Search This Blog

Sunday, September 18, 2011

Μια νύχτα στο δάσος

Τ’ άστρα, ψυχρά και απόμακρα τρεμόπαιζαν γεμίζοντας το μαύρο του ουρανού με φωτεινά σημαδάκια. Ένιωσε την ψυχή του να ρουφιέται από την άβυσσο, ένιωσε τον εαυτό του να γίνεται ένα με το χρόνο.

Πέθαινε.

Πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα. Προσπάθησε να ανασάνει, μαχόταν για την κάθε ανάσα λες και ήθελε να παρατείνει το μαρτύριο, λες και προσπαθούσε να γαντζωθεί από τη ζωή σαν τον πνιγμένο που προσπαθεί να κρατηθεί από τα ίδια του τα μαλλιά.

Αααα είπε καταλαβαίνοντας.

Θυμάται…

Χαμογελά στην κοπέλα. Της λέει το όνομά του και της προτείνει το χέρι. Η κοπέλα χαμογελώντας του ανταποδίδει το χαιρετισμό και του λέει και αυτή το όνομά της. Το πρώτο τους ραντεβού κύλησε υπέροχα.

Έχει ιδρώσει και νιώθει το γυμνό της κορμί καυτό κάτω από το δικό του. Τη χουφτώνει δυνατά στο δεξί στήθος ενώ της δαγκώνει το αριστερό και ταυτόχρονα προσπαθεί να καρφωθεί όλος μέσα της. Χάνει για λίγο το ρυθμό του, παρατάει το χούφτωμα, της πιάνει τα δυο της χέρια και της τα βάζει πίσω από το κεφάλι. Αρχίζει και πάλι και ο ρυθμός γίνεται όλο και πιο ξέφρενος, όλο και πιο βίαιος.

Έκρηξη…

Ανασαίνει με κοφτές ανάσες. Η ζωή του ξεφεύγει όπως η λεπτή άμμος μέσα από τις χούφτες.

Δεν έχει παρά ελάχιστα λεπτά.
________________________________

Διαβάζει το μήνυμά της στο κινητό του. «Θέλεις να βγούμε;»

Είχε περάσει κάμποσοι μήνες από τότε που την πέταξε σα σβησμένη γόπα αλλά δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Της απαντάει «Γιατί όχι;»

«Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» λέει μέσα του με κακία.

Της ρίχνει σκαμπίλια στα κωλομέρια καθώς την παίρνει άγρια από πίσω. Οι κραυγές της κοπέλας ανάμεικτες από πόνο και ηδονή ταράζουν την ησυχία της νύχτας.

Χύνει μέσα της και τραβιέται απότομα. Τι υπέροχο κώλο έχει η πουτανίτσα…

Η κοπέλα τρέχει στο μπάνιο. Εκείνος, μιας και δεν μπορεί προς το παρόν να πλυθεί, ανακάθεται στο κρεβάτι και ανάβει τσιγάρο.

Είχε ήδη αρχίσει να βαριέται…
________________________________

Ένας σκαντζόχοιρος τον μυρίζει περίεργος. Απομακρύνεται τρέχοντας φοβισμένα από τον άσχημο ήχο που κάνει καθώς πασχίζει να πάρει ακόμα μιαν ανάσα.

Ύβρις, Νέμεσις, Κάθαρσις.

Δεν υπάρχει κάθαρση. Υπάρχει μόνο η Νέμεσις.

Αααα είπε καταλαβαίνοντας.

Την ώρα που την πηδούσε η κοπέλα του κάρφωσε ένα μαχαίρι στο στέρνο.

Δεν το έκανε επειδή τον μισούσε. Δεν το έκανε λόγω του άσβεστου πάθους που της έβγαζε αυτός ο άνδρας. Δεν το έκανε από ζήλεια για τις άλλες κοπέλες που πηδούσε.

Το έκανε επειδή της άρεσε να σκοτώνει.

Έσκυψε και φίλησε τα ματωμένα του χείλη.

«Αντίο αγαπουλίνι» του είπε χαμογελώντας.

Η τελευταία του ανάσα ήταν ένας αποτρόπαιος ήχος που μαγάρισε τους ήχους του δάσους.

Εκεί στο ξέφωτο, τα αστέρια ψυχρά και απόμακρα γέμιζαν φωτεινά σημαδάκια το σκοτάδι της νύχτας.

Τα μάτια του, θαμπά, χωρίς ζωή ατένιζαν το άπειρο. Για εκείνον η Νύχτα είχε πέσει για πάντα.

Η κοπέλα έφτιαξε λίγο το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Άνοιξε το κινητό της και έστειλε μήνυμα σε κάποιον: «Θέλεις να βγούμε;»

No comments: