Search This Blog

Wednesday, September 8, 2010

Η σειρήνα

Κάθισα στον καναπέ και γονάτισε μπροστά μου.

- "Κάτσε δίπλα μου" της είπα. "Θέλω να σου πω μια ιστορία".

Κάθισε δίπλα μου αγκαλιάζοντας τα γόνατά της και κοιτώντας με στα μάτια περιμένοντας την ιστορία να αρχίσει.

- "Πάνε πολλά χρόνια" ξεκίνησα. "Ήμουν 20 χρονών παλικάρι, στο πρώτο μου μπάρκο..."

...

Μπουένος Άιρες. Πρώτη φορά στη ζωή μου περνούσα τη γραμμή του ισημερινού. Θα ήταν Μάης μήνας. Ίσως και Ιούνης. Έκανε κρύο, τυλιγμένος σφιχτά στο πανωφόρι μου προχωρούσα σε ένα άθλιο σοκάκι ψάχνοντας το μπαρ του Μαρσελίνο. Δοκίμασε το ματέ του μου είχαν πει. Και τις πουτάνες του.

Δεν εντυπωσιάστηκα όταν το βρήκα. Μπήκα μέσα στην άθλια τρύπα του αγοραίου έρωτα και του δυνατού πιοτού απλά για να ξεσπάσω και να ξεδώσω. Η θάλασσα... μια ατελείωτη μπλε μονοτονία. Πόσο διαφορετική ήταν η ζωή του ναυτικού απ' όσο την είχα φανταστεί πριν μπαρκάρω.

Ένα απαρχαιωμένο jukebox έφτυνε νωχελική μουσική. Τα πρόσωπα το ένα χειρότερο από το άλλο. Χυδαία βλέμματα γεμάτα μίσος και περιφρόνηση... και παραίτηση.

Παραίτηση.

Ένας καλοντυμένος και καλοστεκούμενος ηλικιωμένος με παρατηρούσε. Η εμφάνισή του δεν ταίριαζε με το μέρος. Με κοίταξε για λίγο αλλά έστρεψα το βλέμμα μου. Αν ήθελε πούτσο ας έψαχνε αλλού.

Μου έφυγε η όρεξη να δοκιμάσω ματέ. Ζήτησα μια μπύρα. Πηγαίνοντας να κάτσω στο τραπέζι έπεσε πάνω μου μια μεθυσμένη πόρνη. Ούτε που πήρε χαμπάρι τι έγινε. Βλαστήμησα δυνατά καθώς το μπουκάλι έπεσε και έσπασε.

Ο ηλικιωμένος τότε μου μίλησε

- "Έλληνας ε;"

Δεν χάρηκα. Δεν ήθελα κουβέντα, δεν ήθελα παρέα, ήθελα απλά να πιω χωρίς να λέω και να ακούω τίποτα.

Ο ηλικιωμένος επέμεινε.

- "Ένα να σε κεράσω ένα ποτό αγόρι μου."

Δε φαντάστηκα ότι θα του έλειπαν οι συμπατριώτες, υπήρχαν αρκετή στην Αρτζεντίνα. Πούτσο θέλει, αποφάσισα μέσα μου.

- "Δεν ενδιαφέρομαι" του απάντησα ξερά.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα μια πόρνη. Ο ηλικιωμένος με ξέχασε καθώς την παρατηρούσε προσεκτικά. Έχασε το ενδιαφέρον του και έστρεψε το βλέμα του προς εμένα.

- "Πρώτο μπάρκο, ε;" μου είπε αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν ερώτηση ή απλά παρατήρηση.

- "Κάτσε να σε κεράσω ένα ποτό" συνέχισε και διαβάζοντας το βλέμμα μου έσκασε στα γέλια "Δεν είμαι αδερφή αν αυτό φοβάσαι."

"Δε γαμιέται" είπα μέσα μου. Πήγα και κάθισα στο τραπέζι του.

- "Τι θα πάρεις αγόρι μου" με ρώτησε;

- "Μπύρα"

Με κοίταξε με κάποια απογοήτευση αλλά δεν έδωσε συνέχεια. Παρήγγειλε την μπύρα.

Η πόρτα άνοιξε και για λίγο ο μπάρμπας με ξέχασε κοιτάζοντας με προσοχή.

- "Περιμένεις κάποιον;" τον ρώτησα.

- "Εδώ και πολλά χρόνια..." μου απάντησε κομπιάζοντας στο τέλος. "...πολλά χρόνια"

- "Ποιον περιμένεις" τον ρώτησα περισσότερο από ευγένεια παρά γιατί ενδιαφερόμουν για την απάντηση.

- "Τη Σειρήνα" μου είπε ενώ το βλέμμα του καρφώθηκε στην πόρτα που άνοιξε.

Δεν είπα τίποτα. Τράβηξα μια γερή ρουφηξιά από τη μπύρα και παρέμεινα αμίλητος.

- "Πιστεύεις στις Σειρήνες;" με ρώτησε;

- "Όσο πιστεύω στη Σκύλα και τη Χάρυβδη" του απάντησα.

- "Και όμως..." μου είπε "υπάρχει πάντα κάποια..."

- "Σε κάθε λιμάνι;" τον ρώτησα.

- "Για κάθε άντρα" μου απάντησε.

Τράβηξα άλλη μια ρουφηξιά από τη μπύρα. Ο ηλικιωμένος χωρίς να νοιάζεται αν ακούω, χωρίς να με κοιτάει, περισσότερο μιλώντας στον εαυτό του παρά σ' εμένα ξεκίνησε την ιστορία.

- "Πάνε 40 χρόνια" μου είπε "από τη μέρα που γνώρισα τη σειρήνα μου"

...

Ήταν πανώρια. Όχι, δεν υπερβάλλω, ήταν πανώρια. Είχε εξώκοσμη ομορφιά. Ήταν δεν ήταν 16 χρονών κορίτσι και οι πελάτες σκοτωνόντουσαν ποιος θα την πρωτοκλείσει. Δεν ήξερα... δεν μπορούσα να καταλάβω τι δουλειά είχε μια τέτοιας ομορφιάς κοπέλα σ' αυτό το φτηνό μπουρδελομάγαζο. Ο νταβατζής της καθόταν ανόρεχτα και παρακολουθούσε το κάθε καρυδιάς καρύδι να υψώνει την προσφορά του. Μα κάθε νέα τιμή αντί να τον χαροποιεί, τον χάλαγε. Το έβλεπα, σκοτείνιαζε το βλέμμα του. Ούτε που το σκέφτηκα όταν έκανα την προσφορά που κανείς δεν μπορούσε να την κοντράρει.

Πλουσιόπαιδο ήμουν. Μπάρκαρα από αντίδραση, από βαρεμάρα από σιχασιά για την ίδια μου την εύκολη ζωή. Τα λεφτά όμως δεν τα απαρνήθηκα. Εκ του ασφαλούς.

Δεν έχει σημασία.

Πήγαμε σε ένα φτηνό μοτέλ. Την είχα κλείσει για όλη τη βραδιά. Κάθισα στο κρεβάτι ενώ εκείνη με περίμενε. Όταν είδε ότι δεν έκανα καμιά κίνηση να γδυθώ άρχισε να γδύνεται εκείνη και όταν τα πέταξε όλα ήρθε προς εμένα. Μου χάιδεψε το πέος και προσπάθησε να ξεκουμπώσει το παντελόνι.

- "Σταμάτα" της είπα.

- "Α, είσαι από κείνους" μου είπε με σπαστά αγγλικά.

- "Ποιους εκείνους;" τη ρώτησα.

Δεν μου απάντησε. Απλά πήγε και κάθισε στην ξεχαρβαλωμένη καρέκλα, το μόνο έπιπλο εκτός του κρεβατιού που διέθεται ο φτηνός γαμιστρώνας. Κάθησε ανάποδα στην καρέκλα έτσι ώστε να τη βλέπω. Γύρισα αλλού το βλέμα μου, δεν άντεχα να την κοιτάξω.

- "Με γαμήσεις δε με γαμήσεις θα πληρώσεις" μου είπε.

Λες και δεν το ήξερα.

Καθίσαμε εκεί όλο το βράδυ. Εκείνη να με κοιτάζει αμίλητη και εγώ να προσπαθώ να μην την κοιτάξω. Όταν χάραξε σηκώθηκε κι έφυγε. Δεν το κατάλαβα παρά πολύ αργότερα αλλά εκείνη ήταν η νυχτιά που πρωτάκουσα το τραγούδι της.

...

- "Πρέπει να φύγω" του είπα.

Δεν αποκρίθηκε. Κοίταξε την πόρτα που άνοιξε και είδε αυτή που μπήκε. Έστρεψε το βλέμμα του αλλού.

- "Σ' ευχαριστώ για το κέρασμα". Εξακολούθησε να μη μου απαντάει. Σηκώθηκα και έφυγα.

Το ίδιο βράδυ στριφογύριζα στην κουκέτα μου βλέποντας ανήσυχα όνειρα. Την άλλη μέρα αποφάσισα να επιστρέψω στο στέκι του Μαρσελίνο ελπίζοντας να ακούσω τη συνέχεια. Τον βρήκα εκεί, στο ίδιο τραπέζι σε μια σκοτεινή γωνία.

- "Καλησπέρα" του είπα. "Μπορώ να καθίσω;"

- "Και το ρωτάς παλικάρι μου;" με ρώτησε. "Τι θες να σε κεράσω;"

- "Τη συνέχεια της ιστορίας" του είπα.

Σκοτείνιασε το πρόσωπό του. Σκοτείνιασε, μα δεν αρνήθηκε να συνεχίσει.

...

Εκείνη τη νυχτιά πρωτάκουσα το τραγούδι της. Το ίδιο βράδυ ξαναπλήρωσα ένα εξωφρενικό ποσό για να την κρατήσω για πάρτη μου. Δεν την πήγα σε γαμιστρώνα, την πήγα στη σουίτα ενός πανάκριβου ξενοδοχείου. Δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Δεν έδειξε να νοιάζεται.

- "Μη γδυθείς" της είπα. "Θέλω απλά να μιλήσουμε".

- "Και τι έχουμε να πούμε" μου αποκρίθηκε; "Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος" συμπλήρωσε χωρίς ωστόσο να δώσει συνέχεια.

Δεν ήξερα τι να πω. Δεν έβρισκα τι να πω. Δεν είχε σκοπό να μου μιλήσει γι αυτό της μίλησα εγώ για τη ζωή μου. Για τα πλούτη μου, για τη βαρεμάρα μου, για τη σιχασιά του ίδιου μου του εαυτού. Για την αρμύρα και τη θάλασσα, για τον έρωτα και το θάνατο. Μίλαγα όλο το βράδυ και εκείνη απλά με άκουγε. Αμίλητη.

Πριν φύγει με κοίταξε στα μάτια. "Δεν είσαι ο πρώτος και ούτε θα είσαι ο τελευταίος" επανέλαβε. Έφυγε χωρίς να πει άλλη κουβέντα και με άφησε στο κρεββάτι μου, ανίκανο να μιλήσω, ανίκανο να κουνηθώ, ανίκανο καν να σκεφτώ.

Την άλλη μέρα είχα πάρει την απόφασή μου, θα την έκανα δική μου. Βρήκα τον νταβά της και του έκανα μια εξωφρενική προσφορά.

- "Δεν είναι για πώληση" μου είπε.

- "Όλα πωλούνται και όλα αγοράζονται" του είπα.

Με κοίταξε χαμογελώντας πικρά.

- "Δεν είσαι ο πρώτος ούτε θα είσαι ο τελευταίος" μου είπε.

Έφυγα οργισμένος. Το μυαλό μου είχε θολώσει, έκανε όλων των ειδών τα παλαβά σχέδια. Το τραγούδι της σειρήνας με έσπρωχνε προς στα βράχια αλλά όλες οι αισθήσεις μου, όλα τα ένστικτά μου είχαν μουδιάσει. Δε μ' ενδιέφερε τίποτα.

Την άλλη μέρα ξαναπήγα αποφασισμένος στο νταβατζή της.

- "Πόσα;" του είπα

- "Ανόητε" μου είπε.

- "Πόσα;" του ούρλιαξα.

Δεν απάντησε. Ούτε που το σκέφτηκα όταν τράβηξα το μαχαίρι. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση εγώ, ένα βουτυρόπαιδο, να τα βγάλω πέρα μ' ένα μαχαιροβγάλτη.

Δεν δοκίμασε καν να αμυνθεί.

Του πίεσα στο μαχαίρι στο μέρος του νεφρού.

- "Πόσα, πανάθεμά σε, πόσα;"

- "Ανόητε" μου είπε ξανά. "Δεν καταλαβαίνεις, με τα λεφτά αυτά δεν αγοράζεις τη σειρήνα. Με τα λεφτά αυτά πουλάς τον εαυτό σου."

- "Πάψε" ούρλιαξα. "Ποσα; Πόσα πανάθεμά σε, θα σε σκοτώσω, πόσα;"

Και τότε έκανε κάτι ακατανόητο. Πήρε το χέρι μου και έμπηξε το μαχαίρι μέσα του. Το στριφογύρισε. Έπεσε κάτω χωρίς να βγάλει άχνα. Στο πρόσωπό του δεν ήταν ζωγραφισμένος ο πόνος. Δεν ήξερα τι ήταν. Λύτρωση; Πίστευα πως ποτέ δεν θα το καταλάβω.

Μακάρι να μην το είχα καταλάβει ποτέ.

Προσεκτικά ξεκάρφωσα το μαχαίρι. Το σκούπισα με ένα μαντήλι και το πήρα μαζί μου. Σε κανέναν δε θα έλειπε ο νταβατζής.

Πήγα στο μπαρ και την πήρα από το χέρι. "Είσαι δική μου" της είπα. Με ακολούθησε χωρίς να πει κουβέντα.

Αυτή τη φορά την ξαναπήγα σε ένα φτηνό γαμιστρώνα.

- "Γδύσου" της είπα.

Υπάκουσε.

- "Γονάτισε" τη διέταξα.

Γονάτισε.

Ξεκούμπωσα το παντελόνι μου, το κατέβασα και έβαλα το πρησμένο μου όργανο στο στόμα της. Όταν τέλειωσα με κοίταξε στα μάτια. Κατάπιε και μου είπε "Ικανοποιήθηκες;"

Έγινα έξω φρενών. Χωρίς καν να το σκεφτώ της έδωσα μια σφαλιάρα που γύρισε το πρόσωπό της.

Δεν έβγαλε άχνα. Απλά με κοίταξε στα μάτια.

Αυτό με εξόργισε ακόμα περισσότερο. Της έριξα ακόμα πιο δυνατή σφαλιάρα. Τίποτα.

Την πέταξα πάνω στο κρεβάτι, έβγαλα τη ζώνη μου και άρχισα να τη χτυπάω με μανία. Είχα θολώσει και όσο δεν έβγαζε κουβέντα τόσο πιο πολύ με εξαγριώνε.

Το όργανό μου είχε ξαναπρηστεί. Την έβαλα να κάτσει στα τέσσερα και την σοδόμισα άγρια.

Όταν τέλειωσα απλά ξάπλωσε πάλι και με κοίταξε που είχα πέσει λαχανιασμένος δίπλα της.

Δε με κοίταξε με μίσος. Δε με κοίταξε με περιφρόνηση. Δε με κοίταξε με αδιαφορία. Δεν με κοίταξε με αγάπη.

Νεκρά μάτια. Πεθαμένα. Το καταλαβαίνεις; Πεθαμένα.

Κοιμήθηκα.

Όταν ξύπνησα το κρεβάτι μου ήταν άδειο. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είχε φύγει αλλά δεν είχε φύγει. Είχε ντυθεί και καθόταν στην καρέκλα. Το πρόσωπό της ήταν μαυρισμένο από το χτύπημα.

Ένιωσα φοβερές τύψεις.

- "Έλα εδώ" της είπα.

Υπάκουσε μηχανικά. Την πήρα στην αγκαλιά μου και άρχισα απλά να τη χαϊδεύω. Απλά αφέθηκε στο χάδι μου χωρίς να δείξει συναισθήματα.

- "Τι ζητάς" της είπα;

- "Αυτό που ζητάω δεν μπορείς να μου το δώσεις" μου απάντησε.

- "Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου" της είπα με ξαφνική κακία. "Μια πουτάνα του δρόμου είσαι."

- "Όχι δεν είμαι πουτάνα του δρόμου. Δική σου είμαι. Μα αυτό που ζητάω δεν μπορείς να μου το δώσεις".

- "Θα κάτσεις εδώ και θα με περιμένεις" τη διέταξα.

Την ίδια μέρα πήγα στο καράβι και πήρα τα πράγματά μου. Η ναυτική μου περιπέτεια είχε τελειώσει. Όταν επέστρεψα στο γαμηστρώνα την βρήκα εκεί, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, βυθισμένη στις σκέψεις της.

-"Πάμε" τη διέταξα. Με ακολούθησε υπάκουα.

...

Κοίταξα το ρολόι μου. Έπρεπε να επιστρέψω στο βαπόρι. Η πόρτα άνοιξε και ο γέρος την κοίταξε με ελπίδα, ελπίδα που έσβησε όπως κάθε φορά μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.

- "Θα επιστρέψω το βράδυ" του είπα.

...

Δεν τήρησα το λόγο μου. Δεν έφταιγα εγώ, απλά έτυχαν δουλειές και δεν βρήκα την ευκαιρία να ξαναπάω να τον βρω μέχρι που ξαναμπαρκάραμε.

Πέρασαν τρία χρόνια πριν ξαναβρεθώ στο Μπουένος Άιρες. Πήγα σ' εκείνο το μπαρ, ελπίζοντας να δω τον γέρο, ελπίζοντας να ακούσω τη συνέχεια της ιστορίας. Μπορεί να ήταν η δική του σειρήνα που τον είχε μαγέψει αλλά ο αντίλαλος της στις πλαγιές του χρόνου δε με είχε αφήσει ανεπηρέαστο.

Ήταν ακόμα εκεί. Στην ίδια καρέκλα. Κοιτώντας με ελπίδα την πόρτα κάθε φορά που άνοιγε, πριν σβήσει η ελπίδα και ξαναβυθιστεί στη μελαγχολία του.

- "Με θυμάσαι" τον ρώτησα;

- "Σε θυμάμαι, παλικάρι μου. Τι θες να σε κεράσω";

- "Θέλω να ακούσω τη συνέχεια" του είπα. "Είχαμε μείνει..."

Με διέκοψε: "Ξέρω που είχαμε μείνει."

...

Την έκανα κυρία. Της αγόρασα τα πιο ακριβά φορέματα, τα πιο υπέροχα κοσμήματα. Με ευχαριστούσε, χωρίς να το εννοεί ιδιαίτερα, ικανοποιούσε πρόθυμα ακόμα και τις πιο εκκεντρικές μου σεξουαλικές ορέξεις αλλά... αλλά δεν ήταν δική μου. Ποτέ δεν ήταν δική μου.

Μια μέρα την έπιασα να τσιμπουκώνει έναν καμαριέρη. Τους έπιασα στα πράσα και ο φουκαράς ο πιτσιρίκος κοκάλωσε αλλά η άτιμη δεν σταμάτησε. Είχα οργιστεί και είχα ηδονιστεί και το μυαλό μου δεν μπορούσε να πάρει στροφή. Την άρπαξα από το μαλλί και την πέταξα πέρα. Ο μικρός με κοίταξε έντρομος και έφυγε με τα παντελόνια κάτω όταν απλά του είπα να εξαφανιστεί.

- "Έτσι λοιπόν;" τη ρώτησα.

Δεν απάντησε.

Το ίδιο βράδυ την έφερα εδώ, στο Μαρσελίνο. Μαζεύτηκαν όλοι σαν τις νυχτοπεταλούδες στη λάμπα. Άρχισαν να μου κάνουν προσφορές.

- "Κερνάει το μαγαζί" τους είπα. "Όλοι θα πάρετε"

Την γαμούσαν όλο το βράδυ. Δυο και τρεις μαζί. Εγώ σε μια γωνιά παρακολουθούσα, και όταν τέλειωνε η μια ομάδα φώναζα την επόμενη. Όταν τέλειωσαν και οι τελευταίοι τη διέταξα να ντυθεί.

- "Αυτό θέλεις" τη ρώτησα;

- "Αυτό που θέλω δε μπορείς να μου το δώσεις" μου απάντησε.

Γύρισαν τα μυαλά μου. Την άρπαξα από το λαιμό και άρχισα να τη στραγγαλίζω. Δεν έκανε προσπάθεια να ξεφύγει. Την έσφιγγα, την έσφιγγα, την έσφιγγα...

Δεν ξέρω πως κατάφερα να σταματήσω. Την έσπρωξα πέρα τρομαγμένος βλέποντάς την να βήχει και να πασχίζει να πάρει ανάσα.

- "Δεν είσαι ο πρώτος ούτε θα είσαι ο τελευταίος" μου είπε. "Θέλεις να με σώσεις. Σου ανήκω, με αγαπάς, με μισείς, με έχεις ερωτευτεί, με χαϊδεύεις, με χτυπάς... μα δεν καταλαβαίνεις. Μακάρι να καταλάβαινες."

- "Φύγε" της είπα. Δεν ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έμενε ζωντανή αν συνέχιζε να με προκαλεί.

Είδα ένα αδιόρατο χαμόγελο να σχηματίζεται στο πρόσωπό της. Ντύθηκε και έφυγε.

Ήρθε πίσω μετά από μερικές μέρες σα να μην είχε γίνει τίποτα.

Για ένα χρόνο την έκανα τη ζωή κόλαση. Τη χτυπούσα, την έβαζα να γαμηθεί με το καθένα, την έβριζα... την έδιωχνα.

Κάθε φορά ξαναγύριζε. Μα κάθε φορά.

Κάθε φορά τη ρωτούσα "γιατί γυρνάς σ' εμένα πανάθεμά σε" και κάθε φορά χαμογελούσε αδιόρατα και φιλούσε τα χέρια που τη χτυπούσαν, φιλούσε τα πόδια που την κλώτσαγαν.

Είχα γίνει ράκος. Είχα χάσει πολλά κιλά και έπινα του θανατά. Κάποια στιγμή δεν άντεξα.

- "Φύγε" της είπα. "Φύγε και μην ξαναγυρίσεις".

Χαμογέλασε πάλι.

- "Όχι."

...

- "Τελικά έφυγα εγώ. Αποφάσισα ότι δεν ήθελα να πεθάνω από το ποτό στα 30 μου. Γύρισα στην πατρίδα με την ουρά στα σκέλια. Αυγάτισα την περιουσία του πατέρα μου, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, έκανα εγγόνια, γύρισα τον κόσμο. Έκανα τα πάντα που θα μπορούσαν να κάνουν ένα άνθρωπο ευτυχισμένο αλλά όσο μακρυά και αν έτρεξα δεν ξέφυγα από αυτό που με στοίχιωνε. Όταν πέθανε η γυναίκα μου ξαναγύρισα στην Αργεντινή..."

Σταμάτησε να μιλάει καθώς η πόρτα άνοιξε. Την κοίταξε με ελπίδα αλλά η ελπίδα γρήγορα βούλιαξε και ξανάδωσε την προσοχή του σ' εμένα.

- "Ελπίζεις να την ξαναδείς;" τον ρώτησα;

- "Έφαγα τον κόσμο να την ψάχνω..." μου είπε. "Έβαλα λυτούς και δεμένους. Τίποτα. Μα όσο έχω ανάσα ελπίζω πως μια μέρα η πόρτα θ' ανοίξει και θα μπει εκείνη. Η Σειρήνα μου."

- "Δε φοβάσαι να κυνηγάς Χίμαιρες;" τον ρώτησα. "Δεν φοβάσαι πως έχεις λατρέψει μια ξεθωριασμένη ανάμνηση, δε φοβάσαι πως αν την δεις θα γκρεμιστεί το όνειρο;"

Χαμογέλασε με πίκρα. "Ξεθωριασμένη;" με ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση.

- "Τι ζητάς επιτέλους;" τον ρώτησα

- "Σαρανταπέντε χρόνια τώρα αναρωτιέμαι..." μου είπε "αν είναι η σειρήνα που σε μαγεύει ή το τραγούδι της". "Βλέπεις..." συνέχισε "κάποια στιγμή κατάλαβα πως αυτό που ζητούσε της το είχα προσφέρει. Αλλά δεν άντεξα... δεν άντεξα να την ψάξω. Πρόδωσα εκείνην και πρόδωσα κι εμένα."

"Ψάχνω την εξιλέωση" μου είπε και το βλέμμα του βυθίστηκε στο σκοτάδι.

...

- "Έφυγα ταραγμένος όσο ποτέ μου." της είπα κοιτάζοντάς την χωρίς να εστιάσω.

- "Παράτησα τα καράβια..." συνέχισα "και γύρισα στην Ελλάδα. Δεν άντεχα... δεν άντεχα το γεγονός ότι μπορεί να ξαναγύριζα και να έβλεπα το γέρο να περιμένει ακόμα ελπίζοντας κάθε φορά που η πόρτα άνοιγε."

Είχα δακρύσει χωρίς να το καταλάβω. Η κοπέλα με κοίταξε στα μάτια χωρίς να πει τίποτα.

Της είπα να έρθει πλάι μου, την πήρα αγκαλιά και άρχισα να τη χαϊδεύω τρυφερά στα μαλιά.

- "Είμαι γεμάτος άνθρωπος" της είπα. "Είμαι γεμάτος γιατί έχω ένα μικρό κενό που ποτέ του δε θα γεμίσει."

Έγνεψε καταλαβαίνοντας.

- "Ποτέ δεν έμαθα και ποτέ δε θέλησα να μάθω. Ποτέ δε θέλησα να γεμίσω το κενό. Δεν ξέρω. Δεν θέλω να ξέρω."

Τα μάτια μου έτρεχαν για τα καλά.

- "Μου αρκεί που έχω την ελπίδα πως μια μέρα η πόρτα άνοιξε και ο γέρος αντίκρισε ξανά τη Σειρήνα του".

No comments: