Search This Blog

Friday, September 17, 2010

Κάνε μια ευχή

«Κάνε μια ευχή» μου είπε χαμογελώντας.

Κοίταξα το υπέροχο, γλυκό πρόσωπό της και τα μάτια της που έλαμπαν από έρωτα. Τι άλλο μπορούσε να ευχηθεί κανείς;

<κενό>

Σκοτάδι. Σκοτάδι και πόνος… αφόρητος πόνος.

<κενό>

«Σ’ αγαπάω» φωνάζει. «Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω».

Βάζω τα γέλια. Οι περαστικοί μας κοιτάνε καλά-καλά. «Μ’ αγαπάει» τους λέω απολογητικά. Σηκωνόμαστε από το παγκάκι και περπατάμε χεράκι-χεράκι σαν ερωτοχτυπημένοι έφηβοι. Η νύχτα που έρχεται είναι γλυκιά και γεμάτη υποσχέσεις. Ο κόσμος μας ανήκει. Νιώθω τόσο ευτυχισμένος που θέλω να βάλω τα κλάματα.

<κενό>

Κάτι με πιέζει. Ανοίγω με δυσκολία τα μάτια μου αλλά δεν βλέπω παρά μια μαύρη θολούρα. Κάπου στο βάθος ακούω φωνές. Μπορεί να είναι δίπλα μου μπορεί να είναι στην άλλη άκρη του κόσμου. Δεν μπορώ να εντοπίσω την πηγή τους.

Και πόνος. Αφόρητος πόνος.

<κενό>

Έχει φουντώσει. Υπερασπίζεται με πάθος τη θέση της μετουσιώνοντας το θυμό της ψυχής της σε λέξεις. Ο φουκαράς ο συνομιλητής της δεν είχε καμία ελπίδα. Σε μια παύση κι ενώ ο άλλος προσπαθεί να ανασυνταχτεί της χαϊδεύω το χέρι προσπαθώντας να την ηρεμίσω. «Συγνώμη λίγο» λέει στον ‘αντίπαλό’ της και γυρίζει προς τα μένα. Δεν λέει λέξη, απλά με πιάνει αγκαλιά και με φιλάει. Θεέ μου, νιώθω την ψυχή μου να ρουφιέται σ’ αυτό το φιλί. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάς τόσο πολύ έναν άνθρωπο; Να τον αγαπάς τόσο πολύ που να πονάς;

<κενό>

Εξακολουθώ να μην μπορώ να δω τίποτα. Ακούω φωνές, είναι κοντά μου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω λέξεις. Ανασαίνω με δυσκολία. Δεν θέλω να ανασαίνω πεθαίνω στην κάθε ανάσα.

Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Ανάσα. Πόνος. Το μυαλό μου αρνείται να λειτουργήσει.

<κενό>

Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού. Αφήνω τα κλειδιά στο τραπεζάκι του χολ και προχωράω στο διάδρομο. Το σαλόνι είναι άδειο και σκοτεινό. Πάω στην κουζίνα και βάζω ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Επιστρέφω στο σαλόνι και σωριάζομαι σε μια πολυθρόνα χωρίς να βγάλω το σακάκι, χωρίς καν να μπω στον κόπο να ξεσφίξω τη γραβάτα. Δύσκολη μέρα στη δουλειά. Βγάζω το κινητό μου και την παίρνω τηλέφωνο. Το κινητό της είναι κλειστό. Δοκιμάζω στο σταθερό αλλά δεν απαντάει. Κλείνω τα μάτια μου.

Νιώθω μια παρουσία. Γυρνάω και τη βλέπω να με παρατηρεί από την πόρτα του σαλονιού.

«Μπου!» μου λέει.

Χαμογελάω.

«Σε περίμενα στο δωμάτιο» μου λέει. Δεν απαντάω. «Δύσκολη μέρα στη δουλειά, ε;» με ρωτάει. Συνεχίζει πριν προλάβω να της απαντήσω «Για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό.». Έρχεται και γονατίζει μπροστά μου.

«Αφέντη μου» μου λέει. «Επέτρεψε στη φτωχή σκλάβα να σε περιποιηθεί όπως σου αξίζει».

Τα μάτια μου είναι κλειστά. Το χέρι είναι μου στο κεφάλι της και το χαϊδεύει καθώς εκείνο ανεβοκατεβαίνει προσφέροντάς μου ηδονή.

Έκρηξη.

Κουμπώνω το φερμουάρ μου. Έχει γύρει το κεφάλι της στο μπούτι μου. Εξακολουθώ να της χαϊδεύω αφηρημένα το μαλλί.

«Σήκω πάνω» τη διατάζω.

Σηκώνεται.

«Με τρόμαξες» την κατηγόρησα. «Αυτό το μπου μου έχει προκαλέσει ψυχολογικά τραύματα και δεν ξέρω πως θα καταφέρω αύριο να πάω στη δουλειά. Γι αυτό θα τιμωρηθείς με αιδοιολειχία.»

«Είσαι σκληρός και άκαρδος αφέντης» μου λέει. «Είσαι σκληρός και άκαρδος αλλά μίλησες. Η σκλάβα θα συμμορφωθεί».

Πάμε στο δωμάτιο. Τη γδύνω και την βάζω να ξαπλώσει.

«Δε βγάζεις τουλάχιστον τη γραβάτα;» με ρωτάει.

Δεν πάει να γαμηθεί και η γραβάτα λέω μέσα μου.

«Σκασμός απείθαρχη σκλάβα» της λέω.

«Μάλιστα αφέντη» απαντάει.

Λίγη ώρα μετά τη νιώθω να τραντάζεται. Κάθε της τράνταγμα μια χαρά, κάθε της στεναγμός και ένας μικρός θρίαμβος.

Θεέ μου πόσο την αγαπάω.

<κενό>

Ακούω μέταλλο να τσακίζεται.

Πόνος. Αφόρητος πόνος. Θεέ μου σε ποια κόλαση μ’ έριξες;

<κενό>

«15» λέει με σπασμένη φωνή. «16… 17… 18…». Έχει δακρύσει αλλά δεν λέει τη λέξη. «22… 23…». Η βίτσα προσγειώνεται ξανά και ξανά και ξανά στους γλουτούς της. Ακούω το κλάμα της. Με άλλες θα ήταν πρόκληση να την φτάσω να πει τη λέξη. Μ’ εκείνη μου είναι απλά αδύνατο.

Πού πήγε ο σαδισμός μου;

Σκύβω και τη φιλάω. Με τη γλώσσα μου διατρέχω κάθε σημείο που άγγιξε η βίτσα.

Κλαίει ακόμα. Ξαπλώνω δίπλα της και την παίρνω στην αγκαλιά μου. Δεν κάνουμε σεξ. Μας παίρνει ο ύπνος αγκαλιά.

Ξημέρωσε Σάββατο.

<κενό>

Δεν έχω αίσθηση του χρόνου. Μόνο του πόνου. Μια άχρονη αιωνιότητα πόνου.

<κενό>

Φθορά. Αιώνιος έρωτας και τρίχες κατσαρές. Ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Και όλα τα φθείρει. Πανδαμάτωρ τον ονομάζουν. Πανcorruptor τον έλεγα κοροϊδευτικά.

Κοίταξα το υπέροχο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα θλίψη. Δεν τα φώτιζε πια ο έρωτας.

Πού χάσαμε το δρόμο;

Η καρδιά μου έχει βουλιάξει. Δυστυχώς ο χρόνος έφθειρε μόνον τον έναν.

Τι να κάνεις;

Τη φιλάω απαλά στα χείλη πριν φύγω. «Αντίο» της λέω. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και φεύγω τρέχοντας.

<κενό>

Ανοίγω τα μάτια μου. Φώτα. Πονάνε. Τα κλείνω και τα ξανανοίγω. Θολά πρόσωπα. Κάποιο γαβγίζει διαταγές. Δεν καταλαβαίνω τι λέει μόνο τον τόνο της φωνής του πιάνω. Δεν μπορώ να εστιάσω το βλέμμα μου. Τα ξανακλείνω και βυθίζομαι σ’ ένα σύμπαν πόνου.

<κενό>

Κάνε μια ευχή.

<κενό>

Να τελειώσουν όλα.

No comments: