθε στιγμή μα και τόσο μακρυά μου.

Η υπεράσπιση του διδακτορικού είχε τελειώσει. Θρίαμβος. Ο Νίκος, ο επιβλέπων καθηγητής μου, ο μέντοράς μου, έλαμπε από υπερηφάνια.

«Θα πάω να τα πιω» του λέω. «Αν θέλεις έλα να με βρεις» συνεχίζω χωρίς ελπίδα. Με κοιτάζει αλλά δεν λέει κάτι. Απομακρύνομαι.

Πηγαίνω στο μπαρ και κάθομαι στον πάγκο. «Γεια σου Φανούλα» μου λέει ο μπάρμαν. «Το γνωστό;» με ρωτάει.

Γνέφω καταφατικά. Μετά το τέταρτο πέμπτο -έχω χάσει το λογαριασμό- ποτό νιώθω να ζαλίζομαι. «Βάλε άλλο ένα» του λέω.

«Όχι» ακούγεται η λατρεμένη φωνή από πίσω.

Γυρίζω και τον κοιτάζω. Λιώνω κάτω από το βλέμμα του.

«Ήρθες!» του είπα.

«Τι κάνεις μικρή;» με ρωτάει χωρίς να δώσει σημασία στην ταραχή μου.

Έχω παγώσει πάλι. Τα λόγια δεν βγαίνουν. Τόσα χρόνια μαζί του και μακρυά του και κάθε φορά υπάρχουν στιγμές σαν αυτές που ο χρόνος απλά κολλάει.

Μου δίνει το μπράτσο του. «Έλα μαζί μου» μου λέει. Σηκώνομαι σα ρομπότ από το σκαμπό και το αγκαλιάζω. Φεύγουμε από το μπαρ. Πάμε στο αυτοκίνητο. Μου ανοίγει την πόρτα. «Κέρδισες το διδακτορικό σου. Θα το γιορτάσεις όπως του αρμόζει.»

Μόνο με ένα τρόπο μπορώ να το γιορτάσω. Δεν του το λέω αλλά δε χρειάζεται να του το πω. Με διαβάζει. Δεν δείχνει τίποτα. Η καρδιά μου βουλιάζει και πάλι. Μπαίνει στο αυτοκίνητο. «Βάλε τη ζώνη σου» μου λέει. Υπακούω μηχανικά. Ξεκινάμε. Σε όλη τη διαδρομή δεν ανταλλάσουμε κουβέντα. Εγώ κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Φτάνουμε στο διαμέρισμά μου.

Παλεύω με τον εαυτό μου. Το ποτό βοηθάει την κατάσταση. Έχουν λυθεί ξανά οι άμυνές μου.

«Νίκο» τον ρωτάω «τι ήταν αυτό που σου είπα πριν πέντε χρόνια και σε τάραξε;»

«Δεν είναι της παρούσης» μου απαντάει. «Πήγαινε να αλλάξεις.»

Πάω να πω κάτι. Σταματάω. Πάω να ξεκινήσω πάλι και πάλι σταματάω. Σιωπή.

«Θα περιμένεις στο αυτοκίνητο;» τον ρωτάω «Δεν… δεν περίμενα… δεν… δεν είμαι… Θα αργήσω». Από την ταραχή μου τρώω τα λόγια μου.

«Θέ… θέλεις να ανέβεις πάνω;»

Με κοιτάζει εξεταστικά.

«Έχει καλώς» μου αποκρίνεται. Βγαίνει από το αυτοκίνητο. Βγαίνω κι εγώ. Μπαίνουμε μέσα και παίρνουμε το ασανσέρ. Είναι μικρό. Νιώθω απίστευτη ένταση, σχεδόν μπορείς να την κόψεις με το μαχαίρι. Επιτέλους το ασανσέρ σταματάει.

Ανοίγω την πόρτα. «Θεέ μου, δεν έχω συμμαζέψει, είναι καθαρά; Είναι ταχτοποιημένα; Τι θα πει;». «Το σπίτι είναι λίγο ακατάστατο» του λέω. Γνέφει «Δεν πειράζει, δε θα κάτσουμε πολύ.»

Μπαίνουμε μέσα. «Θες κάτι να πιεις;» τον ρωτάω. «Θες να βάλω μουσική;»

Στέκεται ακίνητος. Με κοιτάζει στα μάτια. Θεέ μου αυτά τα μάτια του. Θέλω να γίνω τοσοδά μικρούλα, να εξαφανιστώ. Η ματιά του μου αφανίζει την ψυχή. Απλώνει το χέρι του. Το τραβάει. Κοντεύω να λιποθυμήσω. Με πιάνει από τα μαλλιά. Τα σφίγγει και με φέρνει πάνω του. Τα πόδια μου τρέμουν, φοβάμαι ότι θα καταρρεύσω.

«Φανούλα…» ξεκινάει να μου λέει αλλά κομπιάζει. «Από μικρή που ήσουν θαύμαζα το μυαλό σου.»

Σταματάει.

«Δεν…». Κομπιάζει πάλι.

Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελλή. Είναι δυνατόν; Το αλκοόλ μου έχει λύσεις τις αναστολές. Τον φιλάω διστακτικά.

Με φιλάει κι εκείνος. Θεέ μου με φιλάει. Τον αγκαλιάζω σφιχτά. Μια ζωή περίμενα αυτή τη στιγμή, μια ζωή πέρασε γι αυτή τη στιγμή, μια ζωή έζησα γι αυτή τη στιγμή.

Τραβιέται. Τα πόδια μου δε με βαστάνε. Δεν μπορώ…

Γονατίζω μπροστά του. Είναι τόσο ηλίθιο, το ξέρω. Δεν μπορώ να σταθώ όρθια μπροστά του. Δεν… δεν ξέρω. Θα με βρίσει. Θα μου πει ότι κάνω χαζομάρες. Θα φύγει… Του αγκαλιάζω τα πόδια. «Σε παρακαλώ, μη φύγεις.» του λέω με τρεμάμενη φωνή.

Νιώθω το χέρι του να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.

Κλαίω στα πόδια του. Κλαίω από ευτυχία. Νομίζω ότι θα εκραγώ από την ευτυχία. Δεν έφυγε. Δεν φεύγει. Με χαϊδεύει.

«Σήκω πάνω Φανούλα μου» μου λέει.

Προσπαθώ… προσπαθώ αλλά δεν μπορώ. Μου είναι αδύνατο. «Φανούλα» μου λέει μαλακά. Σηκώνομαι.

Κάθεται στον καναπέ.

Ήττα.

«Να… να πάω να ετοιμαστώ;» του λέω με φωνή γεμάτη απελπισία.

«Όχι Φανούλα» μου λέει και η καρδιά μου βουλιάζει και πάλι. «Έλα κάτσε δίπλα μου».

Κάθομαι στον καναπέ δίπλα του. «Κοίτα με στα μάτια» μου λέει. Προσπαθώ. Ξανακατεβάζω το βλέμμα μου. «Φανούλα» μου λέει τρυφερά. «Κοίτα με στα μάτια σε παρακαλώ». Χρειάζεται πολύ προσπάθεια. Βυθίζομαι στο βλέμμα του, νιώθω την ψυχή μου να ρουφιέται στα βάθη του.

«Πριν πέντε χρόνια μου είπες κάτι» ξεκίνησε «και το άφησα αναπάντητο.»

«Ναι» του λέω. «Ποτέ δεν κατάλαβα τι ήταν αυτό που σε τάραξε. Ένα ερωτευμένο κοριτσόπουλο ήμουν.»

Παύση.

«Ακόμα είμαι» του λέω χαμηλώνοντας τα μάτια.

Η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο. Θα σπάσει. Δεν το βλέπεις; Πώς μπορεί να μην το βλέπεις;

Νιώθω πως με κοιτάζει αλλά δεν έχω τη δύναμη να τον κοιτάξω.

«Είπες ‘Να ήμουν μαζί σου και ας ήμουν και σκλάβα σου’» μου λέει τελικά.

«Ναι» του λέω.

Παύση.

«Ακόμα… ακόμα το πιστεύω.»

«Δεν έχεις ιδέα τι είναι αυτό που λες» μου λέει.

Πάω να πω κάτι αλλά με κόβει. Μου εξηγεί. Τον κοιτάζω σα χαζή. Αυτά που λέει για τον πόνο με ταράζουν. Ποτέ δεν άντεχα τον πόνο. Ίσως… ίσως γι αυτόν.

Σταματάει. Με κοιτάζει.

«Τότε είμαι σκλάβα σου» του λέω. Ναι, είμαι φωνάζει μέσα μου η ψυχή μου. Είμαι, είμαι, είμαι.

«Δεν είναι τόσο απλό» μου λέει.

«Είναι» του λέω. «Δοκίμασέ με». Πώς μπορεί να μην το βλέπει;

«Αυτό δεν μπορεί να δοκιμαστεί μέσα σε πέντε λεπτά Φανούλα μου. Μια ζωή ολόκληρη μπορεί να μην είναι αρκετή.»

«Δοκίμασέ με» τον εκλιπαρώ. «Δοκίμασέ με σε παρακαλώ.»

Με κοιτάζει εξεταστικά. «Γονάτισε» με διατάζει.

Γονατίζω.

«Βγάλε μου τα παπούτσια».

Του τα βγάζω.

«Και τις κάλτσες».

Βγάζω και τις κάλτσες του.

«Γλείψε μου το πόδι» με διατάζει. Είναι αυτό δοκιμασία; Νομίζει ότι δε θα το κάνω; Στη φωτιά θα έπεφτα αν μου το ζητούσε. Γονατίζω στο πάτωμα και του γλείφω τα πόδια. Τα δάχτυλα. Τον φιλάω όπως θα του φιλούσα το στόμα. Δεν υπάρχει κάτι πάνω του που δεν λατρεύω.

Με σταματάει.

«Πάρε με στο στόμα σου» με διατάζει.

Του ξεκουμπώνω το παντελόνι. Βάζω τα χέρια μου μέσα και το χαϊδεύω. Ορθώνεται μπροστά μου. Γλείφω για λίγο το κεφαλάκι και μετά με μια κίνηση τον παίρνω στο στόμα μου. Νιώθω το χέρι του στο κεφάλι μου να με πιέζει. Τον βάζει όλο στο στόμα μου. Μου κόβει την ανάσα, με πνίγει. Μου έρχεται αναγούλα. Δεν σταματάω όμως. Δε σταματάω. Θα κάνω τα πάντα γι αυτόν.

Τον νιώθω να δονείται, να πάλλεται στο στόμα μου. Πλημμυρίζει το στόμα μου με το καυτό του σπέρμα. Ποτέ δεν είχα καταπιεί. Ποτέ. Σιχαινόμουν. Με αυτόν δεν το σκέφτομαι καν. Καταπίνω ενώ ακόμα νιώθω τους σπασμούς του στο βάθος του στόματός μου.

«Κοίτα με στα μάτια» μου λέει.

Τον κοιτάζω.

«Αυτά είναι απλά πράγματα Φανούλα μου» μου λέει. «Τα άλλα δεν ξέρω αν αντέχεις να τα κάνεις.»

«Δοκίμασέ με» του λέω. «Δοκίμασέ με σε παρακαλώ.»

Σηκώνεται. Είμαι ακόμα γονατισμένη μπροστά του. Μου λέει να βγάλω το παντελόνι μου. Το βγάζω και μένω με το εσώρουχο. Με βάζει στα τέσσερα. Ο κορμός μου ακουμπάει στον καναπέ. Νιώθω τα χέρια του που μου κατεβάζουν το εσώρουχο. Σχεδόν στάζει.

«Θέλω να μετράς» μου λέει.

Τον ακούω που βγάζει τη ζώνη του.

«Μάλιστα» του λέω. «Θα μετράω. Θα κάνω ό,τι μου πεις».

«Αν νιώσεις ότι δεν αντέχεις άλλου θα μου πεις ‘ΝΙΚΟ’» μου λέει. «Μάλιστα» απαντάω.

Νιώθω το χτύπημα της ζώνης. Τσούζει απίστευτα. Πονάει, δεν τον αντέχω τον πόνο.

«Ένα» του λέω με σπασμένη φωνή.

«Δώστε μου δύναμη να το αντέξω» προσεύχομαι σε όλους τους θεούς του σύμπαντος.

Χτύπημα.

«Δύο» λέω με δάκρυα στα μάτια. «Τρία… Τέσσερα… Πέντε…» Θέλω να φωνάξω «Νίκο» αλλά δεν το κάνω. Σφίγγομαι. «Έξι… Επτά… Οκτώ…» πως μπορεί να το κάνει αυτό; Πώς μπορώ να το δέχομαι; Πώς μπορώ να νιώθω χαρά και περηφάνια που του το προσφέρω. «Εννιά… Δέκα… Έντεκα…». Κλαίω. Οι γλουτοί μου καίνε. Έχω πάρει φωτιά. Είμαι η φωτιά. Καίω και καίγομαι. «Δώδεκα… Δεκατρία… Δεκατέσσερα…» Κάψε με… θα καώ για σένα. Θα κάνω τα πάντα για σένα. «Δεκαπέντε… Δεκαέξι… Δεκαεπτά…» Δεν είμαι εδώ. Δεν ξέρω που είμαι, είμαι αλλού. Ο πόνος… αχ ο πόνος… σου τον προσφέρω. Για σένα. Όλα για σένα. «Δεκαοκτώ… Δεκαεννιά… Είκοσι.»

Σταματάει. Πονάω πολύ. Αλλά… αλλά άντεξα. Δες την προσφορά μου. Για σένα.

Με χαϊδεύει. Με φιλάει. Νιώθω νέο χτύπημα.

«Εικοσιένα… Εικοσιδύο… Εικοσιτρία»

Φτάσε ως το άπειρο. Σου προσφέρω τον εαυτό μου. Σε σένα.

Για σένα.

Tuesday, September 21, 2010

Νύχτα

Σουρούπωσε. Σε λίγο θα πέσει η νύχτα, η πραγματική Αφέντρα του κόσμου αυτού.

Από μικρό με μαγνήτιζε το σκοτάδι. Ήμουν ανέκαθεν διαφορετικός, τα παιδάκια σκιάζονταν από το σκοτάδι εμένα μ’ ενοχλούσε το φως. Δεν είναι ότι πάσχω από φωτοφοβία, είμαι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα.

…σχεδόν.

Περπατάω στο σιωπηλό σοκάκι νυχοπατώντας σα γάτα. Από εκεί θα περάσει, όπως κάθε βράδυ. Όπως κάθε μέρα σχολάει στις 20:30 και αφού επιστρέψει σπίτι της βγαίνει στο πάρκο όπου τρέχει για περίπου μία ώρα. Μετά επιστρέφει σπίτι της, κάνει ένα ντους και διαβάζει ή ακούει μουσική.

Κρύβομαι στις σκιές του κήπου της την ώρα που βγαίνει για το βραδινό της τρέξιμο. Περνάει από κοντά μου χωρίς να με αντιληφθεί και κατευθύνεται προς το πάρκο. Αφού ξεμακρύνει πηγαίνω στην πόρτα της οικίας. Παρά την προσμονή μου τα χέρια μου δεν βιάζονται και με ήρεμες κινήσεις παραβιάζω την πόρτα χωρίς να αφήσω σημάδια.

Λατρεύω τις μονοκατοικίες.

Αιφνιδιάζομαι από τον ήχο του τηλεφώνου που χτυπάει. Βγαίνει τηλεφωνητής, κάποιος συνάδελφός της κάτι ήθελε να τη ρωτήσει –αυτό δηλαδή άφησε ως μήνυμα. Πολύ πιθανό να μην ήταν τίποτα παραπάνω από μια επίφαση για να την πάρει τηλέφωνο. Χαμογελάω από μέσα μου στη σκέψη. Σκέφτομαι όλους τους τρόπους που θα την απολαύσω απόψε και νιώθω το πέος μου να φουσκώνει κάτω από το παντελόνι.

Όχι ακόμα.

Παίρνω το βαλιτσάκι μου και πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρά της. Το κρεβάτι της είναι υπέρδιπλο με σκληρό στρώμα. Περιεργάζομαι για λίγο την τουαλέτα της, τακτοποιημένη όπως όλο το υπόλοιπο σπίτι. Όλα τακτοποιημένα και στη θέση τους. Φανατική καθαριότητα. Σπρώχνω το βαλιτσάκι κάτω από το κρεβάτι της, δίπλα σε ένα ανεξιχνίαστης λειτουργικότητας όργανο γυμναστικής το οποίο δεν χρησιμοποιεί ή τουλάχιστον δεν την έχω πιάσει να το χρησιμοποιεί.

Το πέος μου ανασαλεύει από προσμονή. Έχω ακόμα αρκετή ώρα στη διάθεσή μου. Επιστρέφω στο σαλόνι. Περιεργάζομαι στο μισοσκόταδο τη βιβλιοθήκη της. Όχι απλά διαβαστερή, ξέρει και κάμποσες γλώσσες αν κρίνει κανείς από τα βιβλία της.

Φεύγω από το σαλόνι και πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ψυγείο και κοιτάζω τα παρατεταγμένα σαν σε παρέλαση περιεχόμενά του. Η ίδια φανατική τάξη που υπάρχει σε όλο το σπίτι υπάρχει και στο ψυγείο. Περιεργάζομαι τα υλικά.

Χαμογελάω από μέσα μου.

Κλείνω την πόρτα του ψυγείου και επιστρέφω στο μισοσκόταδο του σαλονιού. Κρύβομαι προσεκτικά πίσω από μια πολυθρόνα αν και ξέρω καλά ότι δε θα περάσει από εδώ όταν επιστρέψει, θα πάει στην κουζίνα, θα βάλει ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι και μετά θα πάει κατευθείαν για ντους.
Στο μισοσκόταδο του σαλονιού ο χρόνος χάνει τη συνοχή του. Φαντασιώνομαι…


«Όχι, όχι σε παρακαλώ… μην το κάνεις αυτό… σε παρακαλώ».

Παρακάλια. Κλάματα. Φόβος. Απελπισία.


Ο ήχος των κλειδιών με επαναφέρει στο παρόν. Πότε πέρασαν 40 λεπτά; Τα φοβάμαι αυτά τα κενά που παθαίνω, τα τρέμω. Την ακούω που πηγαίνει στην κουζίνα. Πίνει το χυμό της και ακούω ήχο νερού που τρέχει καθώς αμέσως πλένει το ποτήρι και το βάζει να στεγνώσει. Πηγαίνει προς το ντους.

Λίγο ακόμα…

Σκύβω και κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα. Το νερό τρέχει και βλέπω τη σιλουέτα της να διαγράφεται πίσω από την κουρτίνα. Δεν ανοίγω την πόρτα, δε θέλω να με καταλάβει… όχι ακόμα. Κατεβάζω το φερμουάρ και χαϊδεύω το πέος μου καθώς παρακολουθώ τη σκιά της να λούζει τα μαλλιά της. Όταν το σφουγγάρι αρχίζει να χαϊδεύει το σώμα της αρχίζω να τον παίζω. Σταματάω. Όχι ακόμα.

Ανοίγει το κουρτινάκι. Ένα χέρι εμφανίζεται και ψάχνει για πετσέτα. Την βρίσκει και αρχίζει να σκουπίζεται. Ανοίγει το κουρτινάκι. Τα έχει τα πιασίματά της. Βαριά στήθη με σκούρες καφέ θηλές που θα τις προτιμούσα λίγο μεγαλύτερες. Ελαφριά κοιλίτσα αλλά σφιχτά πόδια, καλοσχηματισμένα. Γυρνάει προς το μέρος μου. Μ’ αρέσει που δεν το έχει ξυρισμένο τελείως. Σκύβει να σκουπίσει τα πόδια της και βλέπω τα στήθη της να κινούνται ηδονικά. Τελειώνει, τυλίγει την πετσέτα πάνω της και πιάνει μια άλλη πετσέτα να στεγνώσει τα μαλλιά της.

Κοντά ως τον ώμο καστανόξανθα μαλλιά. Κουρεύτηκε πρόσφατα, τα είχε πιο μακριά. Είναι όμορφη έτσι και αλλιώς αλλά πιστεύω πως το μακρύ μαλλί θα της πήγαινε περισσότερο.

Βγαίνει από το ντους. Τυλίγει την πετσέτα στο κεφάλι της. Απομακρύνομαι από την πόρτα.

Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει χωρίς να κοιτάζει. Πέφτει σχεδόν πάνω μου και βγάζει μια κραυγή.

«Σου είχα πει να αλλάξεις κλειδαριά.» της λέω σιγανά.

«Με τρόμαξες» μου λέει προσπαθώντας να βρει την ανάσα της.

«Τι σου είχα πει;» την ρώτησα. «Τι σου είχα πει πριν φύγω για Βερολίνο;»

Χαμηλώνει τα μάτια. «Να αλλάξω κλειδαριά. Να βάλω ασφαλείας.»

«Και τι έκανες;» την ρωτάω.

«Είχα άλλες…» ξεκινάει να πει αλλά ένα δυνατό χαστούκι της κόβει τη φόρα.

«Συγνώμη αφέντη μου» μου λέει με τα μάτια της στο πάτωμα.

Δεύτερο χαστούκι… τρίτο… τέταρτο…

Σταματάω.

Γονατίζει και με αγκαλιάζει από τα πόδια. «Συγνώμη αφέντη μου, συγνώμη».

«Η πενθήμερη στέρηση απουσίας δεν έκανε και πολλά πράγματα.» της λέω.

«Μου έλειψες» μου λέει. «Δε μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες. Ήταν… ήταν πολύ σκληρό» συνέχισε.

«Παρόλα αυτά την κλειδαριά δεν την άλλαξες» της είπα. Είχε σφιχταγκαλιάσει τα πόδια μου. Σφίχτηκε ακόμα περισσότερο. Την έσπρωξα να ξεκολλήσει. «Δεύτερη παράβαση.»

Της είχα πει κάποτε ότι με μια πρώην μου πως η τιμωρία στη δεύτερη παράβαση ήταν ένας μήνας στέρησης παρουσίας. Της είχα εξηγήσει φυσικά ότι ο τρόπος τιμωρίας από άνθρωπο σε άνθρωπο διαφέρει αλλά μέσα στο φόβο της το είχε ξεχάσει.

«Όχι, σε παρακαλώ μη φύγεις. Σε παρακαλώ…». Βάζει τα κλάματα. Εκνευρίζομαι. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ…»

Την απωθώ βίαια και πέφτει στο πάτωμα. Μένει εκεί πεσμένη και κλαίει.

«Σήκω πάνω» τη διατάζω.

Σηκώνεται κλαίγοντας ακόμα. Της χαϊδεύω το πρόσωπο. «Πότε θα μάθεις να με ακούς;» τη ρωτάω.

«Έχεις δίκιο» μου λέει βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της.

«Το ξέρω» της απαντάω ψυχρά. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο σαλόνι και με ακολουθεί διστακτικά. Κάθομαι στον καναπέ. Έρχεται και γονατίζει μπροστά μου.

«Σήκω και κάτσε δίπλα μου» της λέω. «Εφόσον δεν υπακούς δεν είναι ανάγκη να υποκρινόμαστε πως είσαι σκλάβα.»

Μου αγκαλιάζει τα πόδια και με κοιτάζει με φόβο στα μάτια. «Όχι, δεν υποκρίνομαι, δεν είναι παιχνίδι. Όλο μου το είναι ουρλιάζει πως είμαι δικιά σου. Σε παρακαλώ…»

«Με παρακαλείς;» τη κόβω.

Σηκώνεται και κάθεται δίπλα μου. Κοιτάζει χαμηλά. «Αυτό με διέταξες, αυτό θα κάνω» λέει. Σταματάει για λίγο και συνεχίζει κοιτάζοντάς με στα μάτια «Αλλά δεν υποκρίνομαι». Βγάζει την πετσέτα και μένει γυμνή. «Είσαι ο αφέντης μου».

«Κλείσε τα μάτια σου» της λέω.

Τα κλείνει. Τα μάτια της τρεμοπαίζουν κλειστά. Αναπηδάει σχεδόν όταν την αγγίζω στο πρόσωπο. «Τι έχουμε πει;» τη ρωτάω.

Σφίγγεται.

Τις λατρεύω αυτές τις στιγμές.

Πέφτει το πρώτο χαστούκι. Ανάβω τσιγάρο. Πέφτει το δεύτερο χαστούκι.

Κρατάει τα μάτια της ερμητικά κλειστά.

Την καίω στη βάση του στήθους με την καύτρα του τσιγάρου. Μουγκρίζει, σφίγγεται. Πόσο υπέροχη είναι.

Μια άγρια ηδονική ευφορία αρχίζει να με κατακλύζει.

Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο. Ακανόνιστο. Κάθε αναμονή κι ένα μικρό θαύμα. Κάθε χτύπημα και ένας μικρός οργασμός. Κάθε πόνος της και μια μικρή έκρηξη. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα ρώγας. Δάγκωμα. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Κάψιμο. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Κάψιμο.

Νιώθω τα σκοτάδια να πιέζουν το φράγμα. Αντέχω. Αντέχω;

Κάψιμο. Δάγκωμα. Κάψιμο. Κάψιμο. Σφαλιάρα. Τσίμπημα. Δάγκωμα. Κάψιμο. Στρίψιμο.

Κλάμα.

Τσίμπημα, δάγκωμα, κάψιμο, τσίμπημα, σφαλιάρα, σφαλιάρα. Νιώθω την πίεση να γίνεται αφόρητη. Αντέχω; Κάψιμο. Δάγκωμα. Κάψιμο. Αντέχω. Όχι! Φοβάμαι.

Σταματάω απότομα.

Το σώμα της είναι γεμάτο μικρά και μεγάλα σημάδια από τα δαγκώματα, τα τσιμπήματα και τα καψίματα. Οι ρώγες τις πετρωμένες. Το πρόσωπό της κόκκινο.

Και είναι μόνο η αρχή.

«Σου επιτρέπω να ανοίξεις τα μάτια σου» της λέω. Κοιτάζει το κενό. Κοιτάζει χαμηλά.

«Κοίταξέ με» της λέω. Υπακούει. «Γονάτισε» τη διατάζω.

Γονατίζει μπροστά μου. Έχω καυλώσει. Βγάζω το πέος μου έξω. Ξέρει τι να κάνει. Το παίρνει όλο μέσα της.

Πεντάλεπτη χαλάρωση. Τα σκοτάδια υποχωρούν. Τη σταματάω.

«Πάμε» της λέω και σηκώνομαι. Με ακολουθεί στο δωμάτιο. «Στα τέσσερα» της λέω. Κάνει να ανέβει στο κρεβάτι. «Όχι, κάτω από το κρεβάτι» της λέω. Ακουμπάει τα χέρια της στο κρεβάτι και τουρλώνει τον κώλο της. Σκύβω και βγάζω το βαλιτσάκι. «Η λέξη είναι ‘φράγμα’» της λέω. Τη χαϊδεύω ελαφρά στον κώλο.

Η βίτσα προσγειώνεται στο δεξί της γλουτό. «Ένα» λέει με πνιγμένη φωνή.
«Δύο»… «τρία…». Σταματάω και ανάβω τσιγάρο. «Τέσσερα».
Κάψιμο. Δάγκωμα. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Δάγκωμα. Βίτσα. Χάδι. Βίτσα. Χάδι. Κάψιμο. Φιλί. Τα σκοτάδια με πιέζουν. Με σαγηνεύουν. Τα λατρεύω και τα φοβάμαι. Χάδι. Βίτσα. Κάψιμο. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Δάγκωμα. Φιλί. Κάψιμο. Φιλί. Βίτσα.

«Δεκατέσσερα…»

Τη σοδομίζω. Την κοπανάω με δύναμη, μπαίνω όλος μέσα της και απολαμβάνω τα βογγητά της. Πόνος και ηδονή. Τραβιέμαι και μπαίνω με δύναμη. Και ξανά. Και ξανά.

Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Βίτσα. Φιλί. «Δεκαεφτά».

Ξαναμπαίνω μέσα της. Κάψιμο. Κάψιμο.

Έκρηξη.

Τραβιέμαι αργά. Το σπέρμα μου χύνεται από την σχισμή της. Την αφήνω εκεί και πηγαίνω και παίρνω μια χαρτοπετσέτα και τη σκουπίζω. Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο.

Απροετοίμαστη. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Βίτσα. Κάψιμο. Κάψιμο. Κάψιμο. Βίτσα. Δάγκωμα. Βίτσα. Είναι υπέροχα τα σκοτάδια. Νιώθω την πίεση. Ακούω το τραγούδι της. Βίτσα. Βίτσα. Την πετάω κάτω. Πέφτω πάνω της και την πιάνω από το λαιμό. Πίεση. Μου πιάνει τα χέρια αδύναμα. Πίεση. Τα μάτια της είναι υπέροχα. Θεέ μου νιώθω την πίεση.

Τραβιέμαι. Ξεροβήχει.

Σφαλιάρα. Σφαλιάρα. Την πιάνω από το λαιμό. Την σφίγγω. Κάτι πάει να πει. Υπέροχα μάτια. Πίεση… τη νιώθει την πίεση; Εγώ τη νιώθω. Τα σκοτάδια μουγκρίζουν. Άκου τη δαιμονική μουσική τους! Τη σφίγγω πιο πολύ.

Την αφήνω. Βήχει. Πάω να την πιάσω. «ΦΡΑΓΜΑ» ακούω. Τα σκοτάδια ακόμα μουγκρίζουν έξω από το φράγμα. Το σπρώχνουν. Είναι υπέροχα. Κλάμα.

Κουνάω το κεφάλι μου να καθαρίσει. Φράγμα. Το φράγμα μου.

Κλαίει με λυγμούς. Την παίρνω στην αγκαλιά μου. Σώπα ματάκια μου, σώπα μωρό μου εγώ είμαι εδώ. Τα σκοτάδια είναι έξω, είσαι το φράγμα μου. Σ’ αγαπάω. Τα σκοτάδια ουρλιάζουν ηττημένα γιατί σ’ αγαπάω. Σώπα. Σώπα. Δες με πως σε κοιτώ. Δες με πως σε φιλώ. Σώπα καρδούλα μου, σώπα. Εγώ είμαι εδώ. Σώπα ματάκια μου.

Ηρεμεί σιγά σιγά.

Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και χώνεται στην αγκαλιά μου. Της χαϊδεύω αφηρημένα τα μαλλιά.

«Κάποιες φορές με φοβίζεις στ’ αλήθεια» μου λέει.

Τη χαϊδεύω. Της χαμογελάω.

Τίποτα δε διαπερνάει τη μάσκα.

«Φόβος» σκέφτομαι πικρά μέσα μου. «Δεν έχει ιδέα από φόβο».

«Τι σκέφτεσαι;» με ρωτάει.

«Τίποτα. Μου έλειψες.»

Μάσκα. Αυτή τη μάσκα τίποτα δε τη διαπερνάει.

Ζω μέσα στο φόβο. Τον φόβο πως μια μέρα το φράγμα θα σπάσει και τα σκοτάδια θα κατακλύσουν την ψυχή μου. Το φόβο πως θα πέσει μέσα μου η Νύχτα.

…γιατί τη Νύχτα αυτή δε θα την ακολουθήσει ξημέρωμα.

Η αγορά

Προχωρώ με ταχύ βήμα δίπλα από τις φωτισμένες βιτρίνες. Έχει κίνηση στο δρόμο, αυτοκίνητα πάνε και έρχονται, γεμάτα κόσμο, προσδοκίες και υποσχέσεις. «Πού στο διάβολο είναι;» σκέφτομαι μέσα μου. Με εκνευρίζουν τα λαμπερά φώτα. Με εκνευρίζει η ψεύτικη ευημερία της πόλης. Η αλήθεια είναι εκεί έξω, στο σκοτάδι.

Το βρίσκω. Πλησιάζω και βλέπω τον πάγκο με τα περιοδικά, τις εφημερίδες, τα τσιγάρα και ένα σκασμό διαφορετικές χαζομάρες που παίρνει ο κόσμος. Κοιτάζω το γεράκο. «Δώσε μου ένα Camel» του λέω. «Μαλακό ή σκληρό» με ρωτάει. «Μαλακό» του απαντάω. «Μαλακό σαν τα λιωμένα πτώματα των σκλάβων που έχτισαν τις πυραμίδες.»

«Σε ποια πυραμίδα;» μου αποκρίνεται ο μπάρμπας.

«Ποιο ηλίθιο σύνθημα παρασύνθημα δε μπορούσε να σκεφτούν τα κινέζια;» αναρωτήθηκα φευγαλέα από μέσα μου πριν απαντήσω «Σε κάθε πυραμίδα αλλά ειδικά στην μπλε».

Σουρεαλισμός όχι μαλακίες!

Ο γέρος έγνεψε. Δεν είδα τι έκανε αλλά η πόρτα πίσω από το stand άνοιξε και βγήκε από μέσα ένας κινέζος γορίλλας.

Με κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Φιλικός τυπάκος, ανατρίχιασαν μέχρι και οι κωλότριχές μου. Κάτι μου γαύγισε στα κινέζικα. Δεν κατάλαβα τίποτα αλλά του γάβγισα στα ελληνικά και στον ίδιο τόνο «Κι εγώ σ’ αγαπάω». Δεν έγινα αυτό που έγινα αφήνοντας τις προκλήσεις αναπάντητες. Ο γέρος μου εξήγησε ότι θα μπορούσα να περάσω μέσα. «Δε μου δίνεις και τα τσιγάρα;» τον ρώτησα. Μου τα έδωσε. Ο κινέζος κελάηδησε σα νευριασμένος πτεροδάκτυλος οπότε αποφάσισα να σταματήσω τις καθυστερήσεις.

Είχε και σωματικό έλεγχο. Μόνο δάχτυλο δε μου έβαλαν. Αναρωτιόμουν στωικά καθώς με ξετίναζαν, ποιος θα πήγαινε στη φωλιά του δράκου για τσαμπουκά. Ίσως κάποιος με χειροβομβίδες; «Μην είσαι χαζός» συνέχισα να σκέφτομαι «αν κάνει ντου η αστυνομία άντε να εξηγήσεις τι δουλειά είχες εδώ». Τελικά αποφάσισα πως καλά έκαναν ό,τι έκαναν. Άλλωστε η όλη μυστικοπάθεια με βόλευε. Θα γινόμουν ενδιαφέρον πρωτοσέλιδο έτσι και μαθευόντουσαν κάποιες σκοτεινές λεπτομέρειες της ζωής μου. Όταν τελικά κατάλαβαν ότι δεν είχα κοριούς, όπλα και δεν ξέρω τι άλλο με άφησαν να συνεχίσω.


Προχώρησα στο διάδρομο και έφτασα σε μια πόρτα. Πήγα να την ανοίξω αλλά προφανώς με παρακολουθούσαν από κλειστό κύκλωμα γιατί κάποιος από μέσα μου άνοιξε την πόρτα. Πέρασα μέσα. Μου θύμιζε μπουρδέλο του 19ου αιώνα, δηλαδή από αυτά που έχω δει στην τηλεόραση. Μπορεί να είμαι μιας άλφα ηλικίας αλλά δεν είμαι και ο highlander. Δεν είδα κανένα άλλο εκεί. Με ραντεβού είχα πάει βέβαια αλλά στο μυαλό μου το είχα πλάσει αλλιώς, σα δημοπρασία.

Κάθισα σε ένα καναπέ. Μια κινεζούλα ήρθε και με ρώτησε τι θέλω να πιω. Στάθηκα αναποφάσιστος ενώ η κοπελίτσα είχε χαμηλώσει τα μάτια και με περίμενε καρτερικά. «Ουίσκι» της είπα. «Σκέτο». Έφυγε και γύρισε μετά από λίγο. Μου το έδωσε με μια βαθιά υπόκλιση και μετά έφυγε πισωπατώντας.

Κάθισα κάμποση ώρα μόνος μου εκεί και περίμενα. Από κάποια κρυφά ηχεία ακουγόταν κλασσική μουσική. Κάπως δεν ταίριαζε με το όλο σκηνικό. Χτύπησα ανυπόμονα τα δάχτυλά μου στον καναπέ.

Μπήκαν μέσα. Τις κοίταξα μία-μία προσεκτικά από αριστερά προς τα δεξιά. Ένιωσα την πικρή γεύση της χολής στο λαιμό μου. Η τελευταία δεν πρέπει να ήταν πάνω από 12-13 χρονών.

Υποκρισία, το ξέρω.

Άσπρες, μαύρες και καφέ. Όφειλα να το παραδεχτώ πως οι κινέζοι ήταν καλά δικτυωμένοι. Κούνησα αποδοκιμαστικά το κεφάλι μου. Έφυγαν όλες και μπήκε μια νέα φουρνιά. Πρόσεξα μια καστανούλα με καρέ μαλλί και κατάμαυρα μάτια. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 16-17.

Πώς μπορούσε να υπάρχει ακόμα αθωότητα σ’ αυτά τα μάτια;

Σημείωσα τον αριθμό της και μπήκε μια νέα φουρνιά. Δεν είδα κάτι που να με εντυπωσιάσει. Είδα καμιά 30αριά κοπέλες. Από παιδιά σχεδόν μέχρι 20άρες. Είχα κολλήσει στην καστανομάλλα. Ζήτησα να μου τη φέρουν.

Την κοίταξα από την κορυφή ως τα νύχια. Λείο δέρμα, σχεδόν διάφανο. «Γδύσου» τη διέταξα. Ένιωσα αυτά τα μαύρα μάτια να βυθίζονται στα σκοτάδια της ψυχής μου. Είναι δυνατόν να σε πονάει μια ματιά; Δεν αντιγύρισα το βλέμμα μου. Κοιταζόμασταν για λίγη ώρα. Η μαντάμ της έριξε μια ξανάστροφη «Κάνε αυτό που σε διέταξαν». Δεν έκανε τίποτα, απλά με κοίταζε. Η μαντάμ πήγε να της ρίξει και δεύτερη. Της έκανα μια κίνηση με το χέρι μου να σταματήσει.

Οι ματιές μας πάλεψαν πολλή ώρα.

Δεν παραιτήθηκε. Υπάκουσε τελικά αλλά δεν παραιτήθηκε. Εξακολουθούσε να με κοιτάζει θαρρετά στα μάτια. Όμορφο στήθος. Μεγαλούτσικο αλλά όχι βαρύ και με τις ρώγες να έχουν το σωστό μέγεθος. «Γύρνα» της είπα. Δεν γύρισε.

Είχε παρατραβήξει. Έκανα ένα νεύμα στη μαντάμ που το έπιασε το υπονοούμενο και μου ένευσε καταφατικά. Σηκώθηκα από τον καναπέ και στάθηκα μπροστά της. «Γύρνα» της είπα. Απλά με κοίταξε. Την χτύπησα με ανοιχτή την παλάμη. Έπιασε το πρόσωπό της. Την χτύπησα στο άλλο μάγουλο. «Γύρνα» της είπα. Γύρισε.

Ξανακάθισα στον καναπέ. Είχε ωραίο κώλο, θα τα πηγαίναμε καλά. «Γύρισε και κοίτα με» τη διέταξα. Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα της πέταγε φωτιές.

Υπέροχο.

Θα απολάμβανα το σπάσιμό της όπως θα απολάμβανα κάθε εκατοστό του κορμιού της.

Iryna. Ειρήνη. Στο γλυκό σου σώμα θα γινόταν πόλεμος. Έπαθλό μου η ψυχή σου.

Είχα αποφασίσει.

Έγνεψα στη μαντάμ. Αποσύρθηκε μαζί με την Iryna. Μέσα μπήκε ο σωματέμπορος. Με είχαν ψάξει εξονυχιστικά. Ήξεραν σχεδόν τα πάντα για μένα. Όχι φυσικά γιατί νοιαζόντουσαν για την κοπέλα, για την επιχείρησή τους νοιαζόντουσαν.

Πελάτης που δεν μπορεί να κρατήσει το εμπόρευμα και υπάρχει κίνδυνος να κελαηδήσει δεν θα περνούσε την είσοδο παρά τη σουρεαλιστική διαδικασία που είχε προηγηθεί στο news stand.

«Φύλαξη κάνετε» τον ρώτησα; «Απουσιάζω αρκετά συχνά λόγω δουλειάς και μερικές φορές μπορεί να μου πάρει μήνα μέχρι να επιστρέψω.»

Χαμογέλασε. «Βεβαίως» μου απάντησε. «Αν το επιθυμείτε μπορείτε να βγάλετε και κέρδος από τη φύλαξη» μου εξήγησε.

Αργότερα ίσως.

Πήρα τηλέφωνο. Ο κινέζος περίμενε να γίνει η συναλλαγή. Όταν την επιβεβαίωσε χαμογέλασε και μου είπε «Θα σας τη φέρουμε σε μια εβδομάδα. Να έχετε έτοιμο το υπόλοιπο μισό ποσό.»

«Βεβαίως» του είπα.

Είναι αλήθεια αυτό που λένε. Στη Νέα Υόρκη μπορείς να βρεις τα πάντα.

Γύρισα στην Ελλάδα. Οι δουλειές μου με κρατούσαν απασχολημένο όσο περίμενα την άφιξη της Iryna. «Ειρήνη» έκανα τη διόρθωση μέσα μου.

Αν περίμενα κάποιο μαύρο βαν θα είχα απογοητευτεί. Τέτοιες δουλειές δεν γίνονται στα κρυφά, γίνονται στα τόσο φανερά που σχεδόν κανείς δεν αναρωτιέται. Άλλωστε τέτοια κυκλώματα είναι βαθιά δικτυωμένα, ίσως περισσότερο κι από εμένα… κι του λόγου είμαι πολύ βαθιά δικτυωμένος. Στο μαύρο πάντως έπεσα μέσα, μαύρη ήταν η λιμουζίνα.

Τους υποδέχτηκα στην είσοδο της οικίας. Βγήκε από το αυτοκίνητο. Ντυμένη με μια πανάκριβη τουαλέτα ήταν πολύ όμορφη.

Και πολύ αταίριαστη.

Την έπιασα από το χέρι. Της χαμογέλασα αλλά δε το ανταπέδωσε. «Έχουμε καιρό γι αυτά» σκέφτηκα μέσα μου. Μπήκαμε όλοι στο σπίτι. Δεύτερο τηλέφωνο. Αναμονή. Χτυπάει το τηλέφωνο του αντιπροσώπου. Χαμογελάει. «Είναι όλη δική σας».

«Θέλετε ένα ποτό» τον ρώτησα. Όχι ότι δε βιαζόμουν να μείνω μόνος μου με το Ειρινάκι αλλά οι καλές αγορές κλείνουν πάντα με ένα ακριβό ποτό. «Όχι σας ευχαριστώ» μου απάντησε. Ίσως και να κατάλαβε ότι ήθελα να τον ξεφορτωθώ. «Οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι θα είστε υπό παρακολούθηση για πολύ καιρό. Σε περίπτωση που η κοπέλα σας το σκάσει να ξέρετε ότι δεν γίνεται επιστροφή των χρημάτων…». Κόμπιασε για λίγο. «…ή της κοπέλας» συνέχισε με νόημα.

«Κατανοητό» σκέφτηκα. Του το είπα κιόλας.

Έφυγαν. Γύρισα και την κοίταξα. «Επιτέλους μόνοι» της είπα και απόλαυσα τον φόβο που ζωγραφίστηκε στα μάτια της. Για αύριο το μενού είχε μια μικροεπέμβαση ώστε να τις τοποθετήσω το απαραίτητο εμφύτευμα. Σήμερα θα μπορούσαμε να παίξουμε.

Ένιωθα το όργανό μου φουσκωμένο. Μπορεί να χρειάστηκε να περιμένω πολλά χρόνια αλλά επιτέλους πραγματοποιούσα την πιο κοινή αλλά και πιο δύσκολη να πραγματωθεί ανδρική φαντασίωση.

«Γδύσου» της είπα. Αυτή τη φορά δεν είχε παιχνίδια, ίσως είχε συνειδητοποιήσει τη μοίρα της. Γδύθηκε χωρίς περιττές διαμαρτυρίες. Όχι ότι υπάκουσε εντελώς, έμεινε με τα εσώρουχα. «Γονάτισε μπροστά μου» της είπα. Δίστασε.

Το μαστίγιο που είχα μαζί μου το είχα πληρώσει σε εξωφρενική τιμή. Ειδική παραγγελία, φτιαγμένο από δέρμα καμήλας ήταν μονό και κοντό. Μπορούσε να προκαλέσει πόνο σαν τσίμπημα σκορπιού χωρίς να αφήσει σημάδι. Το ίδιο εύκολα μπορούσε να κάνει το δέρμα λωρίδες. Την χτύπησα με την άκρη του στην κοιλιά. Ούρλιαξε από τον πόνο.

Ωραίο πράγμα η απομόνωση.

«Γονάτισε» της είπα.

Γονάτισε.

Της χάιδεψα το στήθος πάνω από το σουτιέν. Της το έβγαλα και έμεινε γυμνή από τη μέση και πάνω μπροστά μου. Πέρασα το χέρι μου πάνω από τις επίπεδες μη ερεθισμένες ρώγες της. Τα μάτια της φλόγιζαν. Υπέροχα.

«Μου ανήκεις» ξεκίνησα. «Μου ανήκεις αλλά δεν είσαι δικιά μου.»

Με κοίταζε στα μάτια.

Χαστούκι.

«Τώρα είναι περιφρόνηση» της είπα. «Θα γίνει λατρεία…» της είπα και σταμάτησα.

«Or else?» με ρώτησε.

«There’s nothing else» της είπα. Κατέβασα το παντελόνι μου.

«Θα είναι μακριά και επίπονη η εκπαίδευσή σου Ειρήνη» της είπα.

Την έβαλα και μου πήρε πίπα. Δεν ήταν καλή. Θα μάθαινε.

Όταν τέλειωσα, σήκωσα το παντελόνι μου και την έπιασα από το χέρι. Την πήγα στο δωμάτιο των παιχνιδιών. Δηλαδή των δικών μου παιχνιδιών, η Ειρήνη δε φαντάζομαι ότι θα τα απολάμβανε. Όχι ακόμα. Ίσως ποτέ. Δεν είχε σημασία.

«Ο πόνος» ξεκίνησα «είναι εργαλείο. Μέσα από αυτόν θα μάθεις να με λατρεύεις. Θα είναι ο φίλος σου, θα είναι εχθρός σου, θα είναι εραστής σου. Θα είναι ο δεύτερος δάσκαλός σου.»

Δεν απάντησε. Κοίταζε τα σύνεργα με γουρλωμένα μάτια. Κάποια τα αναγνώριζε, κάποια όχι… όχι ακόμα.

Τις έδεσα τα χέρια και τα πόδια με αλυσίδες. Τις τέντωσα μέχρι που το σώμα της έγινε Y. Της χάιδεψα το όμορφο στρογγυλό κωλαράκι της και της έβαλα δάχτυλο στην πίσω τρυπούλα. Όπως ήταν κλειστά τα πόδια της δεν βόλευε και έβαλα δύναμη. Την πόνεσα.

«ΑΑΑΑ»

Υπέροχο.

«Χαίρομαι που θέλεις να μάθεις ελληνικά» της είπα. «Σωστά το πρόφερες το Άλφα αλλά λέω να ξεκινήσουμε με τους αριθμούς. Θα σου χρειαστούν.»

Πήρα το μαστίγιο. Σφύριξε καθώς κατέβαινε στο δεξί της γλουτό.

«Ένα» είπα.

Η μπαλάντα των σκοτεινών πόθων

Μ’ ένα πείραγμα. Έτσι ξεκίνησαν όλα, μ’ ένα πείραγμα.

Υποταγή

Ήμουν 17 χρονών και ήταν 16. Τα είχαμε περίπου ένα μήνα. Ήταν μεσημέρι και καθώς προχωρούσαμε μαζί με κάτι άλλα παιδιά της έκανα ένα πείραγμα –δεν θυμάμαι πια τι ήταν- το οποίο το θεώρησε βαρύ. Μου έριξε σφαλιάρα μπροστά σε όλο τον κόσμο. Την κοίταξα για λίγο σα χαζός. Απάντησα.

Της γύρισε το κεφάλι. Έπιασε το πρόσωπό της και με κοίταξε με δυσπιστία, πόνο και οργή. Οι συμμαθητές μας είχαν κοκαλώσει και μας παρακολουθούσαν. Δεν είπε τίποτα, απλά έφυγε. Οι συμμαθητές μας έβαλαν τα γέλια –τα αγόρια δηλαδή– και μου άρχισαν τα χάι φάιβ. Απαντούσα μηχανικά ψευτογελώντας.

Ήταν ηδονικό.

Γύρισα σπίτι μου σχεδόν τρέχοντας και χώθηκα στο μπάνιο. Κόντεψα να βγάλω κάλους εκείνο το μεσημέρι. Θεωρούσα ότι είχα χωρίσει αλλά η αίσθηση άξιζε τον κόπο. Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να περάσω να την πάρω από τα Αγγλικά της. Δεν μου εξηγούσε το λόγο. Πίστευα ότι ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο και ήθελε να με κουβαλήσει ως εκεί ώστε να μπορεί μετά να με διώξει.

Δεν μου έλεγε. Μου ζητούσε απλά να πάω να την πάρω από τα αγγλικά της.

«Έτσι και κουβαληθώ ως εκεί απλά και μόνο για να με χωρίσεις, το μεσημεριανό θεώρησέ το ως ‘χαδάκι’» την προειδοποίησα. Παρά το γεγονός ότι τον είχα κάνει λάστιχο, τον ένιωσα να σκιρτάει κάτω από το παντελόνι μου.

«Όχι...» μου είπε. «Απλά σε παρακαλώ έλα να με πάρεις από τα Αγγλικά.»

Εκείνο το βράδυ έκανα το πρώτο μεγάλο χαμούρεμα της ζωής μου. Ήταν η πρώτη φορά που την είδα γυμνή από πάνω. Ήταν η πρώτη φορά που ανακάλυψα το παιχνίδι με τις ρώγες. Τις έστριβα, τις πίεζα, τις έγλειφα, τις δάγκωνα, τις πονούσα και το μόνο που άκουγα ήταν η κοφτή της ανάσα. Κάποια στιγμή με δάκρυα στα μάτια με σταμάτησε. Ντύθηκε από πάνω και δαγκώθηκε όταν το σουτιέν της πίεσε τις ερεθισμένες ρώγες. Την πήγα σπίτι της.

«Έγλειψες;» με ρώτησε ο κολλητός μου. «Μαλάκα, έγλειψες!» συνέχισε. Γελάσαμε. Του περιέγραψα λεπτομερώς το σκηνικό. Τον πόνο τον άφησα απ’ έξω.


Την κοίταξα όπως ήταν ξαπλωμένη με την κοιλιά στο πάτωμα. Δεμένη πισθάγκωνα, φιμωμένη την είχα αφήσει αρκετή ώρα έτσι. Το βλέμμα μου διέτρεξε νωχελικά το γυμνό της σώμα ενώ η σκέψη μου ήταν ακόμα στα 17 μου. Την έλυσα και την ξεφίμωσα. Την έβαλα να γυρίσει ανάσκελα. Ακούμπησα τα πόδια μου πάνω της και την χάιδεψα αφηρημένα με τα δάχτυλα.

«Θα συνεχίσεις την ιστορία;» με ρώτησε.

«Μιλάς πολύ» της απάντησα. Την έβαλα να μου γλείψει τα πόδια για να κρατήσει το στόμα της απασχολημένο. Πήγε να το κάνει όπως ήταν ξαπλωτή. Την έπιασα από το μαλλί και της έριξα μια μέτρια σφαλιάρα στο αριστερό μάγουλο. «Γονατισμένη και σκυφτή» της διέταξα. Υπάκουσε.

Άλλη μια νότα.

Καθώς έγλειφε τα πόδια μου την κοίταξα και το μυαλό μου ξαναγύρισε στα 17 μου, την πρώτη φορά που άκουσα τη μουσική.


Το σαββατοκύριακο οι γονείς της έλειπαν. Πήγαμε στο σπίτι της εγώ, ο κολλητός μου και η κοπέλα του που ήταν κολλητή της δικιάς μου. Καθίσαμε στο σαλόνι. Η Χ. έβαλε ποτά να πιούμε. Από τότε σιχαινόμουν το ποτό αλλά ήμουν μικρός ακόμα και έδινα πολύ σημασία στην εικόνα. Ήπια δυο σφηνάκια βότκα και με κόπο συγκρατήθηκα να μην τα βγάλω.

Πήγαμε στο δωμάτιό της. Είχα ξαναπάει σπίτι της αλλά δεν είχα μπει ποτέ στο δωμάτιό της. Τυπικό εφηβικό δωμάτιο. Το περιεργάστηκα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Χ ήρθε και με φίλησε. Τη σταμάτησα. Με κοίταξε. Προκλητικά.

Πρώτο χαστούκι.

Έτριψε το πρόσωπό της. Με κοίταξε πάλι. Προκλητικά.

Δεύτερο χαστούκι.

Της χαμογέλασα. Μου χαμογέλασε. Την χάιδεψα στο πρόσωπο και την φίλησα απαλά στα χείλη. Χαμογελούσε ακόμα όταν τη διέταξα να γονατίσει.

«Όχι» μου είπε. Δεν αντέδρασα, όχι όπως περίμενε. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά. Βγήκα από το δωμάτιο. Την άφησα να με κοιτάζει σα χαζή. Στο άλλο δωμάτιο ο φίλος μου με την κοπέλα του ήταν ακόμα στα παιχνίδια με όλα τα ρούχα. Έφυγα χωρίς να τους καληνυχτίσω.

Την Κυριακή το πρωί κοιμόμουν όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με φώναξε η μάνα μου και μου είπε «Έλα, είναι η Χ στο τηλέφωνο». «Θα την πάρω αργότερα της απάντησα» και συνέχισα τον ύπνο μου.


«Σταμάτα» τη διέταξα. «Σκούπισέ μου τα πόδια και πήγαινε να πλύνεις τα δόντια σου». She knew the drill, ποτέ δεν της επέτρεπα να με πάρει στο στόμα της αφού μου είχε γλείψει τα πόδια. Μου σκούπισε τα πόδια με τα μαλλιά της και πήγε και έπλυνε τα δόντια της. Όταν γύρισε την έβαλα να με τσιμπουκώσει. Απολαμβάνοντάς το –ήταν καλή! – συνέχισα τη διήγησή μου.


Ξύπνησα κατά τις 11:00. Δεν την πήρα τηλέφωνο, πήγα κατευθείαν σπίτι της. Μου άνοιξε την πόρτα. Πέρασα μέσα και πήγα και έκατσα σε μια πολυθρόνα. Ήρθε και κάθισε απέναντί μου.

«Γιατί το έκανες αυτό;» με ρώτησε.

«Γιατί μου άνοιξες;» της απάντησα με άλλη ερώτηση.

Είδα θυμό στο πρόσωπό της. «Που είναι οι τρόποι σου;» τη ρώτησα. «Δε θα μου φτιάξεις ένα καφέ;». Πήγε κάτι να πει αλλά το μετάνιωσε. Με κοίταξε έντονα για λίγη ώρα και σηκώθηκε να πάει να φτιάξει καφέ. Ο πούτσος μου είχε φουσκώσει.

«Γιατί το έκανες αυτό;» με ρώτησε ξανά όταν μου έφερε τον καφέ.

«Επειδή σου ζήτησα να κάνεις κάτι και δεν το έκανες» ήταν η απάντηση που της έδωσα. Πήγε να πει κάτι αλλά την έκοψα: «Εσύ γιατί μου άνοιξες;»

Πάλευε μέσα στο μυαλό της να βρει τις λέξεις αλλά δεν τις έβρισκε. Ξεκινούσε να πει κάτι αλλά σταματούσε. Αποφάσισα να βοηθήσω την κατάσταση. «Έλα εδώ Χ μου» της είπα γλυκά. Ήρθε μπροστά μου. Δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα. Απλά της έπιασα το χέρι και της το φίλησα. Τη χάιδεψα απαλά στη μέση. Την αγκάλιασα και της δάγκωσα παιχνιδιάρικα την κοιλιά πάνω από τα ρούχα. Γέλασε καθώς αυτό τη γαργαλούσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά.

Γονάτισε.

Τη φίλησα όπως ήταν γονατισμένη μπροστά μου. Τη φίλησα με τόσο πάθος όσο δεν την είχα φιλήσει ποτέ στη ζωή μου, σχεδόν της έκοψα την ανάσα. Της έβγαλα το φανελάκι –δεν φορούσε σουτιέν– και της χάιδεψα το στήθος απαλά.

Με κοίταξε.

Κοιτάζοντάς την άρχισα να τις στρίβω τις ρώγες της που είχαν πετρώσει. Έκλεισε τα μάτια της και ξεροκατάπιε ένα ξεφωνητό πόνου. Έπαιξα με τις ρώγες της μέχρι που δάκρυσαν τα μάτια της. Δε με σταμάτησε. Τη σταμάτησα εγώ. Της χάιδεψα απαλά το πρόσωπο και το μαλλί.

Μου τον έπιασε. Δεν το είχε ξανακάνει. Ταράχτηκα. Το κατάλαβε ότι ταράχτηκα αλλά δε σταμάτησε. Ήμουν ανίκανος να μιλήσω από το άγχος και την κάβλα.

«Μην κοιτάζεις» μου είπε με βραχνή φωνή.

Ούτε ένα λεπτό δεν άντεξα. Δεν πρόλαβα καν να την τραβήξω. Πλημμύρισα το στόμα της αλλά ούτε θύμωσε, ούτε αήδιασε. Απλά κατάπιε.
Δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα να τη φιλήσω αλλά σιχαινόμουν. Ήθελα να την πάρω αγκαλιά αλλά την αποστρεφόμουν. Ήθελα να κάτσω αλλά όλο μου το είναι ούρλιαζε «ΦΥΓΕ».

«Σ’ ευχαριστώ» της είπα απλά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να πω.


Με κοίταξε στα μάτια. Πάγια διαταγή αφού τελειώσω. Με κοίταξε στα μάτια και κατάπιε. Μετά χαμήλωσε το βλέμμα της. Μου αγκάλιασε το πόδι και ακούμπησε το κεφάλι της στο γόνατό μου. Μ’ αρέσει αυτό. Μ’ αρέσει και της αρέσει.

Της χαμογέλασα. Τη χάιδεψα απαλά στα μαλλιά.

«Ήταν η πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία. Ήταν η πρώτη εμπειρία μα και κάτι παραπάνω.»

Το βλέμμα μου κοίταξε τις σκιές των δέντρων που διαγράφονταν από το παράθυρο.

«Ήταν η πρώτη μελωδία» συνέχισα. «Η πρώτη από τις τρεις μελωδίες που συνθέτουν τη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.»

Φόβος

Ακινητοποιημένη. Σιωπηλή. Με κοιτάζει. Την αφήνω δεμένη και βγαίνω από το σαλόνι. Πηγαίνω στο δωμάτιο και γυρίζω με μια μεγάλη γυάλα στο χέρι. Την κοιτάζει με δυσπιστία και φρίκη. Πίστευε ότι της έκανα πλάκα.

Έκανε λάθος.

Έβαλα προσεκτικά τη γυάλα δίπλα στο πρόσωπό της. Γούρλωσε τα μάτια της. Αποστρέφει το βλέμμα.

Η ταραντούλα κουνάει τα πόδια της ενοχλημένη στη γυάλα. Την πιάνω προσεκτικά στα χέρια μου και την φέρνω κοντά της. Βάζει μια στριγκλιά. Ξαναβάζω την ταραντούλα στη γυάλα.

«Σε παρακαλώ» μου λέει. «Σε παρακαλώ μην μου το κάνεις αυτό.»

«Φοβάσαι;» τη ρώτησα.

Δεν απαντάει.

«Μήπως προτιμάς να απαντήσεις στον ‘Θρασύβουλα’;» την ρωτάω.

Η ένταση σπάει. Παρά τον φόβο της βάζει τα γέλια.

«Όχι» μου απαντάει. «Δεν φοβάμαι. Σ’ εμπιστεύομαι, δε θα ήμουν εδώ αλλιώς.»

Βγάζω την ταραντούλα από τη γυάλα και την αφήνω στο πάτωμα. Προσέχω να μην την πλησιάσει αλλά η κοπέλα δεν μπορεί να καταπνίξει τον ενστικτώδη φόβο της.

Ξαναμαζεύω την ταραντούλα. Τη βάζω στη γυάλα της και την πηγαίνω πίσω στο δωμάτιο. Επιστρέφω στο σαλόνι και λύνω την κοπέλα. Την βάζω να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ και την παίρνω στην αγκαλιά μου. Της χαϊδεύω καθησυχαστικά το μαλλί.

Κάμποση ώρα αργότερα τραβιέται απαλά και με κοιτάζει. Θέλει κάτι να με ρωτήσει αλλά διστάζει. Την κοιτάζω ενθαρρυντικά. Εξακολουθεί να διστάζει.

«Γιατί το έκανα αυτό;» την ρωτάω κοιτάζοντας την. «Αν είναι αυτή η ερώτησή σου γιατί δεν την κάνεις; Νομίζω ότι είναι απολύτως δικαιολογημένη.»

«Όχι» μου λέει. «Νομίζω πως ξέρω γιατί το έκανες αυτό.»

«Γιατί;» την ρωτάω.

«Για να αποδείξω στον εαυτό μου και σ’ εσένα ότι μπορώ να σ’ εμπιστευτώ.»

«Λάθος» της απαντάω. «Το είχες πει και πιο πριν, αν δεν με εμπιστευόσουν όσο μ’ εμπιστεύεσαι, κακώς είσαι εδώ.»

Δίστασε.

«Όταν σε χτυπάω με τη βίτσα ή το μαστίγιο ή το paddle γιατί το κάνω σε ακανόνιστα διαστήματα;» την ρώτησα.

«Για να με βρεις απροετοίμαστη μου είπε. Για να γίνεται χωρίς να το περιμένω.»

«Σωστά» της απαντώ. «Γιατί όμως;»

«Γιατί αλλιώς θα είμαι προε-» λέει αλλά σταματάει. «Ο φόβος!» μου λέει.

«Ακριβώς» της απαντώ.

Ανάβω ένα τσιγάρο.

«Δεν φοβόσουν ότι θα σου κάνω κάτι με την ταραντούλα όπως δεν φοβάσαι ότι δε θα σταματήσω όταν μου πεις το safeword. »

«Φυσικά» μου λέει.

«Ναι, αλλά δεν μπορείς να τον ελέγξεις, είναι ενστικτώδης.»

«Νόμιζα ότι μου έκανες πλάκα όταν ανέφερες την ταραντούλα» μου είπε.

«Για αστείο το ξεκίνησα» παραδέχτηκα. «Ομολογώ ότι ήταν αρκετά τραβηγμένο αλλά θα άξιζε τον κόπο να έβλεπες τη φάτσα σου όταν έφερα τη γυάλα με τον Θρασύβουλα.»

«Το διασκέδασες» με κατηγόρησε.

Απόρησα.

«Φυσικά» της είπα.

Της τσίμπησα ελαφρά τη ρόγα.

«Ίσως ο Θρασύβουλας να σε κάνει πιο συνεργάσιμη καμιά φορά από τη βίτσα» της είπα.

Χαμογέλασε. Ήξερε ότι αστειεύομαι.

Χαμογέλασα. Σοβάρεψε. Σοβάρεψα. Χαμογέλασε πάλι αποφασίζοντας ότι αστειεύομαι.

«Πες μου μια ιστορία» με παρακάλεσε.

«Αργότερα» της απάντησα. Την έβαλα κάτω και την έδεσα σφιχτά. Μόνο το κεφάλι της μπορούσε να κουνήσει.

«Ξέρεις τι συμβολίζει το δέσιμο;» τη ρώτησα; «Δεν είναι απλό κινκ. Δείχνει την εμπιστοσύνη αυτού που δένεται σε αυτόν που τον δένει. Για να εμπιστευτείς κάποιον πρέπει να τον ξέρεις πολύ καλά.»

Σταμάτησα και άναψα άλλο ένα τσιγάρο.

«Εσύ τι λες, με ξέρεις καλά;» την ρώτησα.

«Ναι» μου είπε χωρίς δισταγμό.

«Για να εμπιστευτείς κάποιον πρέπει να τον γνωρίζεις πολύ καλά» της είπα. «Αλλά πάντα υπάρχει περίπτωση κάτι να σου ξέφυγε.»

Έσκυψα από πάνω της. Της έκλεισα με τα χέρια μου στόμα και μύτη.

«Πόσο σίγουρη είσαι;» τη ρώτησα.

Η μελωδία είχε αρχίσει σιγά αλλά είχε φτάσει η ώρα του πρώτου ξέφρενου κρεσέντο.

Άρχισε να αποζητάει ανάσα. Την κράτησα σφιχτά κάτω.

«Σσσσς» της είπα. «Μην το παλεύεις. Σε λίγα λεπτά θα έχουν όλα τελειώσει.»

Σπαρταρούσε δυνατά τώρα. Μύριζα σχεδόν τον πανικό της.

Τίποτα δεν ήταν τόσο όμορφο όπως τα μάτια της εκείνη τη στιγμή.

Φόβος. Ο υπέροχος, διεγερτικός φόβος, η δεύτερη από τις μελωδίες που συνθέτουν την μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.

Το κρεσέντο είχε φτάσει στην κορύφωσή του.

Την άφησα. Πήρε γρήγορες βαθιές ανάσες. Με κοίταξε πανικόβλητη. Την άφησα να βρει τις ανάσες της και έσκυψα από πάνω της. Η φωνή μου ήταν χαμηλή σαν ψίθυρος. «Πόσο σίγουρη είσαι;» την ρώτησα.

Αχ αυτά τα υπέροχα μάτια της.

Με κοίταξε με την ταραχή της να μην έχει περάσει.

Έσκυψα ξανά από πάνω της. Την χάιδεψα στο πρόσωπο. Έσκυψα και τη φίλησα μα δεν ανταπέδωσε. «Φίλα με» της είπα. «Φίλα εμένα ή φίλα τον Θρασύβουλα.»

Με φίλησε.

Πήγα στο δωμάτιο. Ξαναγύρισα με τη γυάλα. Έβγαλα προσεκτικά την ταραντούλα και την έφερα εκατοστά από το πρόσωπό της. Ούρλιαξε με τρόμο.

«Δεν ήταν πειστικό το φιλί σου μωρό μου» της είπα. «Φίλα με και θέλω να το εννοείς.»

Έσκυψα από πάνω της. Με φίλησε με περισσότερο πάθος.

Τραβήχτηκα. Έπιασα την ταραντούλα.

Έβαλε τα κλάματα. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ» μου είπε.

Το παιχνίδι είχε τελειώσει. Έβαλα την ταραντούλα στη γυάλα και την ξαναπήγα μέσα. Ο Θρασύβουλας μάλλον είχε τρομάξει περισσότερο απ’ όσο η κοπέλα. Το είχε βγάλει επάξια το ψωμί του απόψε.

Πήγα και έπλυνα τα χέρια μου. Γύρισα στο σαλόνι και την έλυσα. Με κοίταζε ακόμα γεμάτη φόβο.

Την αγκάλιασα και τη χάιδεψα. Έπεσε στην αγκαλιά μου και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Την κράτησα και την χάιδευα και την κανάκευα μέχρι να ηρεμήσει.

«Ηρέμησε, μάτια μου» της είπα. «Θα σου πω μια ιστορία.»

Με κοίταξε στα μάτια.

«Ήμουν ακόμα παντρεμένος…» ξεκίνησα να λέω.


Είχα κουραστεί πολύ να την ψήσω μέσα στο irc. Έκανα το «δικτυακό» σκλάβο κανένα μήνα περιμένοντας ευκαιρία να την ξεμοναχιάσω. Βγαίναμε έξω και έκανα το κορόιδο. Δεν ήταν κακή κοπέλα. Δεν το είχε ωστόσο. Δεν ήταν αφέντρα. Προσπαθούσε είναι η αλήθεια. Για το ότι ήταν τοπ δεν είχα λόγο να αμφιβάλω ωστόσο δε μου είχε δοθεί η ευκαιρία να το διαπιστώσω.

Μετά από δυο-τρεις καφέδες δέχτηκε να έρθει σπίτι μου. Παντρεμένος ήμουν, η γυναίκα μου θα γύριζε το βράδυ, σε πολυσύχναστο μέρος έμενα, δεν είχε λόγο να ανησυχεί.

Της άνοιξα και μπήκε μέσα.

«Δείξε μου το σπίτι σου» με διέταξε.

«Μάλιστα Κυρία» της είπα και της έκανα περιήγηση. Μετά πήγαμε στο σαλόνι. Με διέταξε να πάω να της φτιάξω γαλλικό καφέ. Της είπα ότι δεν είχα γαλλικό καφέ. Το θεώρησε ευκαιρία για παιχνίδι. Με διέταξε να πάω να της φτιάξω ζεστή σοκολάτα. Της είπα «Μάλιστα» και πήγα στην κουζίνα. Γύρισα με την κούπα και γονάτισα μπροστά της.


Γέλασε. «Μου φαίνεται πολύ δύσκολο να σε φανταστώ ως sub μου είπε.»

«Κάπου εδώ πρέπει να τριγυρνάει ο Θρασύβουλας» της είπα.

Γέλασε ξανά. «Το βουλώνω» μου είπε. «Συνέχισε σε παρακαλώ.»


«Ορίστε Κυρία, η σοκολάτα σας.»

Ήπιε μια γουλιά. Της άρεσε. «Ωραία είναι. Τελικά δεν είσαι τόσο άχρηστος όσο δείχνεις.»

«Σας ευχαριστώ Κυρία» της είπα.

Μου έβαλε τα πόδια της στη μούρη. «Γλείψε μου τα πόδια» με διέταξε.

Πήρα το πόδι της στα χέρια μου. Το κοίταξα.

«Όχι» της είπα.

Νόμιζε ότι παίζω. Μου τράβηξε μια δυνατή σφαλιάρα λέγοντας «Θα κάνεις αυτό που σου λέω, σκουλήκι».

Σηκώθηκα απότομα. Την έπιασα από το μαλλί. Την τράβηξα από το μαλλί και την πέταξα από τον καναπέ.

«Έτσι και το ξανακάνεις αυτό θα στο κόψω το χέρι και θα στο βάλω να το φας»

Πήγε να σηκωθεί εξοργισμένη αλλά καθώς το έκανε της τράβηξα μια ξανάστροφη. Έχασε την ισορροπία της. Τράβηξα ένα σουγιαδάκι που είχα στην τσέπη μου και το άνοιξα. Δεν το είδε.

«Ένα μήνα ακούω τις μαλακίες σου» της είπα σχεδόν ψιθυριστά. «Ένα μήνα τις υπέμεινα περιμένοντας μια τέτοια στιγμή.»

Προσπάθησε να σηκωθεί.

«Έτσι και κάνεις οτιδήποτε» μου είπε «θα βάλω τις φωνές. Θα σηκώσω την πολυκατοικία στο πόδι.»

Δεν τα κατάφερε.

Η σφαλιάρα που έφαγε βρήκε και πρόσωπο και μύτη. Έπεσε από τη δύναμη του χτυπήματος. Έσκυψα από πάνω της και της έβαλα το σουγιά στο λαιμό.

«Έτσι και βγάλεις κιχ θα σε κάνω τεύχη» της είπα. «Πριν να κάνεις την Μίστρες» συνέχισα «θα έπρεπε να βεβαιωθείς ότι μπορείς να επιβληθείς στον άλλον, ειδικά όταν ο άλλος έχει μεγαλύτερη σωματική δύναμη από εσένα. Η κυριαρχία είναι παιχνίδι μυαλού κι εσύ βιάστηκες. Πολύ.»

Της πίεσα το σουγιά στο λαιμό.

Την κοίταξα στα μάτια. «Έχεις υπέροχα μάτια» της είπα. «Γεμάτα συναίσθημα».

Την σήκωσα και την πήγα στον καναπέ. Την έβαλα και κάθησε δίπλα μου. Πήρα το τηλεκοντρόλ και άνοιξα το ραδιόφωνο. Ένας dj της πυρκαγιάς έπαιζε μουσική της κακιάς ώρας. Την κοιτούσα. Ένιωθε σαν παγιδευμένο ζώο.

«Τώρα θα διασκεδάσουμε» της είπα μαλάζοντάς της το στήθος. «Κατάλαβες;»
Δεν απάντησε.

Πίεσα τον σουγιά στο λαιμό της. «Κατάλαβες;»

«Ναι» είπε.

«Και μου το παίζεις και μίστρες» της είπα περιφρονητικά χτυπώντας την στο πρόσωπο. «Κατάλαβες;»

Δάκρυ.

«ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;»

«Μάλιστα» μου είπε.

Της σκούπισα τα μάτια. «Από εδώ και πέρα αν βγάλεις άχνα…»

Άφησα την απειλή να αιωρείται. Τη χούφτωσα στο στήθος. Το πρόσωπό της ήταν παγωμένο αλλά δεν τραβήχτηκε.

«Γδύσου εντελώς από πάνω» τη διέταξα.

Τα μάτια της δεν έδειχναν φόβο. Ήττα έδειχναν.

«Σε παρακαλώ» μου είπε. Δεν απάντησα. «Σε παρακαλώ».

Δάκρυα.

«Κάτι σου είπα» της γάβγισα.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» με ρώτησε.

«Δεν είναι προφανές;» της ανταπάντησα.

Δίστασε.

Την ξαναχτύπησα.

Υπάκουσε.

Της χούφτωσα και τα δυο της στήθη. Απέστρεψε το βλέμμα της.

«Κοίτα με πουτανάκι» της είπα. «Το παιχνίδι μόλις άρχισε.»

Τις έστριψα τις ρώγες αλλά δεν τόλμησε να φωνάξει. Με κοίταξε στα μάτια.

«Σε συμπαθώ ξέρεις» της είπα. «Ώρες-ώρες μου έσπαγες τ’ αρχίδια αλλά αυτό φαντάζομαι ότι είναι μέρος του πακέτου. Σε άλλους μπορεί να άρεσε, σε μένα όχι.»

«Γιατί το κάνεις αυτό;» με ξαναρώτησε.

«Πολλά ρωτάς» της είπα. Την έπιασα και την έβαλα να γονατίσει μπροστά μου.

«Μη διανοηθείς να κάνεις καμιά μαλακία» της είπα πριν τον βάλω όλο στο στόμα της.

Πνίγηκε. Της ήρθε αναγούλα.

«Σάλιωσέ τον καλά» της είπα. «Σάλιωσέ τον καλά, για το καλό σου».

Τραβήχτηκα. «Βγάλε τη φούστα σου» της είπα.


Η κοπέλα με κοίταξε στα μάτια με δυσπιστία. Και φόβο. Κάτι πήγε να πει αλλά τη διέκοψα. «Θα ακούσεις όλη την ιστορία πρώτα» της είπα. «Ό,τι έχεις να πεις, πες το μετά.»


Δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίος ο κώλος της. Δε μ’ ένοιαξε.

«Δάγκωσε το μαξιλάρι» τη διέταξα. Υπάκουσε.

Μπήκα μέσα της. Ένα πνιγμένο βογκητό ακούστηκε. Ξαναβγήκα έξω και ξαναμπήκα. Αυτό το «μμμ» με ξετρέλαινε. Συνέχισα να την παιδεύω κάμποση ώρα…

Τέλειωσα και την άφησα να ντυθεί. Σηκώθηκε αργά.

«Μπορώ να φύγω» με ρώτησε.

«Και ποιος σ’ εμποδίζει;» την ρώτησα.

Δεν απάντησε.

«Πριν φύγεις θέλω να σου υπενθυμίσω κάτι» της είπα. «Ήρθες στο σπίτι ενός άντρα για να παίξεις και να πηδηχτείς. Αλλιώς το φανταζόσουν αλλά αυτό ακριβώς συνέβη. Έχω τα μηνύματά σου. Έχω τα e-mail σου.»

Δεν απάντησε. Με κοίταξε εξοργισμένη.

«Ας πρόσεχες» της είπα.

Κάτι πήγε να πει αλλά το μετάνιωσε. Σηκώθηκε και έφυγε βροντώντας την πόρτα. Δεν την ξαναείδα. Κανείς δεν ήρθε ποτέ να μ’ ενοχλήσει γι αυτό που έγινε εκείνη τη νύχτα.


Η κοπέλα με κοίταξε έκπληκτη και με φόβο. Ο φόβος είχε επιστρέψει. «Έκανες τέτοιο πράγμα» με ρώτησε;

Την κοίταξα στα μάτια.

«Πόσο καλά με ξέρεις;» τη ρώτησα

Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

«Δεν πιστεύω ότι το έκανες μου είπε. Είσαι μυστήριο τρένο αλλά δεν είσαι τέτοιος.»

Χαμογέλασα. Τη χάιδεψα στα μαλλιά. Δεν της είπα ποια είναι η αλήθεια και ούτε σκοπεύω να το κάνω.

Όχι ακόμα.

Πόνος

Θυμήθηκα.

Κόσμος μαζεμένος στο σπίτι. Γνωστοί και άγνωστοι ανακατεμένοι. Όλοι με κοιτούν και με παίρνουν αγκαλιά και μου χαϊδεύουν το κεφάλι.

Κλαίω.


Είχε έρθει πάλι. Πάλεψα ώρες με το δαίμονα αλλά όπως κάθε φορά έχασα.

«Εσύ φταις» μου έλεγε. «Εσύ, εσύ, εσύ»

«ΟΧΙ»

«ΟΧΙ, φύγε! Φύγε»

«Φύγε»

«Εσύ φταις»

Είχε έρθει πάλι.

«Όχι, όχι…» έλεγα μέσα σε λυγμούς. «Όχι»

Πήρα την καρφίτσα και την έχωσα στο ούλο πίσω από τον τραπεζίτη. Δάκρυσα από τον πόνο αλλά την έβαλα μέσα και το σκάλισα. Έκλαιγα. Αίμα έτρεχε από το στόμα μου.

«Όχι, όχι, όχι» φώναζε στο Δαίμονα του αλλά ο δαίμονάς του είναι σκληρός αφέντης. Δεν ακούει. Δεν δείχνει έλεος.

«ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» του λέει. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ».


Η κοπέλα είναι γυμνή και καθισμένη στα τέσσερα. Το κεφάλι της και τα χέρια της είναι ακινητοποιημένα σ’ ένα ξύλινο κατασκεύασμα.

«Έχω την κατάλληλη μουσική για την περίσταση» της λέω. Η κοπέλα δε λέει τίποτα, απλά κλαίει. «Σε παρακαλώ… Σε παρακαλώ…»

«Σκάσε» της λέω. «Εσύ φταις»

«Δεν έκανα τίποτα. Δεν σε ξέρω. Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ…»

Βγάζω τη ζώνη μου και τη χτυπάω με όλη του τη δύναμη. Η κοπέλα ουρλιάζει.
«ΜΕΤΡΑ ΠΟΥΤΑΝΑ» της φωνάζω. Την ξαναχτυπάω με όλη μου τη δύναμη. «ΜΕΤΡΑ»

«Ένα» λέει η κοπέλα μέσα στους λυγμούς της.

Αφρίζω.

«ΜΑΘΕ ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ ΑΧΡΗΣΤΗ»

Δεν προλαβαίνει να μετρήσει. Την χτυπάω απανωτά και με λύσσα. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ. ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ»

Τη χτυπάω μέχρι που το χέρι μου κουράζεται. Το δέρμα της είναι αλλού κόκκινο, αλλού ξεσκισμένο και τρέχει αίμα. Δεν μιλάει, έχει λιποθυμήσει.

Κάθομαι βαρύς σε μια καρέκλα. Το στόμα μου πονάει.


Τρέχει στην κουζίνα και χώνεται κάτω από το τραπέζι. Κλείνει με τα χέρια του τα αφτιά του για να μην ακούει τις φωνές. Δεν θέλει να τον βρουν. Δεν θέλει να δουν πως αυτός φταίει. Ακούει τη φωνή του πατέρα του. «Πού είναι το παιδί;». Δεν μπορεί να κρατηθεί. Κλαίει. Ο πατέρας του χώνεται κάτω από το τραπέζι και βλέπει το αγοράκι που έχει κυλιστεί στο πάτωμα και κλαίει. Δεν χωράει καλά καλά αλλά κάθεται δίπλα του. Το παίρνει στην αγκαλιά του και προσπαθεί να το ησυχάσει ενώ το αγοράκι κλαίει με τρομερούς λυγμούς που του κόβουν την ανάσα.


Ο δαίμονάς του γύρισε.

«Άσε με». «Φύγε, φύγε.»

«Εσύ φταις. Το ξέρεις πως εσύ φταις. Το ξέρεις.»

«Όχι, όχι» λέει κλαίγοντας. «Όχι, ήμουν μικρό παιδί». «Όχι, όχι, όχι»

«Φύγε! Φύγε!»

«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να φύγω» του απαντάει.

«Όχι, όχι. Δε θα το κάνω. Φύγε, φύγε».

«Εσύ φταις» του λέει ο δαίμονας.


Επιστρέφει στο δωμάτιο.

Η κοπέλα είναι δεμένη γυμνή πάνω στο μεταλλικό τραπέζι. Ακινητοποιημένη και φιμωμένη. Τον κοιτάζει με τρόμο.

Πλησιάζει και την ξεφιμώνει. Την κοιτάζει με πρόσωπο παραμορφωμένο από τη λύσσα. «ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» της ουρλιάζει. Η κοπέλα κλαίει.

«Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ»

Η αδυναμία της τον τρελαίνει.

«ΣΚΑΣΕ ΚΑΡΙΟΛΑ. ΣΚΑΣΕ»

Της ρίχνει γροθιά στο πρόσωπο. Η μύτη της ματώνει.

Η κοπέλα κλαίει. Βάζει κι αυτός τα κλάματα.

«Συγνώμη, συγνώμη» της ζητάει. «Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με. Δε φταίω εγώ, δε φταίω.»

«ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ» του λέει ο Δαίμονας. «ΕΣΥ»

Γυρνάει ξαφνιασμένος. «ΟΧΙ! ΦΥΓΕ»

Η κοπέλα τον παρακολουθεί να παλεύει με το δαίμονά του.

«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» του λέει ο δαίμονας. «Κάντο».

«ΟΧΙ! ΟΧΙ! Δε φταίει εκείνη. Ούτε εγώ φταίω. Παιδάκι ήμουν.»

«ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ» του λέει ο δαίμονας.

Πέφτει κάτω. Κλείνει τ’ αφτιά του αλλά δεν μπορεί να σκεπάσει την απόκοσμη μελωδία που βγαίνει από το στόμα του δαίμονα. Τον μαγεύει.

Η μελωδία του πόνου. Η τρίτη μελωδία που συνθέτει τη μπαλάντα των σκοτεινών πόθων.

Σηκώνεται σαν αυτόματο. Παίρνει το νυστέρι και αρχίζει να κόβει την κοπέλα. Εκείνη ουρλιάζει από τον πόνο και τη φρίκη.

Η μελωδία σκεπάζει τις κραυγές της.

Το όνομα της μπαλάντας

Σταματάει το κόψιμο. Η κοπέλα έχει λιποθυμήσει.

«ΓΑΜΑ ΤΗΝ» του ουρλιάζει ο δαίμονας. «ΓΑΜΑ ΤΗΝ»

Τη χαϊδεύει παντού γεμίζοντας αίματα. Η κοπέλα βρίσκει και χάνει τις αισθήσεις της. Δεν την έχει κόψει πολύ. Περιποιείται τις πληγές της. Την περιμένει να συνέλθει.

«ΓΑΜΑ ΤΗΝ. ΓΑΜΑ ΤΗΝ»

Της δίνει να πιει πορτοκαλάδα. Η κοπέλα ρουφά άπληστα με το καλαμάκι το υγρό. Πνίγεται. Βήχει. Της χαϊδεύει τα ματωμένα μαλλιά της. Της ξαναδίνει πορτοκαλάδα και την περιμένει να την πιει.

«Σε παρακαλώ άφησέ με να φύγω» του λέει η κοπέλα. «Δε θα πω τίποτα σε κανέναν. Σε παρακαλώ.»

Κατεβάζει το παντελόνι του. «Γλύψε την» της λέει. «Γλύψε την αν αγαπάς τη ζωή σου».

Την μαγαρίζει από το στόμα. Η κοπέλα προσπαθεί να μην πνιγεί. Δεν μπορεί να κουνήσει τίποτα πέρα από το κεφάλι της αλλά προσπαθεί. Προσπαθεί για τη ζωή της.

Μια σιγανή μελωδία ξεκινάει. Παίρνει το νυστέρι και της το κολλάει στο λαιμό. «ΓΛΥΨΕ ΠΟΥΤΑΝΑ» της λέει. «ΡΟΥΦΑ». Την χαράζει πολύ ρηχά. «Αν με δαγκώσεις θα σε κόψω σε κομματάκια» της λέει. «ΡΟΥΦΑ». Μια δεύτερη μελωδία και μετά μια τρίτη.

Κλείνει τα μάτια του. Η απόκοσμη μουσική έχει αποκτήσει μια δαιμονική χροιά.

Στο σώμα του γίνεται μια έκρηξη. Εκσπερματώνει. Ακριβώς πάνω στο κρεσέντο.

Τραβιέται. Παίρνει το μαχαίρι και της κόβει το λαιμό.

Παρακολουθεί τη ζωή να σβήνει από τα μάτια της.

Το κρεσέντο σταματά. Το αίμα κυλάει από τον κομμένο λαιμό ενώ τα νεκρά μάτια ατενίζουν το άπειρο.

Υποταγή. Φόβος. Πόνος. Είναι οι τρεις μελωδίες που συνθέτουν τη μπαλάντα, την απόκοσμη,  δαιμονική μπαλάντα των σκοτεινών πόθων...

Το όνομά της είναι Θάνατος.

Friday, September 17, 2010

Κάνε μια ευχή

«Κάνε μια ευχή» μου είπε χαμογελώντας.

Κοίταξα το υπέροχο, γλυκό πρόσωπό της και τα μάτια της που έλαμπαν από έρωτα. Τι άλλο μπορούσε να ευχηθεί κανείς;

<κενό>

Σκοτάδι. Σκοτάδι και πόνος… αφόρητος πόνος.

<κενό>

«Σ’ αγαπάω» φωνάζει. «Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω».

Βάζω τα γέλια. Οι περαστικοί μας κοιτάνε καλά-καλά. «Μ’ αγαπάει» τους λέω απολογητικά. Σηκωνόμαστε από το παγκάκι και περπατάμε χεράκι-χεράκι σαν ερωτοχτυπημένοι έφηβοι. Η νύχτα που έρχεται είναι γλυκιά και γεμάτη υποσχέσεις. Ο κόσμος μας ανήκει. Νιώθω τόσο ευτυχισμένος που θέλω να βάλω τα κλάματα.

<κενό>

Κάτι με πιέζει. Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μου αλλά δεν βλέπω παρά μια μαύρη θολούρα. Κάπου στο βάθος ακούω φωνές. Μπορεί να είναι δίπλα μου μπορεί να είναι στην άλλη άκρη του κόσμου. Δεν μπορώ να εντοπίσω την πηγή τους.

Και πόνος. Αφόρητος πόνος.

<κενό>

Έχει φουντώσει. Υπερασπίζεται με πάθος τη θέση της μετουσιώνοντας το θυμό της ψυχής της σε λέξεις. Ο φουκαράς ο συνομιλητής της δεν είχε καμία ελπίδα. Σε μια παύση κι ενώ ο άλλος προσπαθεί να ανασυνταχτεί της χαϊδεύω το χέρι προσπαθώντας να την ηρεμίσω. «Συγνώμη λίγο» λέει στον ‘αντίπαλό’ της και γυρίζει προς τα μένα. Δεν λέει λέξη, απλά με πιάνει αγκαλιά και με φιλάει. Θεέ μου, νιώθω την ψυχή μου να ρουφιέται σ’ αυτό το φιλί. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάς τόσο πολύ έναν άνθρωπο; Να τον αγαπάς τόσο πολύ που να πονάς;

<κενό>

Εξακολουθώ να μην μπορώ να δω τίποτα. Ακούω φωνές, είναι κοντά μου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω λέξεις. Ανασαίνω με δυσκολία. Δεν θέλω να ανασαίνω πεθαίνω στην κάθε ανάσα.

Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Το μυαλό μου αρνείται να λειτουργήσει.

<κενό>

Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού. Αφήνω τα κλειδιά στο τραπεζάκι του χολ και προχωράω στο διάδρομο. Το σαλόνι είναι άδειο και σκοτεινό. Πάω στην κουζίνα και βάζω ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Επιστρέφω στο σαλόνι και σωριάζομαι σε μια πολυθρόνα χωρίς να βγάλω το σακάκι, χωρίς καν να μπω στον κόπο να ξεσφίξω τη γραβάτα. Δύσκολη μέρα στη δουλειά. Βγάζω το κινητό μου και την παίρνω τηλέφωνο. Το κινητό της είναι κλειστό. Δοκιμάζω στο σταθερό αλλά δεν απαντάει. Κλείνω τα μάτια μου.

Νιώθω μια παρουσία. Γυρνάω και τη βλέπω να με παρατηρεί από την πόρτα του σαλονιού.

«Μπου!» μου λέει.

Χαμογελάω.

«Σε περίμενα στο δωμάτιο» μου λέει. Δεν απαντάω. «Δύσκολη μέρα στη δουλειά, ε;» με ρωτάει. Συνεχίζει πριν προλάβω να της απαντήσω «Για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό.». Έρχεται και γονατίζει μπροστά μου.

«Αφέντη μου» μου λέει. «Επέτρεψε στη φτωχή σκλάβα να σε περιποιηθεί όπως σου αξίζει».

Τα μάτια μου είναι κλειστά. Το χέρι είναι μου στο κεφάλι της και το χαϊδεύει καθώς εκείνο ανεβοκατεβαίνει προσφέροντάς μου ηδονή.

Έκρηξη.

Κουμπώνω το φερμουάρ μου. Έχει γύρει το κεφάλι της στο μπούτι μου. Εξακολουθώ να της χαϊδεύω αφηρημένα το μαλλί.

«Σήκω πάνω» τη διατάζω.

Σηκώνεται.

«Με τρόμαξες» την κατηγόρησα. «Αυτό το μπου μου έχει προκαλέσει ψυχολογικά τραύματα και δεν ξέρω πως θα καταφέρω αύριο να πάω στη δουλειά. Γι αυτό θα τιμωρηθείς με αιδοιολειχία.»

«Είσαι σκληρός και άκαρδος αφέντης» μου λέει. «Είσαι σκληρός και άκαρδος αλλά μίλησες. Η σκλάβα θα συμμορφωθεί».

Πάμε στο δωμάτιο. Τη γδύνω και την βάζω να ξαπλώσει.

«Δε βγάζεις τουλάχιστον τη γραβάτα;» με ρωτάει.

Δεν πάει να γαμηθεί και η γραβάτα λέω μέσα μου.

«Σκασμός απείθαρχη σκλάβα» της λέω.

«Μάλιστα αφέντη» απαντάει.

Λίγη ώρα μετά τη νιώθω να τραντάζεται. Κάθε της τράνταγμα μια χαρά, κάθε της στεναγμός και ένας μικρός θρίαμβος.

Θεέ μου πόσο την αγαπάω.

<κενό>

Ακούω μέταλλο να τσακίζεται.

Πόνος. Αφόρητος πόνος. Θεέ μου σε ποια κόλαση μ’ έριξες;

<κενό>

«15» λέει με σπασμένη φωνή. «16… 17… 18…». Έχει δακρύσει αλλά δεν λέει τη λέξη. «22… 23…». Η βίτσα προσγειώνεται ξανά και ξανά και ξανά στους γλουτούς της. Ακούω το κλάμα της. Με άλλες θα ήταν πρόκληση να την φτάσω να πει τη λέξη. Μ’ εκείνη μου είναι απλά αδύνατο.

Πού πήγε ο σαδισμός μου;

Σκύβω και τη φιλάω. Με τη γλώσσα μου διατρέχω κάθε σημείο που άγγιξε η βίτσα.

Κλαίει ακόμα. Ξαπλώνω δίπλα της και την παίρνω στην αγκαλιά μου. Δεν κάνουμε σεξ. Μας παίρνει ο ύπνος αγκαλιά.

Ξημέρωσε Σάββατο.

<κενό>

Δεν έχω αίσθηση του χρόνου. Μόνο του πόνου. Μια άχρονη αιωνιότητα πόνου.

<κενό>

Φθορά. Αιώνιος έρωτας και τρίχες κατσαρές. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Και όλα τα φθείρει. Πανδαμάτωρ τον ονομάζουν. Πανcorruptor τον έλεγα κοροϊδευτικά.

Κοίταξα το υπέροχο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα θλίψη. Δεν τα φώτιζε πια ο έρωτας.

Πού χάσαμε το δρόμο;

Η καρδιά μου έχει βουλιάξει. Δυστυχώς ο χρόνος έφθειρε μόνον τον έναν.

Τι να κάνεις;

Τη φιλάω απαλά στα χείλη πριν φύγω. «Αντίο» της λέω. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και φεύγω τρέχοντας.

<κενό>

Ανοίγω τα μάτια μου. Φώτα. Πονάνε. Τα κλείνω και τα ξανανοίγω. Θολά πρόσωπα. Κάποιο γαβγίζει διαταγές. Δεν καταλαβαίνω τι λέει μόνο τον τόνο της φωνής του πιάνω. Δεν μπορώ να εστιάσω το βλέμμα μου. Τα ξανακλείνω και βυθίζομαι σ’ ένα σύμπαν πόνου.

<κενό>

Κάνε μια ευχή.

<κενό>

Να τελειώσουν όλα.

Monday, September 13, 2010

Η τιμωρία

Τον βρήκα να κάθεται στο πεζούλι της παλιάς γέφυρας. Με τα πόδια έξω κοίταζε το γκρεμό κάτω και δεν έδειχνε να δίνει σημασία στο τι γινόταν γύρω του. Τον πλησίασα ανήσυχος μα δεν γύρισε καν να με κοιτάξει.

- "Καλησπέρα" του είπα αβέβαιος. "Σκέφτεσαι να πηδήξεις;" τον ρώτησα μισο-αστεία μισο-σοβαρά.

Γύρισε και με κοίταξε με αυτό το αιώνιο παιδικό του χαμόγελο. Η μάσκα. Έτσι την έλεγε.

- "Ο Νίτσε είχε πει πως αν κοιτάξεις καλά την Άβυσσο πρέπει να προσέξεις γιατί θα σε κοιτάξει κι αυτή".

Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Ανησυχούσα πραγματικά. Είχε υψοφοβία και το να κάθεται έτσι στην άκρη του γκρεμού με γέμιζε φόβο. Δοκίμασα να αστειευτώ.

- "Προσπαθείς να κατανικήσεις την υψοφοβία σου;" τον ρώτησα.

- "Όχι" απάντησε και ξαναγύρισε το κεφάλι του προς το γκρεμό. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Γύρισε πάλι το κεφάλι και μου χαμογέλασε.

- "Αρχίζεις και με φρικάρεις" του είπα.

Δεν απάντησε απλά ξανακοίταξε το ξεροπόταμο 50 μέτρα πιο κάτω.

Άρχισε να μου μιλάει ξαφνικά. Μπορεί να μην μιλούσε καν σε μένα, μπορεί να τα έλεγε στον εαυτό του.

- "Ήταν μια διαβολεμένη εβδομάδα. Κι όμως είχε ξεκινήσει γεμάτη υποσχέσεις."

Σταμάτησε.

- "Συνέχισε" τον παρότρυνα. Σπάνια ανοιγόταν. Εξαιρετικά σπάνια.

- "Αυτό μόνο" μου είπε.

Σιωπή.

- "Τι έγινε; Τι σου συνέβη;"

- "Δεν έχει σημασία" μου είπε.

- "Πώς δεν έχει σημασία; Μία ώρα τη νύχτα κάθεσαι στο χείλος του γκρεμού με τα πόδια έξω και μου λες δεν έχει σημασία; Με φρικάρεις ρε, δεν το καταλαβαίνεις;"

- "Φοβάσαι;" με ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει.

- "Ανησυχώ" του είπα. "Ναι, φοβάμαι. Με φοβίζεις έτσι όπως κάθεσαι."

- "Δεν έχεις ιδέα τι θα πει φόβος" μου είπε.

Δεν ήξερα τι να πω.

- "Σε παρακαλώ" του είπα "πες μου τι έχεις."

Η απάντησή του με κοκάλωσε. Φαίνεται τόσο ανόητο αλλά μα τω Θεώ μου σηκώθηκαν οι τρίχες στο σβέρκο.

- "Εμένα" μου είχε πει.

Δίστασα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν εννοούσε ότι ένιωθε μοναξιά. Τον ρώτησα ωστόσο για να είμαι σίγουρος. Δεν ήταν κατάσταση για να την αφήσεις στην τύχη της.

- "Μέρος του πακέτου. Αλλά όχι το μεγαλύτερο."

- "Τότε τι;"

- "Φοβάσαι;" με ξαναρώτησε.

Αρχικά εκνευρίστηκα με την ερώτηση αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα που το πήγαινε.

- "Εσύ φοβάσαι;" τον ρώτησα.

- "Τώρα όχι" μου είπε. "Αλλά ένιωσα φόβο. Όχι, όχι απλά φόβο. Ένιωσα τρόμο."

- "Με τι" τον ρώτησα σχεδόν σίγουρος για την απάντηση.

- "Με εμένα" μου απάντησε επιβεβαιώνοντας με.

- "Πες μου σε παρακαλώ τι σου συνέβη. Για όνομα του Θεού, μίλα μου."

- "Ήταν μια διαβολεμένη εβδομάδα. Κι όμως είχε ξεκινήσει γεμάτη υποσχέσεις."

- "Τι χάλασε;" τον ρώτησα.

- "Δεν έχει σημασία. Κάτι πήγε στραβά. Συμβαίνει. Σημασία έχει το μετά... το μετά και η διαχείρισή του."

Με κούραζε, πάντα με κούραζε η κρυψίνοια του αλλά δεν τολμούσα να δείξω τον εκνευρισμό μου.

Γύρισε και με κοίταξε. "Θυμάσαι τι σου είχα πει για το S/m;" με ρώτησε.

- "Γι αυτό μου έχεις πει πολλά" του απάντησα. "Ποιο απ' όλα;"

- "Μια από τις βασικές αρχές" μου είπε.

Τρόμαξα. Πάντα ήξερα ότι ήταν "κάπως" και ένας θεός ήξερε τι είχε κάνει.

- "Τη συναίνεση;" τον ρώτησα; "Έκανες κάτι-".

Με διέκοψε.

- "Όχι τη συναίνεση. Υπάρχει και μια άλλη βασική αρχή" μου είπε.

Μπερδεύτηκα. Προσπαθούσα να σκεφτώ αλλά δεν έβρισκα την άκρη.

- "Δεν... δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι."

- "Θυμάσαι το παραμύθι με τις τρεις συμβουλές;" με ρώτησε.

- "Ναι" του απάντησα. "Το θυμάμαι".

- "Την τελευταία συμβουλή τη θυμάσαι;" με ξαναρώτησε.

Προσπαθούσα να τη θυμηθώ αλλά δε χρειάστηκε. Μου την είπε ο ίδιος με φωνή κασέτας από παιδικό παραμύθι.

- "Τον αποψινό θυμό φύλαξέ τον το πουρνό."

Κάτι έκανε μέσα μου κλικ.

- "Α, ναι, τώρα θυμήθηκα. Ποτέ μην ξεσπάσεις τα νεύρα σου εκεί. Ποτέ μην το κάνεις οργισμένος."

Έγνεψε.

"Ωχ" σκέφτηκα μέσα μου.

- "Της ψυχής τα σημάδια" μου είπε "είναι σαν τα στίγματα του Ανάμ. Όσο και αν τα τρίψεις, όσο και αν τα κάψεις δεν σβήνουν. Είναι πάντα εκεί να σου θυμίζουν..."

Άφησε τη φράση στη μέση.

- "Χθες άφησα κι εγώ ένα σημάδι" είπε στενάζοντας.

Δεν μίλησα.

- "Τι έκανες;" τον ρώτησα

- "Δεν έχει σημασία" μου είπε. "Σημασία έχει ότι είναι ασυγχώρητο."

- "Τι έκανες;" επέμεινα.

Δεν απάντησε.

Σιωπή.

- "Έχεις διαβάσει τον Έλρικ του Μελνιμπονέ;" με ρώτησε.

Ναι, τον είχα διαβάσει. Και τα πέντε βιβλία. Δεν του απάντησα αλλά εκείνος συνέχισε.

- "Θυμάσαι το 'Ταξιδιώτης στις θάλασσες της μοίρας';'

Τα είχα διαβάσει πριν πολύ καιρό. Δεν το θυμόμουν.

- "Κάπου εμφανίζεται ένας πρόγονος του Έλρικ. Ο Σαζίφ Ντ' Ααν" συνέχισε.

Δεν έγινε το κλικ μέσα μου.

- "Θύμησέ μου" του είπα.

- "Ο Σαζίφ Ντ'Ααν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους μάγους του Μελνιμπονέ. Μέχρι που ερωτεύτηκε, κάτι το εξαιρετικά σπάνιο για έναν Μελνιμπόνιο. Θυμάσαι; Δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι. Ήταν μια άλλη ράτσα. Μια ράτσα σκληρή, μελαγχολική, αχαλίνωτη. Πέρα και έξω και μακριά από το ανθρώπινο <<καλό>> και <<κακό>>. Χωρίς τα συναισθήματα όπως εμείς τα αντιλαμβανόμαστε. Υπηρέτες του Χάους. Τέλος πάντων, ο Σαζίφ Ντ' Ααν ερωτεύτηκε μια σκλάβα που προοριζόταν για τη μουσική των βασανιστηρίων ή για κάποιο πείραμα, δε θυμάμαι. Την λάτρεψε, εγκατέλειψε τη μαγεία, εγκατέλειψε την ίδια του τη φύση για εκείνη. Έφυγαν μαζί από το ονειρεμένο Ίμρρυρ. Εκείνη δεν έδειχνε κάτι πέρα από μια ευγενική στοργή. Δεν έδειχνε να τον αγαπούσε ή να τον είχε ερωτευτεί. Υπήρχε κάποιος άλλος πιο παλιά. Ο Κάρολακ. Πριν την απαγάγουν και την πουλήσουν στους Μελνιμπόνιους είχε δώσει όρκους πίστης στον Κάρολακ. Όταν έμαθε για την απαγωγή της κίνησε γη και ουρανό για να τη βρει. Τελικά τη βρήκε στο χαρέμι του Ντ' Ααν αλλά η κοπέλα αντιστάθηκε στην απελευθέρωσή της. Ο Κάρολακ νόμιζε ότι απλά είχε παγιδευτεί στην ίδια της τη σκλαβιά που της είχε επιβληθεί -αυτό που λέμε σύνδρομο της Στοκχόλμης- οπότε την πήρε μαζί του με το ζόρι πιστεύοντας ότι θα γιατρευτεί."

Σταμάτησε τη διήγηση. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο καπνό και πήγε να στρίψει ένα τσιγάρο. Το φιλτράκι του έπεσε στο γκρεμό. Βλαστήμησε, έβγαλε άλλο ένα και αυτή τη φορά κατάφερε να στρίψει το τσιγάρο. Το άναψε και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά".

- "Ο Ντ' Ααν τρελός από έρωτα και ζήλεια τους κυνήγησε ανελέητα μέχρι που τους έπιασε. Έσφαξε ή μάγεψε τον Κάρολακ -δεν το ξεκαθαρίζει- και πήρε την σκλάβα και γύρισαν στο Ίμρρυρ. Τυφλωμένος από τη ζήλια διέταξε το θάνατό της στον Τροχό του Χάους. Τα κόκαλά της έσπασαν ένα ένα και η κοπέλα πέθαινε φρικτά και βασανιστικά για μέρες. Το δέρμα της είχε αρχίσει να αποκολλάται και ο Ντ' Ααν παρακολουθούσε κάθε στιγμή του μαρτυρίου της. Έκανε όλων των ειδών τα ξόρκια και τις μαγείες που ήξερε για να την κρατήσει ζωντανή, για να παρατείνει το μαρτύριό της. Όταν και τα μάγια δεν ήταν πια αρκετά για να την κρατήσουν ζωντανή ο Σαζίφ Ντ' Ααν διέταξε να την κατεβάσουν από τον Τροχό του Χάους".

Τράβηξε δυο-τρεις δυνατές ρουφηξιές.

- "Έσκυψε από πάνω της και της είπε: <<Τιμωρήθηκες για την προδοσία σου. Τώρα σου επιτρέπω να πεθάνεις>>. Είδε τα ματωμένα χείλη της να κινούνται προσπαθώντας να πει τις τελευταίες της λέξεις. Έσκυψε από πάνω της να την ακούσει."

Είχε δακρύσει καθώς διηγούνταν την ιστορία. Δεν τον είχα δει ποτέ έτσι. Δεν θυμόμουν την ιστορία και τον ρώτησα.

- "Τι του είπε; Κάποια κατάρα;"

- "Με την τελευταία της ανάσα η σκλάβα του είπε <<Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ>> και μετά πέθανε."

Είχε σπάσει η φωνή του. Έτρεμε.

- "Ο Σαζίφ Ντ' Ααν, ο Μελνιμπόνιος, γνώρισε τις τύψεις."

Έκλαιγε. Τον κοίταζα που έκλαιγε με λυγμούς χωρίς να ξέρω τι να τον κάνω. Ταράχτηκα από την ιστορία του και φοβήθηκα, φοβήθηκα πολύ.

- "Τι έκανες;" τον ρώτησα γεμάτος φόβο και φρίκη. "Τι έκανες;"

- "Πλήγωσα ίσως ανεπανόρθωτα έναν άνθρωπο. Το μόνο άνθρωπο που του ανοίχτηκα τόσο. Το μόνο άνθρωπο που αντίκρισε το σκοτάδι μέσα μου και αντί να φύγει τρέχοντας με αγκάλιασε τρυφερά και με χάιδεψε. Τον μόνο άνθρωπο που χωρίς καμία υποχρέωση απέναντί μου, χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς καμιά δέσμευση μου πρόσφερε τον εαυτό του. Ενώσαμε απλά τις μοναξιές μας και παίξαμε, γελάσαμε, κλάψαμε. Δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτα. Ποτέ. Η πρώτη φορά ήταν χτες".

- "Και;" τον ρώτησα; "Και τι έκανες;"

- "Το αρνήθηκα. Ήταν τόσο απλό, τόσο εύκολο, τόσο ανέξοδο. Αλλά το αρνήθηκα. Αρνήθηκα γιατί στα μάτια της είδα τον εαυτό μου. Αρνήθηκα γιατί τρόμαξα. Αρνήθηκα γιατί ήθελα να την πονέσω. Και τον ευχαριστήθηκα αυτόν τον πόνο, το καταλαβαίνεις; Τον ευχαριστήθηκα."

- "Χίλια μαστίγια δεν μπορούσαν να προκαλέσουν τον πόνο που προκάλεσε αυτή η άρνηση."

Αναστέναξε.

- "Το μετάνιωσα σχεδόν αμέσως. Το μετάνιωσα αλλά ήμουν πολύ εγωιστής για να γυρίσω πίσω. Πολύ περήφανος για να καταδεχτώ να παρακαλέσω τη συγχώρεσή της."

Σταμάτησε και έστριψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τον κοίταξα μπερδεμένος. Δεν καταλάβαινα. Του το είπα.

- "Πάντα φιλάς το μέρος του σώματος που χτύπησες. Πάντα σκουπίζεις το μέρος του σώματος που λέρωσες. Πάντα ευχαριστείς αυτήν που σου πρόσφερε τον εαυτό της για την ικανοποίησή σου. Δεν παίρνεις μόνο. Δίνεις κιόλας. Κι εγώ το αρνήθηκα. Αρνήθηκα το πιο απλό κι εύκολο πράγμα."

Αναστέναξε βαθιά.

- "Αυτό που έκανα και ειδικά στον άνθρωπο που το έκανα ήταν ασυγχώρητο. Εκείνη μπορεί να με συγχωρήσει ίσως κάποτε. Εγώ δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου. Ποτέ."

Τον είδα να πιέζει με τα χέρια του το πεζούλι. Φοβήθηκα πως θα πηδήξει και έβαλα μια φωνή. Δεν ήθελε να πηδήξει, απλά γύρισε από την άλλη μεριά.

- "Μη φοβάσαι, δεν σκοπεύω να αυτοκτονήσω" μου είπε.

Κατέβηκε από το πεζούλι και ξεκίνησε να προχωράει.

- "Που πας;" τον ρώτησα.

- "Σπίτι μου πάω, πού αλλού;" μου απάντησε.

- "Θέλεις να έρθω να σου κάνω παρέα" τον ρώτησα προσπαθώντας να τον πλησιάσω.

- "Όχι. Φύγε, πήγαινε σπίτι σου σε παρακαλώ."

- "Ανησυχώ για σένα του είπα. Φοβάμαι, φοβάμαι να σ' αφήσω μόνο σου."

Κοντοστάθηκε αλλά δε γύρισε να με κοιτάξει.

- "Δεν σκοπεύω να αυτοκτονήσω" μου ξαναείπε. "Πήγαινε σπίτι σου, μην ανησυχείς."

Δίστασα.

- "Ο θάνατος δεν είναι τιμωρία" μου είπε. Ξεκίνησε να περπατάει και μου είπε άλλες τρεις λέξεις.

Μπορεί να φανεί ανόητο αλλά συγκλονίστηκα. Είμαστε κάτι παραπάνω από το άθροισμα αυτών που έχουμε ζήσει και ο φίλος μου ήταν ένα σκοτεινό αίνιγμα. Ένα πικρό, μελαγχολικό, σκοτεινό αίνιγμα.

"Ο θάνατος δεν είναι τιμωρία" είχε πει. "Η ζωή είναι."

Sunday, September 12, 2010

Το στοίχημα

- "Βάζεις στοίχημα;" τη ρώτησα;

- "Τι στοίχημα" με ρώτησε εκείνη.

...

Γνωριζόμαστε κάμποσες μέρες. Υπήρχε χημεία μεταξύ μας αλλά δεν είχαμε προχωρήσει πολύ. Είμαι συνήθως διστακτικός σε τέτοιες προσεγγίσεις καθότι δεν με ικανοποιούν οι απλές σχέσεις. Είχα παρατηρήσει κάμποσα ενδιαφέροντα σημεία στην εν γένει συμπεριφορά της αλλά φυσικά δεν μπορούσα να πάρω και όρκο.

Την κοίταξα σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν καθισμένη οκλαδόν απέναντί μου. Ψηλή κοπέλα, καστανή. Ομορφούλα.

Η ώρα του ρίσκου. Ρίσκο, τέλος πάντων. Το πολύ πολύ να μου έλεγε όχι και το πολύ πολύ να το έπαιρνα ελαφρά κατάκαρδα για καμιά δυο μέρες. Δε βαριέσαι, αν είναι κάτι να στραβώσει ας στραβώσει στην αρχή.

Παρόλα αυτά ήλπιζα πως την είχα κόψει σωστά.

...

- "Αν κερδίσω" της είπα "για ένα 24άωρο θα κάνεις ό,τι σου λέω".

Λάμψη στα μάτια. Αστραπιαία αλλά την έπιασα. "Ενδιαφέρον" σκέφτηκα.

- "Τι εννοείς;" με ρώτησε.

- "Αυτό που κατάλαβες" της απάντησα. "Εντάξει, δε θα σου πω να πηδήξεις και στο γκρεμό. Οι απαιτήσεις μου θα είναι σε λογικά πλαίσια."

- "Και αν χάσεις;" με ρώτησε

- Δεν θα χάσω" της απάντησα με σιγουριά.

- "Και αν χάσεις;" επέμεινε.

- "Δεν θα χάσω, αλλά άμα χάσω θα κάνω το ίδιο."

- "Δέχομαι" μου είπε.

...

Και όμως το όλο σκηνικό είχε ξεκινήσει από το παιδικό παιχνίδι "όνομα/ζώο/πράγμα". Κάποια στιγμή έτυχε το "Η" και όταν στο ζώο της έγραψα "ηώιππος" δεν πίστευε ότι υπήρχε τέτοιο ζώο. Της εξήγησα ότι υπήρξε, ότι ήταν ο πρόγονος τον αλόγων. Δεν πείστηκε.

Τότε σκέφτηκα το τεστ. Και το στοίχημα.

...

-"Άνοιξε τη wikipedia, στα ελληνικά και ψάξε στο λήμμα 'Άλογο'" της είπα. Άνοιξε το laptop της και πήγε στη σελίδα. Άρχισε να διαβάζει μέχρι που έφτασε στο επίμαχο σημείο. "Το άλογο προήλθε από τον ηώιππο, ένα μικρό τετράποδο θηλαστικό της εποχής του Ηωκαίνου, πριν 55 εκατομμύρια χρόνια."

Χαμογέλασα θριαμβευτικά.

- "At your services" μου είπε παιχνιδιάρικα.

"Και πού 'σαι ακόμα" είπα χασκογελώντας από μέσα μου.

Ήταν περίπου τρεις το απόγευμα. Της είπα να πάει να βάλει μαγιό της να πάμε για μπάνιο. Πήγε μέσα και άλλαξε και βγήκε φορώντας το μαγιό της.

- "Εσύ δε θα αλλάξεις" με ρώτησε;

- "Όχι" της είπα. "Μπάνιο θα κάνεις μόνο εσύ. Εγώ θα έρθω για την παρέα."

Κατεβήκαμε με το αυτοκίνητο στην παραλία. Της είπα ότι θα κατεβούμε στην παραλία ξεχωριστά. Θα πάω πρώτος εγώ, θα με ακολουθήσει αλλά θα κάτσει δυο ξαπλώστρες πιο πέρα. Όχι δίπλα μου.

Πήγα και διάλεξα μια ξαπλώστρα σ' ένα σημείο στο οποίο δίπλα καθόταν μια παρέα φοιτητών. Ακολούθησε εκείνη και πήγε και κάθισε εκεί που της είχα υποδείξει.

Εγώ έβγαλα ένα βιβλίο και άρχισα να το διαβάζω. Εκείνη με κοίταξε λιγάκι με απορία. Την κοίταξα αυστηρά και της έκανα νόημα να πάει για μπάνιο. Μπήκε στη θάλασσα τη στιγμή που είχε αρχίσει να φυσάει ένα ελαφρό αεράκι. Δροσερό. Από τις πρώτες δροσιές του Σεπτέμβρη.

Κάθισε για μια ώρα μέσα μέχρι που της έκανα νόημα να βγει έξω. Βγήκε ψιλοτρέμοντας καθώς το αεράκι είχε δυναμώσει. Οι ρώγες τις είχαν πετρώσει και διακρίνονταν καθαρά πάνω στο πλούσιο στήθος της που με δυσκολία κάλυπτε το πάνω μέρος του μαγιό της. Την άφησα να σκουπιστεί -μη μου κρύωνε κιόλας- και την άφησα να κάτσει. Έγραψα κάτι σ' ένα χαρτάκι. Ένας του μαγαζιού ήρθε για παραγγελίες. Του ζήτησα μια μπύρα για μένα, μια μπύρα για την κοπέλα. Του είπα να φέρει πρώτα τη μπύρα σ' εμένα. Όταν επέστρεψε του έδωσα το χαρτάκι να το δώσει στην κοπέλα. Χαμογέλασε πονηρά καθώς νόμιζε ότι της κάνω καμάκι.

Εκείνη διάβασε το σημείωμα και γούρλωσε τα μάτια της. Με κοίταξε. Της έγνεψα "ας πρόσεχες".

Δεν το κρύβω, ένιωσα αγωνία.

Σηκώθηκε όρθια και έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιό της. Μετά πήρε αντηλιακό και άρχισε να πασαλείβεται αργά και
προκλητικά δίνοντας έμφαση στο σημείο του στήθους. Βαρύ στήθος αλλά όχι πεσμένο. Από αυτά που σε βοηθούν να κάνεις μπράτσα με παράλληλη ανάπτυξη τριχοφυΐας στην παλάμη.

...Αν είσαι από τους άτυχους που θα φάνε τα μάτια τους ψάρια.

Οι φοιτητές την κοίταξαν με λιγωμένο βλέμμα τ' αγόρια, με ζήλια οι κοπέλες.

Το αεράκι που φύσαγε καθώς και το άπλωμα του αντηλιακού και μαζί και η καύλα είχαν κάνει τις ρώγες της να πετρώσουν.

Της έκανα νεύμα να σηκωθεί και να έρθει κοντά μου. Πήγε να κάτσει στην διπλανή ξαπλώστρα αλλά την έκοψα.

- "Κάτσε στην άμμο" τη διέταξα.

- "Να στρώσω τουλάχιστον μια πετσέτα;" με ρώτησε. Της έγνεψα καταφατικά. Έστρωσε την πετσέτα και κάθισε οκλαδόν.

Στεναχώρια τα αγόρια χαρά τα κορίτσια. Μία αντίζηλη λιγότερη.

- "Έχεις πολύ όμορφο στήθος" της είπα.

Κοκκίνισε. Χαμήλωσε τα μάτια της.

- "Αλήθεια ή θάρρος;" τη ρώτησα;

Πάλεψε για λίγες στιγμές με τον εαυτό της και τελικά είπε "θάρρος".

Αλήθεια ήλπιζα να πει. Well, θα τιμωρούνταν για την εν αγνοία της ανυπακοή στην επιθυμία μου.

- "Πήγαινε στη φοιτητοπαρέα και ζήτα τους δύο τσιγάρα. Γυμνόστηθη εννοείται".

Γούρλωσε τα μάτια της.

- "Εύχεσαι να είχες πει αλήθεια, ε; Be a sport" της είπα. "Off you go" συνέχισα.

Σηκώθηκε και προχώρησε διστακτικά προς την φοιτητοπαρέα. Πήρε δυο τσιγάρα που σκοτώθηκαν όλα μαζί τ' αγόρια να της δώσουν και γύρισε πίσω.

- "Σβηστά θα τα καπνίσουμε;" τη ρώτησα όταν γύρισε. "Πήγαινε και ζήτα τους και φωτιά".

Τα μάτια της σπινθήρισαν για μια στιγμή αλλά υπάκουσε. "Σε καλό δρόμο είμαστε" σκέφτηκα με ικανοποίηση.

Όχι απλά της άναψαν αλλά της έδωσαν και ένα αναπτήρα. Κόκκινο. Γύρισε και μου τον έδειξε. Πήρα το ένα τσιγάρο και τράβηξα μια ρουφηξιά.

- "Νομίζω ότι σου είχα πει ότι είμαι Παναθηναϊκός. Αυτά δεν τα ξεχνάνε."

- "Συγνώμη" μου είπε χωρίς να το εννοεί ιδιαίτερα. Αλλά το είπε με την κατάλληλη φωνή.

Όχι, δεν ήμουν για να σηκωθώ χωρίς να γίνω θέαμα.

Καθίσαμε για λίγο ακόμα, βασικά περίμενα να μου πέσει αλλά ο άτιμος έκανε κάμποση ώρα. Της είπα να σηκωθεί αλλά να μη ντυθεί από πάνω. Με ακολούθησε στο αυτοκίνητο αλλά δίστασε στην πόρτα.

- "Δεν μπορώ να κυκλοφορώ έτσι στην πόλη" μου είπε.

- "Συμφωνώ απόλυτα" της είπα και χαμογέλασε. Κούνια που την κούναγε. "Βάλε το από πάνω σου και βγάλε το αποκάτω."

Κέρωσε. Έχω δει ομοιώματα της Τισό με μεγαλύτερη ζωντάνια.

- "Be a sport" της είπα. "Έχει και συνέχεια".

Είχε πετρώσει και με το δίκιο της εδώ που τα λέμε. Ήταν λιιιιιιιγο too much.

- "Δε χρειάζεται να τα βγάλεις εδώ στα όρθια. Μπες στο αυτοκίνητο και βγάλε το αποκάτω σου. Φόρα και τη μπλούζα σου ώστε αν χρειαστεί να μπορείς να το καλύψεις".

Φόρεσε τη μπλούζα της και μπήκε στο αυτοκίνητο. Κάθισε στο κάθισμα και με μια κίνηση έβγαλε το αποκάτω του μπικίνι. Μπήκα στο αυτοκίνητο. Της είπα να γυρίσει με κλειστά πόδια ελαφρά προς εμένα. Υπάκουσε. Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά στην αρχή, με πάθος στη συνέχεια. Την ένιωσα να λιώνει στο φιλί και χωρίς να το καταλάβει τα πόδια της άνοιξαν. Την χούφτωσα στο στήθος και έπιασα την πετρωμένη ρόγα του δεξιού της στήθους στο ένα μου χέρι. Την πίεσα δυνατά. Στην αρχή το απολάμβανε αλλά γρήγορα άρχισε να δυσφορεί. Δεν επέμεινα.

- "Αυτό για να μάθεις να ανοίγεις τα πόδια όταν σε διέταξα να τα κρατάς ανοιχτά."

Ήταν η στιγμή της αλήθειας. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι την είχα κόψει σωστά. Αν είχα κάνει λάθος πιθανώς να κέρδιζα από βρίσιμο μέχρι σφαλιάρα.

- "Μάλιστα" μου είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.

Γκοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοολ !

Της χαμογέλασα. "Πάμε βολτίτσα της είπα".

Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και αρχίσαμε να γυρνάμε το νησί χωρίς προορισμό. Απλά μιλούσαμε για τις ζωές μας, είπαμε πράγματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαμε πει ο ένας στον άλλον. Προσπάθησε κάμποσες φορές να φέρει την κουβέντα σε αυτό που γινόταν αλλά κάθε φορά της άλλαζα την κουβέντα. Χρόνια στο κουρμπέτι είχα μάθει την τεχνική του να αλλάζεις κουβέντα χωρίς ο άλλος να το πάρει χαμπάρι.

Κάποια στιγμή γυρίσαμε στο ξενοδοχείο που μέναμε. Εκεί στο σκοτάδι, έβαλε το κάτω μέρος από το μπικίνι και βγήκαμε από το αυτοκίνητο. Πήγαμε και οι δύο στο δωμάτιό της.

- "Πήγαινε να κάνεις ένα ντουζάκι" της είπα. "Με ανοιχτή την πόρτα".

Της είχαν φύγει οι περιττές ντροπές. Γδύθηκε μπροστά μου και πήγε στο μπάνιο. Άκουσα το νερό να τρέχει. Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Στερέωσα το τηλέφωνο και εκεί κάτω από το νερό που έτρεχε άρχισα να τη φιλάω. Πέρασα απαλά το χέρι μου από το στήθος της και μετά το κατέβασα κάτω. Άνοιξε ενστικτωδώς τα πόδια της αλλά δεν της έκανα τη χάρη. Την πίεσα απαλά στους ώμους μέχρι που έπιασε το υπονοούμενο και γονάτισε μπροστά μου. Με κοίταξε αλλά δεν έκανε την κίνηση. Δεν της είπα τίποτα, απλά την κοιτούσα και με κοιτούσε. Καθίσαμε να χαλάμε το νερό για κανένα πεντάλεπτο μέχρι που με πήρε διστακτικά στο στόμα της. Την σταμάτησα σχεδόν αμέσως. Απόρησε.

- "Δεν θέλω τσιμπούκι" της είπα. "Όχι τώρα" συνέχισα.

Έγνεψε καταφατικά και απλά με κοίταζε γονατισμένη κλείνοντας που και που τα μάτια από το νερό που έτρεχε πάνω μας.

- "Πάμε έξω" τη διέταξα.

- "Πάω στο δωμάτιό μου να φέρω κάποια πράγματα" της είπα. "Φόρα σε παρακαλώ το νυχτικό σου. Όχι σουτιέν. Κυλοτάκι μπορείς να φορέσεις".

Έφυγα χωρίς άλλη κουβέντα και πήγα στο δωμάτιό μου. Έβγαλα το τσαντάκι με τα σύνεργα και τα κοίταξα εξεταστικά. Νωρίς για μαστίγιο, νωρίς για κεριά, πολύ νωρίς για σκοινί. Διάλεξα ένα crop και ένα paddle που τα θεώρησα κατάλληλα. Μετά μπήκα και έκανα άλλο ένα ντους και όταν βγήκα έξω πήγα και κουστουμαρίστηκα. Χτένισα τα μαλλιά μου, έδεσα τη γραβάτα μου σφιχτά και πήγα και της χτύπησα την πόρτα. Φορούσε ένα υπέροχο μοβ ανοιχτό νυχτικό που έδειχνε ακριβώς όσα χρειαζόντουσαν και άφηνε στη φαντασία τα υπόλοιπα.

Τι κι αν την είχα δει πριν; Καύλωσα αμέσως.

Όχι, δεν περίμενε να με δει κουστουμαρισμένο. Κοίταξε εξεταστικά το σάκο που είχα. "Μη φοβάσαι της είπα" και μπήκα μέσα.

Άνοιξα το σάκο και της τα έδειξα. Όταν πήγε να με ρωτήσει απλά της έβαλα το δάχτυλό μου στο στόμα της νεύοντάς της να σωπάσει. Κάθισα στην πολυθρόνα και τη διέταξα να γονατίσει μπροστά μου χωρίς να είμαι σίγουρος ότι θα το κάνει.

Γονάτισε.

Πιάσαμε την κουβέντα. Της μίλησα για τα πράγματα που είχα αποφύγει να της πω στο αυτοκίνητο παρατηρώντας προσεκτικά τις αντιδράσεις της. Της έδειξα το crop και το paddle.

- "Απλά στα έφερα να στα δείξω" της είπα. "Δε θα τα χρησιμοποιήσω... όχι σήμερα". Άφησα το "ίσως ποτέ και καλά να περνάς" να αιωρείται.

Δεν κάναμε σεξ. Δεν την ακούμπησα καν. Απλά μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε... μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Την καληνύχτισα, της έδωσα ένα απαλό φιλί στα χείλια και την είδα να με κοιτάζει με ονειροπόλο βλέμμα.

Την άλλη μέρα, κατά το μεσημεράκι, άκουσα την πόρτα να χτυπάει. Σηκώθηκα και άνοιξα. Ήταν εκείνη. Της χαμογέλασα και της είπα να περάσει μέσα. Πήγα στο μπάνιο να ετοιμαστώ και βγήκα έξω.

Είχε καθίσει στην πολυθρόνα.

Κάθισα στο κρεβάτι μου και την κοίταξα.

- "Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου" μου είπε. "Σκεφτόμουν την κουβέντα μας".

"Ωχ" σκέφτηκα μέσα μου.

Το βλέμμα της ήταν ανεξιχνίαστο. Τελικά μάλλον την είχα διαβάσει λάθος και όμως όσο και αν σκεφτόμουν δεν μπορούσα να βρω που είναι αυτό.

- "Μου άρεσαν αυτά που μου είπες" ξεκίνησε "αλλά... αλλά δεν είμαι σίγουρη."

- "Δεν υπάρχει καμιά βιασύνη" την καθησύχασα.

Μου χαμογέλασε.

- "Μ' ένα μικρό βήμα αρχίζει ακόμα και ένα ταξίδι χιλίων μιλίων" της είπα.

Εντάξει, με πρόλαβε οι Lao Tzu και είναι καρακλισέ. Αλλά είναι αλήθεια. Άλλωστε της το είχα ξαναπεί σε μια άσχετη κουβέντα και μου είχε πει ότι της άρεσε πολύ αυτό το γνωμικό.

- "Κομφούκιος" μου είπε.

Μπερδεύτηκα. Της είχα πει ότι το είχε πει ο Lao Tzu.

- "Lao Tzu" τη διόρθωσα μηχανικά.

Χαμογέλασε και με κοίταξε στα μάτια. "Βάζεις στοίχημα;"