Search This Blog

Sunday, April 26, 2020

Μελίνα


Τις νύχτες μπαίνεις στα όνειρά μου
λες κι ήρθες σε δικό σου κήπο
κι αν μεγαλώσαν τα φτερά μου
εγώ απ' το πλάι σου δε λείπω.
Θεός αν είναι...

Δεν είναι Θεός. Άνθρωπος είναι. Κι αν έχουν περάσει δέκα χρόνια που έχω να τον δω ακόμα έρχεται κάποιες φορές στον ύπνο μου και μου τον στοιχειώνει και το πρωινό με βρίσκει άδεια.

Πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια. Γνώρισα το Γιάννη, παντρεύτηκα, κάναμε μαζί την Ναυσικά και την Μαργαρίτα και ζούμε μια ήσυχη μα γεμάτη ζωή.

Γιατί ξυπνάω άδεια όταν τον βλέπω στον ύπνο μου;

Τον αγαπάω το Γιάννη και το παιχνίδι δε λείπει. Γιατί ξυπνάω άδεια;

. . . . . . . . .

Κοίταξα τα notifications. Δεν έπρεπε να έχω ανεβάσει τελικά τη φωτογραφία μου, αποφάσισα. Φυσικά και με κολάκευε η προσοχή που μου έδιναν, σε ποιαν δε θα άρεσε άλλωστε, αλλά τα μηνύματα από τον κάθε απίθανο με είχαν κουράσει. Well, there is no way back, live with it. Είδα ότι είχα μήνυμα από έναν που μου άρεσε πολύ ο τρόπος που έγραφε. Το άνοιξα ελπίζοντας ότι ο ιδιωτικός του λόγος δεν θα ήταν διαφορετικός απ' ότι ο δημόσιος.

Καλησπέρα.

Δεν ξέρω αν θα διαβάσεις αυτό το μήνυμα, φαντάζομαι ότι θα γίνεται ένας χαμούλης μετά τη φωτογραφία που ανέβασες. Don't take me wrong, επιδοκιμάζω με πάθος -μεταξύ άλλων χιχιχι- αλλά φαντάζομαι ότι αυτό θα έχει το αντίστοιχο impact, πολλώ δε εφόσον δηλώνεις και "υποτακτική".

Όπως και να έχει θα ήθελα να σου κάνω δύο ερωτήσεις.

1. Το χρώμα των ματιών σου μου φάνηκε πολύ περίεργο. Φοράς φακούς, πείραξες τη φωτογραφία ή είναι artifact?
2. Στη φωτογραφία πίσω βλέπω ένα πιάνο. Παίζεις πιάνο;

Αυτά και καλή δύναμη με το inbox σου.

What the fuck? Κοίταξα ξανά το profile του, δήλωνε κατά σειρά σαδιστής/τοπ/perv και δήλωνε 40 χρονών.

Καλησπέρα σας,

Μπορώ να πω ότι το πλήθος των μηνυμάτων που λαμβάνω αυξήθηκε μετά τη φωτογραφία που ανέβασα, σε σημείο που έχω αρχίσει να το μετανιώνω. Απ' ότι κατάλαβα σας άρεσε, αν και εστιάσατε σε σημεία που ομολογώ δεν περίμενα. Για να απαντήσω λοιπόν τις ερωτήσεις σας:

1. Τα μάτια μου έχουν γκρι χρώμα, δεν πείραξα την φωτογραφία και ούτε είναι κάποιο artifact.
2. Ναι, παίζω πιάνο όταν έχω διάθεση.

Έκλεισα τον υπολογιστή και πήρα ένα βιβλίο να διαβάσω. Δεν είχα διάθεση για άλλη κουβέντα. Μία ώρα μετά σηκώθηκα, πήγα στο γυμναστήριο, γύρισα, έκανα μπάνιο και ξάπλωσα κουρασμένη στο κρεββάτι. Άνοιξα τον υπολογιστή αλλά δεν είχα κάποιο νέο μήνυμα.

Δύο μέρες αργότερα δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Γιατί το πρόσεξα; Μιλούσα με δυο-τρεις που είχαν στείλει μηνύματα που έκρινα ότι άξιζαν απάντησης αλλά για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να καταλάβω ήλπιζα να απαντήσει. Βέβαια είχε πάρει απάντηση στις ερωτήσεις που είχε κάνει αλλά ποιος ο λόγος να τις κάνει αν δεν ήθελε να συνεχίσει κουβέντα;

Το βράδυ ωστόσο μου ήρθε μήνυμα.

Καλησπέρα,

Γκρι ε; Τα γονίδια είχαν κέφια και δεν αναφέρομαι μόνο στα μάτια σου
Μόνο πιάνο ή και Γαλλικά και μπαλέτο;

Πολύ θα ήθελα να ξέρω να παίζω κι εγώ κάποιο όργανο, well, κάποιο άλλο όργανο , αλλά δεν το έχω. Δε βαριέσαι, τουλάχιστον θέλω να πιστεύω ότι έχω καλό μουσικό γούστο.

Επίσης δε μου πάει και το μπαλέτο αν και μ' αρέσει να βλέπω. Γαλλικά πάντως έμαθα με την όχι και πολύ ευγενική πίεση των γονιών μου αλλά παιδάκι ήμουν τι να έκανα;

Γρηγόρης

. . . . . . . . .

Και έτσι μπήκε στη ζωή μου.

Μιλούσαμε για κάμποσο καιρό. Μου είχε πει ότι 40 χρονών, χωρισμένος και χωρίς παιδιά και είχε θέση ευθύνης -δεν μου είχε ξεκαθαρίσει τι είδους- σε μια μεγάλη εταιρία -ούτε αυτή μου την είχε πει ποια είναι.

Ήταν καλλιεργημένος και φαινόταν από τον τρόπο που έγραφε μα αυτό που με είχε κερδίσει ήταν το χιούμορ του και ο τρόπος που με ρωτούσε, χωρίς να γίνεται αδιάκριτος, για τα προσωπικά μου. Μα πάνω απ' όλα μου άρεσε η προσοχή που μου έδινε προσπαθώντας να δει και πίσω από τις λέξεις όταν έκρινε ότι χρειάζεται. Μιλούσαμε μόνο μέσω μηνυμάτων και αυτό γινόταν συνήθως τα βράδια και μέχρι όχι πολύ αργά. Αυτό άλλαξε ένα βράδυ που είχαμε πιάσει μια ενδιαφέρουσα κουβέντα -πολιτική κιόλας- και από τη φύση των μηνυμάτων μέσω ενός site δεν βοηθούσε στο ρυθμό της. Με ρώτησε αν έχω skype και του απάντησα ότι έχω. Μου έστειλε το mail του και τον έκανα add. Εκεί, σε αντίθεση με το site, είχε φωτογραφία του. Ωραίος άντρας, γκριζομάλλης με γελαστό πρόσωπο και γελαστά μάτια.

> Καλησπέρα κι από εδώ Μελίνα. Are you decent?
> Είμαι σαν την τρελή του Σιαγιό, μπορείτε να περιμένετε λίγο;
> Μπορούμε να μιλήσουμε και μόνο με voice αν δε νιώθεις άνετα.
> Όχι όχι, απλά δώστε μου 5' λεπτά. Θα σας καλέσω εγώ.
> Οκ, βάζω το χρονόμετρο.
> Χαχα
> 4:50, τρέχουμε.

Αγχώθηκα ξαφνικά. Σουλουπώθηκα στα γρήγορα, για κάποιο χαζό λόγο δεν ήθελα να τον αφήσω να περιμένει περισσότερο.

> Έτοιμος;
> 33 ολόκληρα δευτερόλεπτα to spare, not bad. Not bad at all.

- "Καλησπέρα σας."
- "Μόνος μου είμαι, Μελίνα."
- "Στο τσατ δε σας έχω μιλήσει ποτέ στον ενικό."
- "Μίλα μου όπως σε βολεύει, δεν έχω θέμα."
- "Σας ευχαριστώ."
- "Λοιπόν, όπως λέγαμε και πριν..."

Τον διέκοψα

- "Να σας ρωτήσω κάτι;"
- "Shoot."
- "Μου έκανε εντύπωση την πρώτη φορά που επικοινωνήσατε μαζί μου η ερώτηση για το χρώμα των ματιών μου."
- "And...?"
- "Τίποτα, απλά μου έκανε εντύπωση."
- "Αυτό δεν ήταν ερώτηση Μελίνα."
- "Ναι, έχετε δίκιο. Απλά μου έκανε εντύπωση."
- "Κοίτα, πρόσεξα όλη τη φωτογραφία αλλά η ερώτηση "το στήθος σου είναι πραγματικό;" δεν είναι του γούστου μου, προτιμώ πιο λεπτή προσέγγιση."
- "Άρα το κάνετε για να με προσεγγίσετε!"
- "Φυσικά, αλλιώς θα σου έγραφα ένα comment "εσένα θέλουμε Μαρίκα" και θα τέλειωνε εκεί το παραμύθι."
- "Λόγω της φωτογραφίας;"
- "Ναι, αφού δε γράφεις και πολλά.
- "Έχετε δίκιο αλλά..."
- "Αλλά τι;"
- "Δεν ξέρω."
- "Αν έπινες ποτό σε ένα μπαρ και ερχόμουν να σου μιλήσω η προσέγγιση για τον ίδιο αρχικά λόγο δεν θα είχε γίνει;"
- "Ναι, υποθέτω."
- "Όπως και να έχει, το γεγονός ότι σου μιλάω ακόμα σημαίνει ότι έχω εκτιμήσει και το περιεχόμενο του κεφαλιού σου, αν αυτό σε ανησυχούσε."
- "Μ' αρέσει που μιλάω μαζί σας."
- "Κι εμένα. Λοιπόν, όπως σου έλεγα και πριν..."
...

Πέρασαν δύο ώρες χωρίς να το καταλάβω. Είχα καταγοητευτεί από την παρουσία του, όχι μόνο από την εμφάνισή του και τη φωνή του αλλά και από τον τρόπο ομιλίας του, μιλούσε όπως έγραφε και ήταν αρκετά πειραχτήρι. Όταν τελειώσαμε ένιωθα σαν ζαλισμένο κοτόπουλο.

Αυτό ήταν, η επικοινωνία μας έγινε τακτική, κάθε βράδυ είχε τουλάχιστον μία ώρα βίντεο κλήσης και κάμποσες φορές έφτανε μέχρι και τις τρεις ώρες. Ήθελα να τον γνωρίσω και από κοντά αλλά δεν είχε κάνει κάποια κίνηση, δε μου είχε ζητήσει καλά-καλά το τηλέφωνό μου.

- "Θέλω να σας γνωρίσω από κοντά."
- "Ναι, αλλά να είσαι τρυφερή μαζί μου, είπε και μου έκλεισε το μάτι."
- "Θα προσπαθήσω να κρατηθώ, αλλά δεν σας το υπόσχομαι, του είπα παιχνιδιάρικα."
- "Ωραία, τοίχο-τοίχο λοιπόν."
- "Δε χρειάζεστε να φοβάστε, δεν έχω το κατάλληλο αξεσουάρ."
- "Α, είσαι παραδοσιακή δηλαδή."
- "Χαχα, όχι, δεν εννοούσα αυτό. Από αυτό το αξεσούαρ έχω, το φυσικό αξεσουάρ δεν έχω."
- "Έτσι λες εσύ, εγώ που το ξέρω ότι παλιά δεν σε έλεγαν Βαγγέλη;"
- "Κοριτσάκι γεννήθηκα, αλήθεια σας το λέω."
- "That remains to be seen" μου είπε κοροϊδευτικά.
- "Θα με εξετάσετε;"
- "Κάτσε πρώτα να με βγάλεις για ένα καφέ, λυσσάρα!"
- "Χαχαχαχαχα"
- "Λοιπόν, Παρασκευή κατά τις 10:00, τι λες;"
- "Ναι, μια χαρά είναι."
- "Ωραία, πες μου το κινητό σου και τη διεύθυνσή σου να έρθω."

Του τα είπα

- "Α, ωραία, μένουμε και σχετικά κοντά."
- "Εσείς που μένετε;"
- "4-5 χιλιόμετρα βορειότερα από εσένα."
- "Ωραία."
- "Να σου πω. Σε παρακαλώ να πεις σε κάποια φίλη σου ότι βγαίνεις μαζί μου και να ξέρει που είσαι."
- "Κινδυνεύω;"
- "Φυσικά και όχι αλλά είναι κάτι που λέω σε όλες όσες γνωρίζω εδώ."
- "Έχετε γνωρίσει πολλές;"
- "Κάμποσες."

Τσίμπημα. Ζήλια; Γιατί;

Καλά κρασιά. Φυσικά και ζηλεύεις, έχεις γοητευτεί μαζί του αγαπητή μου.

- "Σας εμπιστεύομαι."
- "Θα κάνεις αυτό που σου είπα και δεν σηκώνω κουβέντα επ' αυτού. Κατανοητός;"
- "Μάλιστα!"
- "Θαυμάσια. Αφού κάτσουμε θα πάρεις τη φίλη σου τηλέφωνο και θα της πεις που είμαστε."
- "Μάλιστα."
- "Ωραία, τους ζυγούς λύσατε γιατί έχουμε και πρωινό ξύπνημα."
- "Καλή σας νύχτα και όνειρα γλυκά."
- "Προτιμώ τα αλμυρά, τα βρίσκω πιο ενδιαφέροντα, μου είπε χαμογελώντας."
- "Όνειρα αλμυρά λοιπόν."

Οι δύο μέρες μέχρι την Παρασκευή μου φάνηκαν σαν δύο αιώνες αλλά επιτέλους ήρθε η μέρα. Από το άγχος μου είχα ετοιμαστεί από νωρίς οπότε καθόμουν και περίμενα σε αναμμένα κάρβουνα. Ο Γρηγόρης με είχε καταγοητεύσει αν και είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν είναι κυριαρχικός, είχε την τάση αλλά δεν είχε την εμπειρία και έτσι απέφευγε να δώσει τον τίτλο στον εαυτό του.

Από την άλλη ο τρόπος που μου μιλούσε και γενικά λειτουργούσε στο δικτυακό μας πάρε δώσε έκανε την καρδιά μου να χτυπάει και δεν το κρύβω, το αιδοίο μου να υγραίνεται. Παίζαμε, μου έδινε μικρά ανώδυνα τασκς τα οποία πάντα εκτελούσα με μεγάλη όρεξη, είχα πάρει πόζες - πάντα ντυμένη- για εκείνον και γενικά λάτρευα το χρόνο που περνούσα έστω και δικτυακά μαζί του. Ήλπιζα με όλη μου την καρδιά να υπάρχει και από κοντά η χημεία.

Ομολογώ πως ούτε κι εγώ είχα BDSM εμπειρίες. Είμαι δοτική, μ' αρέσει να προσφέρω στο παρτεναίρ μου και πάντα με έλκυαν, όχι ακριβώς οι αυταρχικοί άντρες αλλά αυτοί που στηρίζονταν αποκλειστικά στον εαυτό τους και ήθελαν να έχουν το τιμόνι, δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω καλύτερα. Στο δικτυακό φόρουμ είχα γραφτεί το τελευταίο τρίμηνο καθώς το είχα πετύχει σε αναζήτηση για το BDSM. Δεν συμμετείχα ενεργά, πιο πολύ αφιέρωνα χρόνο στο διάβασμα και εδώ που τα λέμε όντας άσχετη ντρεπόμουν και φοβόμουν να γράψω.

Ο Γρηγόρης ήταν από τους ανθρώπους που μου είχαν κάνει εντύπωση από τον τρόπο που έγραφε και απ' ότι είχα καταλάβει έτρεφε σεβασμού από τους συμφορουμίτες. Βέβαια χρειάστηκε η φωτογραφία μου για να μου μιλήσει αλλά τι άλλο θα μπορούσε από τη στιγμή που δεν είχα γράψει και τίποτα της προκοπής;

Είχα μέσα μου βαθιά το φόβο ότι με ήθελε μόνο γιατί του άρεσα εμφανισιακά αλλά από την άλλη θα σπαταλούσε τόσο χρόνο μαζί μου μόνο και μόνο για μερικά πηδήματα; Δεν μ' αρέσουν τα τσουβαλιάσματα αλλά πάλι η εμπειρία μου μού είχε δείξει ότι υπάρχουν άντρες που θα έκαναν το οτιδήποτε για να τους ανοίξω τα πόδια μου.

Με αυτές τις ευχάριστες σκέψεις πέρασε η ώρα και στις 22:00 ακριβώς χτύπησε το τηλέφωνό μου.

- "Είμαι από κάτω."
- "Κατεβαίνω, του είπα και πήρα μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να ηρεμήσω την καρδιά μου που έπαιζε ταμπούρλο."

Με περίμενε έξω από το αυτοκίνητο. Ήταν πολύ όμορφα ντυμένος, μου αρέσουν οι άντρες που ντύνονται με κουστούμι, άλλωστε μου είχε πει να ντυθώ κι εγώ καλά. Εγώ φορούσα ένα μαύρο φόρεμα, το οποίο ήταν όσο προκλητικό έπρεπε. Τον πλησίασα αμήχανη.

- "Γεια σου Μελίνα, μου είπε και με έπιασε από τα χέρια, με κράτησε ακίνητη και έγειρε πίσω να με δει ολόκληρη κάνοντάς με να κοκκινίσω."
- "Γεια σας... κύριε;"
- "Γρηγόρη με λένε."
- "Δεν... δεν μπορώ να σας πω με το όνομά σας, δεν μου πάει."
- "Μελινάκι μου, τα έχουμε πει αυτά."
- "Ναι, έχετε δίκιο... αλλά δε μου βγαίνει."
- "Καλά, δε θα χαλάσουμε τη βραδιά μας γι αυτό."
- "Σας ευχαριστώ ...κύριε."

Χαμογέλασε και μου άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και μπήκα μέσα και κάθισα.

- "Πού θα με πάτε;
- "Baraonda. Πάρε τηλέφωνο σε παρακαλώ τη φίλη σου."
- "Μάλιστα."

Η βραδιά ήταν υπέροχη. Πιο πολλή ώρα μιλούσε εκείνος ενώ εγώ τον κοίταζα σαν ερωτοχτυπημένο κοριτσόπουλο. Του άρεσα ωστόσο και αυτό φαινόταν και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το κρύψει. Γιατί άλλωστε;

Φύγαμε αργά και με πήγε μια πολύ μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο. Είχα πολύ κέφι και το ίδιο και εκείνος και δεν ήθελα η νύχτα να τελειώσει.

Φτάσαμε κάτω από το σπίτι μου. Βγήκε και μου άνοιξε την πόρτα.

- "Εδώ θα σε καληνυχτίσω μικρή, μου είπε."
- "Σας ευχαριστώ για την υπέροχη βραδιά."
- "Εγώ σ' ευχαριστώ. Είχα πολύ καιρό να περάσω τόσο όμορφα."

Δεν είπα τίποτα, απλά τον κοίταξα. Δεν χρειάστηκε κάτι περισσότερο, με έσφιξε πάνω του, έκλεισα τα μάτια μου και το πρώτο μας φιλί μου ρούφηξε την ψυχή.

-"Καληνύχτα Μελίνα" μου είπε χαμογελώντας.
-"Καλή σας νύχτα κύριε" του είπα ανταποδίδοντας το χαμόγελο.
-"Μελίνα, θέλω να σταματήσεις να με λες κύριο και να μου μιλάς στον πληθυντικό."

Τον κοίταξα διστακτική. Δεν ήταν ότι μου ζητούσε και τίποτα τρελό αλλά μου φαινόταν αδύνατο να τον πω με το όνομά του, πόσο μάλλον να του μιλήσω στον ενικό. Την πρώτη φορά που μου είχαν πει για πληθυντικούς και τα συναφή δεν το είχα πάρει και πολύ στα σοβαρά. "Μιλούσα" έτσι σε όποιον μου το ζητούσε αλλά μου φαινόταν ψεύτικο. Με εκείνον μου φαινόταν αδύνατο να κάνω αλλιώς.

-"Μου βγαίνει φυσικά... και μου αρέσει να σας μιλάω στον πληθυντικό."
-"Ναι, αλλά δεν αρέσει σε εμένα."
-"Μάλιστα."
-"Λοιπόν;"
-"..."

Χαμογέλασε με την άβολη σιωπή μου.

-"Καληνύχτα Μελίνα."
-"Καληνύχτα ...Γρηγόρη."
-"That's my girl." είπε χαμογελώντας πλατιά.
-"Your girl?" τον ρώτησα χαμογελώντας σα χαζή.

Μου χαμογέλασε, μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησε.

. . . . . . . . .

-"Μαμά;"
-"Έλα αγάπη μου." είπα στη Ναυσικά.
-"Πότε έρχεται ο μπαμπάς;"

Ο Γιάννης είχε φύγει πριν δυο μέρες για επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό και θα γύριζε το Σάββατο το πρωί.

-"Το Σάββατο έρχεται αγάπη μου. Θα πάμε να τον πάρουμε από το αεροδρόμιο."
-"Δε μου αρέσει που λείπει."
-"Ούτε εμένα μ' αρέσει αγάπη μου αλλά είναι μέρος της δουλειάς του."
-"Ούτε εμένα" συμπλήρωσε η Μαργαρίτα που παρακολουθούσε τη συζήτηση.
-"Εσύ δε φεύγεις ποτέ!" μου είπε η Ναυσικά.
-"Γιατί στη δική μου δουλειά δε χρειάζεται."
-"Εσύ δουλεύεις με τον παππού" δήλωσε η Μαργαρίτα.
-"Τελειώστε το πρωινό σας" τους είπα χαμογελώντας αλλά με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Τις άφησα στον παιδικό σταθμό και τους υπενθύμισα ότι το απόγευμα θα ερχόταν να τους πάρει η γιαγιά τους καθώς στο μαγαζί είχαμε απογραφή οπότε ούτε εγώ ούτε ο πατέρας μου θα τελειώναμε νωρίς. Η μέρα κύλισε αργά και κουραστικά και όταν τελειώσαμε γύρισα σπίτι, σήμερα τα κορίτσια θα έμεναν στον παππού και τη γιαγιά.

Όσο και αν είναι χαλαρωτικό το alone time μου έλειπαν και οι κόρες μου και ο Γιάννης. Μίλησα μαζί τους στο τηλέφωνο πριν πέσουν για ύπνο και μετά πήρα τηλέφωνο το Γιάννη. Μόλις είχε ανέβει στο δωμάτιό του και ήθελε να κάνει ένα ντουζ, οπότε μου είπε πως θα με καλέσει εκείνος σε λίγη ώρα από το Skype. Πράγματι, 15 λεπτά μετά είχα video κλήση.

-"Καλησπέρα μωρό μου" μου είπε.
-"Καλησπέρα αγάπη μου. Πώς είσαι; Πώς ήταν η μέρα σου;"
-"Εποικοδομητική αλλά κουραστική."
-"Αγόρασαν;"
-"Αγόρασαν αγόρασαν" μου είπε χαμογελώντας και συνέχισε "Τι κάνουν οι κοριτσάρες μας;"
-"Οι μικρές είναι στους γονείς μου, πριν από λίγο έπεσαν για ύπνο."
-"Γαμώτο, δεν πρόλαβα σήμερα να τις ακούσω για λίγο."
-"Τους λείπεις... όπως και σε μένα."
-"Κι εμένα μου λείπετε, πολύ. Ουφ, δυο μέρες είναι, θα περάσουν."
-"Κατά τα άλλα; Πώς είναι ο καιρός εκεί;"
-"Κωλόκαιρος αλλά σάμπως και έχουμε βγει καθόλου έξω; Από γραφείο σε γραφείο και από συνάντηση σε συνάντηση και μετά ξενοδοχείο. Οι υπόλοιποι θα βγουν σήμερα, εγώ δεν έχω ιδιαίτερη όρεξη."
-"Και τι θα κάνεις; Είναι νωρίς ακόμα!"
-"Θα κάτσω να διαβάσω και να δω καμιά ταινία. Πραγματικά δεν έχω όρεξη για έξοδο."
-"Εντάξει μωρό μου."
-"Βασικά έχω όρεξη για κάτι άλλο... αλλά λέω να κρατήσω δυνάμεις για το Σάββατο το βράδυ. Μπορούν οι γονείς σου να κρατήσουν τις μικρές;"
-"Θα τους ρωτήσω αλλά φαντάζομαι ότι θα μπορούν."

Μιλήσαμε για λίγη ώρα ακόμα και μετά τον καληνύχτισα. Άνοιξα μηχανικά την τηλεόραση αλλά δεν είχα όρεξη οπότε την έκλεισα γρήγορα.

Κάθισα στο πιάνο, το άνοιξα και άρχισα να παίζω. Πάντα με χαλαρώνει αυτό.

Χαλαρωμένη ξάπλωσα στο κρεββάτι και διάβασα για λίγη ώρα. Ούτε που το κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος.

Ήρθε πάλι στα όνειρά μου.

Και όπως κάθε φορά που με επισκέπτεται το πρωί με βρήκε άδεια.

. . . . . . . . .

Το ξέρω ότι το φλερτ είναι παιχνίδι αποπλάνησης. Το ξέρω ότι σε αυτό προσπαθείς να πουλήσεις μια εικόνα για να προσελκύσεις τον άλλον.

Ο Γρηγόρης... ο Γρηγόρης ήταν σαν δύο άνθρωποι. Άλλοτε χαμογελαστός και φωτεινός, άλλοτε πικρός και σκοτεινός. Δεν... δεν ξέρω τι περίμενα. Εννοώ ο άνθρωπος ποτέ δεν είχε κρύψει ότι είναι σαδιστής και ότι δεν τον ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο. Ήταν δυναμικός άντρας, αποφασιστικός και no-nonsense αλλά δεν ήθελε να μπλέκεται στα δικά μου. Όχι ότι δε με άκουγε ή δε με συμβούλευε αν του το ζητούσα αλλά... προτιμούσε να μην ανακατεύεται σε όποια πράγματα της καθημερινότητάς μου δεν τον αφορούσαν.

Δεν είναι ότι δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου, δεν είναι ότι δεν μπορώ να αποφασίσω εγώ αλλά δεν είναι αυτό που πραγματικά θέλω. Θέλω να ανήκω. Έτσι απλά. Ο Γρηγόρης δεν ήταν καν κτητικός, μου είχε δηλώσει ορθά-κοφτά ότι δεν τον πείραζε ακόμα και αν εγώ πήγαινε με κάποιον άλλον, υπό την προϋπόθεση ότι θα το μάθαινε εγκαίρως από εμένα. Και όταν λέμε εγκαίρως δεν εννοώ πριν συμβεί. Ας συνέβαινε και ας του το έλεγα μετά.

Δε θα ξεχάσω την πρώτη φορά που βρεθήκαμε μόνοι μας σπίτι του. Δύο εβδομάδες μετά την πρώτη μας έξοδο, καθώς στο ενδιάμεσο ήταν στο εξωτερικό.

- "Απόψε θα έρθεις σπίτι μου."
- "Μάλιστα" του είπα με ένα μείγμα χαράς και αμηχανίας.
- "Θα σε περιμένω στις 21:00"
- "Να σου κάνω μια ερώτηση;"
- "Να μου κάνεις."
- "Φοβάμαι ότι είναι χαζή."
- "Θα πάρεις το ρίσκο σου."
- "Τι... τι εννοείς;"
- "Αν είναι χαζή, θα τιμωρηθείς."
- "Χμμμ..."
- "Σε πειράζω χαζούλα, μπορείς να με ρωτήσεις ό,τι θες."
- "Να, ήθελα να σε-"
- "Και θα τιμωρηθείς αργότερα" συνέχισε κοροϊδευτικά.
- "Μάλιστα."
- "Τι μάλιστα, δε θα με ρωτήσεις;"
- "Α ναι... Τι... τι θες να φορέσω;"
- "Τι θα φορούσες αν βγαίναμε έξω;"
- "Φόρεμα."
- "Έχεις την απάντησή σου."
- "Μάλιστα."
- "Θα φέρεις και νυχτικό. Και φόρμα."
- "Μάλιστα."
- "Μαλλιά!"
- "Μάλιστα!"

Έβαλε τα γέλια. Κλείσαμε το τηλέφωνο.

Το βράδυ πήγα σπίτι του, δεν έμενε πολύ μακριά από εμένα. Τριώροφο με κήπο. Είσοδος προς υπόγειο γκαράζ στα αριστερά, η κύρια είσοδος στα δεξιά και η πρόσοψη περιτριγυρισμένη από χαμηλό τοιχίο με κάγκελα γεμάτα περικοκλάδες. Περιποιημένο. Έκανα δυο-τρεις γύρους και δεν βρήκα να παρκάρω. Φοβήθηκα ότι θα αργήσω και τον πήρα τηλέφωνο.

- "Καλησπέρα."
- "Έφτασες;"
- "Έχω φτάσει αλλά δε βρίσκω να παρκάρω."
- "Βάλτο μπροστά στο γκαράζ με τη μούρη ή τον κώλο, όπως σε βολεύει, έχει χώρο."
- "Δεν θα κλείσω κάποιον;"
- "Όχι, μόνος μου μένω, οι υπόλοιποι δεν έχουν μπει ακόμα μέσα."

Γύρισα προς τα πίσω. Η ράμπα που κατέβαινε στο υπόγειο πάρκινγκ δεν ήταν απότομη οπότε το έβαλα με τη μούρη. Έσβησα τη μηχανή, πήρα ένα μικρό σακβουαγιάζ που είχα βάλει μέσα του το νυχτικό μου, τη φόρμα και μια αλλαξιά εσώρουχα. Σε μία άλλη μικρή σακούλα είχα τα σνίκερς μου. Σε μια τρίτη σακούλα είχα ένα κουτί γλυκά, δε μου φαινόταν σωστό πρώτη φορά που θα πάω σπίτι του να πάω με άδεια χέρια. Κατέβηκα και πήγα στην είσοδο. Κοίταξα το κουδούνι: "Γ. Παπαναστασίου". Το χτύπησα. Άκουσα το χαρακτηριστικό βουητό και έσπρωξα την πόρτα και μπήκα μέσα. Στην είσοδο υπήρχε ένα ασανσέρ με η σκάλα αριστερά.

Δεν τον είχα ρωτήσει σε πιο όροφο μένει. Τον ξαναπήρα τηλέφωνο.

- "Τρίτο" μου είπε και έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβω να του απαντήσω.

Αναστέναξα και κάλεσα το ασανσέρ, το οποίο για πολυκατοικία τριών ορόφων είχε μεγάλο μέγεθος. Η πολυκατοικία ήταν καινούρια, όλα έλαμπαν και είχαν αυτή τη λάμψη που έχουν τα νέα αντικείμενα, σαν τα βγάζεις πρώτη φορά από το πλαστικό τους. Βγήκα στον τρίτο όροφο, υπήρχε μόνο μια πόρτα, ανοιχτή καφέ στο χρώμα. Φαινόταν βαριά. Χτύπησα το κουδούνι. Ο Γρηγόρης άνοιξε την πόρτα χαμογελαστός.

- "Καλώς την."

Τον κοίταξα για λίγο αμήχανη. Δεν έκανε κίνηση να με φιλήσει.

- "Θα κάτσεις έξω να κάνεις τον θαλαμοφύλακα;"
- "Ε... συγνώμη... του είπα και μπήκα μέσα."
- "Έφερες γλυκά βρε;"
- "Ναι, τάρτες που μου είπες ότι σ' αρέσουν."
- "Σ' ευχαριστώ κοριτσάρα μου", μου είπε και χαμογέλασα. Ένιωθα φοβερά αμήχανα. Του έδωσα αβέβαια τη σακούλα με το κουτί. Την πήρε αλλά δεν την πήγε μέσα, στάθηκε και με κοίταζε.
- "Τι;" τον ρώτησα αμήχανα.
- "Τίποτα, απλά σε θαυμάζω."
- "Εγκρίνεις;" τον ρώτησα.
- "Μετ' επαίνων."
- "Ε... ευχαριστώ;" του είπα αβέβαιη, θεέ μου, έκανα σαν κοριτσόπουλο.
- "Παρακαλώ;" μου είπε στον ίδιο τόνο αλλά πειρακτικά.

Κοιταζόμασταν για μερικές στιγμές και ένιωθα πολύ άβολα. Ήταν όλα τόσο διαφορετικά από την ημέρα που είχαμε βγει πρώτη φορά. Και ήρθα εδώ για να κάτσω το βράδυ, αλλιώς γιατί να φέρω νυχτικό και φόρμα;

- "Έλα μαζί μου" είπε και κίνησε χωρίς να με κοιτάξει. Τον ακολούθησα διστακτικά. Με πήγε στην κουζίνα.

Κουζίνα... σε άλλα διαμερίσματα το σαλόνι θα ήταν αναλόγου μεγέθους. Τεράστια, με ένα μεγάλο πάγκο που είχε και το ρόλο του τραπεζιού σε νησίδα στο κέντρο. Πάγκους, ντουλάπια και συρτάρια στους δύο τοίχους, ένας διπλός μεγάλος νεροχύτης με το παράθυρο από πάνω του και πόρτα στα αριστερά του που έβγαζε σε κάποιο μπαλκόνι, ψυγείο, φούρνος και φούρνος μικροκυμάτων και κάποια επιπλέον ντουλάπια στον τρίτο τοίχο.

Φανατική καθαριότητα, όλα έλαμπαν.

Ο Γρηγόρης άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε καφέ και ζάχαρη.

- "Θες καφέ;"
- "Τέτοια ώρα;"
- "Ναι."
- "Θα προτιμούσα να μην πιω, θα κάνω την κουκουβάγια."
- "Καλώς. Θες κάτι άλλο να πιεις; Κρασί; Μπύρα; Αναψυκτικό; Χυμό;"
- "Θα ήθελα να πιω κρασί."
- "Σ' αρέσει η σαγκρία;"
- "Ναι, πολύ."
- "Ωραία". Άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα μήλο, δύο ροδάκινα και ένα πορτοκάλι.
- "Κόψε το μήλο και τα ροδάκινα σε κυβάκια και το πορτοκάλι σε ροδέλες."
- "Ευχαρίστως. Θα μου δώσεις σε παρακαλώ ένα μαχαίρι;"

Άνοιξε ένα συρτάρι με τα μαχαιροπίρουνα κάτω από τον πάγκο. Έβγαλε ένα μαχαίρι μου μου το έδωσε. Έπλυνα το μήλο και τα ροδάκινα και τα τεμάχισα σε μικρά κυβάκια σε ένα πιατάκι. Ξεφλούδισα και έκοψα το πορτοκάλι σε λεπτές ροδέλες. Ο Γρηγόρης έβγαλε από το ψυγείο ένα μπουκάλι με το γλυκό, κόκκινο κρασί και γέμισε μια μεγάλη κανάτα. Άδειασα το πιατάκι στην κανάτα και πέταξα μέσα και τις ροδέλες από το πορτοκάλι.

- "Άστα λίγο να κάτσουν να πιουν το κρασί."
- "Μάλιστα."
- "Τον καφέ μου τον πίνω με μιάμιση κουταλιά καφέ, μιάμιση ζάχαρη και αρκετό γάλα."
- "Μάλιστα" απάντησα και πήγα να τον φτιάξω.

Μου είχε δώσει ένα μεγάλο μεταλλικό ποτήρι-shaker. Έβαλα την ποσότητα που μου ζήτησε αλλά όταν πήγα να βάλω νερό από τη βρύση μου έκανε νόημα να σταματήσω. Άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα μπουκάλι νερό και μου το έδωσε. Έριξα το νερό στο στο ποτήρι και τον χτύπησα στην φραπεδιέρα που είχε. Επαγγελματική, του αρέσει πολύ ο φραπέ. Όταν έκρινα ότι τον χτύπησα όσο έπρεπε, του έβαλα νερό και συμπλήρωσα και γάλα κοιτώντας τον. Όταν μου έκανε νόημα, σταμάτησα να βάζω γάλα.

- "Βάλε 4-5 παγάκια."
- "Μάλιστα" απάντησα και άνοιξα τον καταψύκτη του για να βρω παγάκια.
- "Δεν είναι εκεί τα παγάκια. Βγαίνουν από τη μηχανή στην πόρτα του ψυγείου."

Κοίταξα πιο προσεκτικά, αυτό που στην αρχή είχα υποθέσει ότι έβγαζε κρύο νερό, αντιθέτως έβγαζε παγάκια. Πάτησα το ποτήρι πάνω και άρχισαν να πέφτουν παγάκια, σεβαστού μεγέθους. Στο τέταρτο σταμάτησα, φοβήθηκα να βάλω παραπάνω μην του αραιώσει υπερβολικά ο καφές, ήταν και μεγάλο το ποτήρι.

- "Ορίστε" του είπα και πήγα να του τον δώσω.
- "Όχι εδώ."

Τον κοίταξα περιμένοντας να μου πει τι να κάνω. Δεν είπε τίποτα, μόνο πήρε την κανάτα με το κρασί και βγήκε από την κουζίνα. Έμεινα να χάσκω για μερικές στιγμές και τον ακολούθησα.

Είχε πάει στο σαλόνι. Μεγάλο αλλά λιτά επιπλωμένο. Τζάκι, βιβλιοθήκες που έπιαναν όλο τον τοίχο, από πάνω μέχρι κάτω, γεμάτες βιβλία. Δύο μπαλκονόπορτες, μια μεγάλη σαλοτραπεζαρία, γωνιακό καναπέ, τρεις πολυθρόνες. Βαμμένο σε απαλό μπεζ και γκρι της άμμου.

Κάθισε στον καναπέ και ακούμπησε την κανάτα με το κρασί και το ποτήρι μου στο τραπεζάκι.

- "Θα μου δώσεις τον καφέ μου;"
- "Ναι, βεβαίως" έκανα και πήγα να του τον δώσω.
- "Έτσι σερβίρεις;"
- "Ορίστε;"
- "Έτσι σερβίρεις τον καφέ; Μου τον δίνεις στα μούτρα;"
- "Όχι... Ναι.. Δεν... δεν ξέρω."
- "Δεν θέλω να μου τον δώσεις στο χέρι. Θέλω να μου τον προσφέρεις. Έχει μεγάλη διαφορά."
- "Τι... τι να κάνω;"
- "Πώς θα πρόσφερες κάτι σε ένα βασιλιά;"
- "..."
- "Λοιπόν;"

Δεν ήξερα τι να κάνω. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα μπορούσα να προσφέρω σε κάποιον για τον οποίον νιώθω δέος.

Ξαφνικά ήξερα τι πρέπει να κάνω. Πήγα και στάθηκα μπροστά του. Γονάτισα, ευτυχώς το φόρεμά μου, κοντό και ανοιχτό μου επέτρεψε την κίνηση. Με το βλέμμα μου χαμηλά, κρατώντας τον και με τα δυο μου χέρια του πρόσφερα τον καφέ του.

- "Σ' ευχαριστώ" μου είπε χαμογελαστός. Πήρε τον καφέ του και τράβηξε μια ρουφηξιά. "Μπράβο Μελινάκι μου, τον έφτιαξες πολύ καλά."
- "Σε... Ευχαρίστησή μου."

Δεν έκανε κίνηση να με σηκώσει οπότε κάθισα εκεί γονατιστή.

- "Σου έλειψα;"

Πώς να σου λείψει κάτι που δεν είχες; Μια φορά είχαμε βγει και μετά έλειπε για δύο εβδομάδες. Κάθε μέρα μιλούσαμε με τις ώρες στο skype αλλά η φυσική του παρουσία δε μου είχε λείψει.

- "Δεν ξέρω."
- "Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής."
- "Όχι... Εννοώ..."
- "Ξέρω τι εννοείς."
- "Όμως... όμως λαχταρούσα να βρεθούμε και πάλι."
- "Πώς νιώθεις;"
- "..."
- "Έλα τώρα, Μελίνα. Μίλα, δε θα σε φάω."
- "Περίεργα. Είσαι... είσαι διαφορετικός. Σαν... σαν να με κρατάς σε απόσταση."
- "Σε απόσταση;"
- "Δεν... δεν με έχεις αγγίξει καθόλου. Δε με πήρες μια αγκαλιά. Δύο... δύο εβδομάδες έχεις να με δεις."
- "Γιατί δεν το έκανες εσύ;"
- "Γιατί..."

Γιατί άραγε;

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω μου. Ήταν υπέροχος. Ήθελα... ήθελα να με πάρει, να με σφίξει πάνω του, να με φιλήσει...

- "Λοιπόν;"
- "..."

Δεν μπορούσα να τον κοιτάζω άλλο, χαμήλωσα το κεφάλι κοιτώντας στο πάτωμα. Έβαλε το χέρι του κάτω από το πηγούνι του και μου σήκωσε το κεφάλι αλλά εγώ κράτησα τα μάτια μου κάτω.

- "Κοίτα με."

Σήκωσα το βλέμμα μου για μια στιγμή και το χαμήλωσα στιγμιαία. Δεν ήταν γελαστός. Δεν ξέρω γιατί αλλά ταράχτηκα.

- "Είπα κοίτα με" μου ζήτησε επιτακτικά. Με τα χίλια ζόρια σήκωσα το βλέμμα μου πάνω του. Το συνήθως γελαστό πρόσωπο με τα εκφραστικά μάτια ήταν σοβαρό. Όχι συνοφρυωμένο αλλά σοβαρό. Τα μάτια του... δεν ξέρω πως να το περιγράψω. Ένιωσα σαν να με κοιτάζει κάποιο αρπακτικό. Ταράχτηκα και χαμήλωσα πάλι το βλέμμα μου.
- "Μάλιστα..." είπε απλά.
- "..."
- "Θες να φύγεις;"

Ήθελα και δεν ήθελα. Ήθελα να κάτσω και ήθελα να φύγω τρέχοντας. Ήταν σαν να έβλεπα άλλον άνθρωπο, όχι αυτόν που μιλούσα καθημερινά στο skype, όχι αυτόν που είχα γνωρίσει δύο εβδομάδες πριν.

- "Αν θες να φύγεις είσαι ελεύθερη. No questions will be asked and no hard feelings will be kept."
- "Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω. Είσαι... είσαι διαφορετικός. Με κάνεις και νιώθω πολύ άβολα."
- "Μα δε σου έκανα τίποτα!"
- "Δεν είναι αυτό. Είσαι... είσαι απόμακρος."
- "Γιατί δε με πλησιάζεις;"
- "Δεν ξέρω... δεν ξέρω πως να σε πλησιάσω" απάντησα απελπισμένη.

Το χέρι του μου χάιδεψε το πρόσωπο και ασυναίσθητα το ακολούθησα. Είχα ανάγκη την επαφή.

Έσκυψε προς τα μένα και με φίλησε ανάλαφρα στα χείλη. Μετά τραβήχτηκε πίσω. Το βλέμμα μου τον ακολούθησε. Σηκώθηκε όρθιος και έφυγε από μπροστά μου, αφήνοντάς με γονατισμένη μπροστά από τον άδειο καναπέ. Δεν σηκώθηκα, έμεινα εκεί κοιτάζοντας το κενό.

Τότε άρχισε να παίζει απαλά μουσική.

The rusted chains of prison moons
Are shattered by the sun
I walk a road horizons change
The tournament's begun
The purple piper plays his tune
The choir softly sing
Three lullabies in an ancient tongue
For the court of the crimson king

- "Χορεύετε δεσποινίς;"

Σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα, χαμογελούσε. Χαμογελώντας κι εγώ σηκώθηκα και με πήρε στην αγκαλιά του. Αρχίσαμε να λικνιζόμαστε. Τραγουδούσε στο αυτί μου σιγανά, είχε όμορφη φωνή.

The keeper of the city keys
Puts shutters on the dreams
I wait outside the pilgrim's door
With insufficient schemes
The black queen chants the funeral march
The cracked brass bells will ring
To summon back the fire witch
To the court of the crimson king

Είχα δέσει τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του και τον κρατούσα σφιχτά. Εκείνος με είχε αγκαλιάσει χαμηλά στην πλάτη και με χάιδευε απαλά.

The gardener plants an evergreen
Whilst trampling on a flower
I chase the wind of a prism ship
To taste the sweet and sour
The pattern juggler lifts his hand
The orchestra begin
As slowly turns the grinding wheel
In the court of the crimson king

Η μελαγχολική μελωδία του τραγουδιού ήταν υπνωτική. Είχα κλείσει τα μάτια μου και σχεδόν την ένιωθα να ρέει μέσα μου, κάνοντάς με να νιώθω ένα αβάσταχτα γλυκό πόνο. Δεν ξέρω τι ήταν, έμοιαζε με νοσταλγία αλλά... αλλά για ποιο πράγμα;

On soft grey mornings widows cry
The wise men share a joke
I run to grasp divining signs
To satisfy the hoax
The yellow jester does not play
But gently pulls the strings
And smiles as the puppets dance
In the court of the crimson king

Συνεχίσαμε να λικνιζόμαστε μέχρι που τέλειωσε η μουσική. Ο Γρηγόρης τραβήχτηκε και τον άφησα απρόθυμα. Γύρισε και κάθισε πάλι στον καναπέ. Δεν ήξερα τι να κάνω... πήγα και γονάτισα ξανά μπροστά του.

Με χάιδεψε απαλά στο μάγουλο κάνοντάς με και πάλι να τριφτώ πάνω του. Μετά... μετά τα χέρια του κινήθηκαν προς τις τιράντες του φορέματός μου και μου τις κατέβασε στους ώμους. Μου κατέβασε το φόρεμα μέχρι που φάνηκε το στήθος μου, δεν είχα φορέσει σουτιέν.

Ένιωσα πολύ άβολα, ήθελα ξαφνικά να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο πάτωμα, με την άκρη τους τον είδα να κάθεται πίσω στον καναπέ. Παρόλο που ένιωθα τη ματιά του να καρφώνεται στο γυμνό μου στήθος και παρά την τρομερή αμηχανία που ένιωθα, ατσάλωσα τον εαυτό μου και δεν κινήθηκα ρούπι.

Το πάτωμα δεν είχε χαλί και τα γόνατά μου είχαν αρχίσει να με πονάνε. Ο Γρηγόρης λες και διάβασε τη σκέψη μου, σηκώθηκε και πήγε και μου έφερε ένα παχύ μαξιλάρι.

- "Κάτσε πάνω στο μαξιλάρι."
- "Μάλιστα" απάντησα και σηκώθηκα και έβαλα το μαξιλάρι κάτω μου και γονάτισα πάνω του. Η υφή του και το πόσο μαλακό ήταν μου ανακούφισαν τα γόνατα κάνοντάς με να νιώσω καλύτερα.

Και μετά θυμήθηκα πάλι τα εκτεθειμένα στο βλέμμα του στήθη μου.

- "Πες μου μια ιστορία."
- "Τι... τι ιστορία θέλεις να σου πω;"
- "Ερωτική."

Ασυναίσθητα χαμήλωσα το βλέμμα μου και κοίταξα τα στήθη μου.

- "Θέλεις... θέλεις να έχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα;"
- "Όχι, ότι σου έρθει στο μυαλό αρκεί να είναι δική σου, να την έχεις ζήσει."

Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε η πρώτη φορά που έκανα στοματικό έρωτα στο μυαλό. Εννοώ... μου αρέσει, μου αρέσει να προσφέρω το στόμα μου για να ικανοποιήσω τον παρτεναίρ μου αλλά...

Πραγματικά δεν ξέρω.

- "Ήμουν 19 χρονών την πρώτη φορά που πήρα άντρα στο στόμα μου."
- "Ενδιαφέρον, για λέγε."
- "Ήμασταν... είχαμε βγει έξω και είχαμε πάει για ποτό. Ήμουν στο πρώτο έτος της σχολής μου. Δεν ήταν... δεν ήταν ο πρώτος μου... αλλά δεν... αυτό δεν το είχα ξανακάνει. Έμενε με τους δικούς του κι εγώ με τους δικούς μου. Δεν... δεν ήμασταν πολύ καιρό μαζί και δεν είχαμε προχωρήσει περισσότερο από χάδια και αυτά πάνω από τα ρούχα. Εκείνος δηλαδή, εγώ δεν... δεν τον είχα ακουμπήσει ακόμα. Μετά το ποτό πήγαμε στην Πεντέλη, στην πίσω μεριά. Σταματήσαμε το αυτοκίνητο και πήγαμε και κάτσαμε πίσω. Ίσως, ίσως ήταν τα ποτά αλλά ένιωθα δεν ξέρω, λιγότερο σφιγμένη. Με φιλούσε και με χάιδευε στο στήθος και μετά... μετά με έγδυσε από πάνω και άρχισε να με... να με γλείφει και να με πιπιλάει. Ούτε αυτό το έκανα πρώτη φορά αλλά ο Κώστας το έκανε... το έκανε πολύ καλά. Σίγουρα καλύτερα από τους δύο πρώην μου στο λύκειο. Είχα... ένιωθα διέγερση. Και... και έτσι απλά τον χάιδεψα κι εγώ. Απαλά στην αρχή αλλά... δεν ξέρω, μετά σα να φούντωσα."

Κάπως έτσι είχα αρχίσει να αισθάνομαι εκείνη τη στιγμή.

- "Χαϊδέψου", με με διέταξε..

Σάστισα για λίγο.

- "Χαϊδέψου. Συνέχισε την ιστορία σου και απλά χαϊδέψου όσο τη λες."

Ντράπηκα και φούντωσα και όσο ντρεπόμουν τόσο φούντωνα. Ένιωσα ξαφνικά να υγραίνομαι. Αργά και διστακτικά ανασήκωσα το φόρεμά μου και έφερα το χέρι μου πάνω από το κιλοτάκι μου και άρχισα να χαϊδεύομαι.

- "Συνέχισε."
- "Ναι... ε... έλεγα ότι... ότι φού-φούντωσα. Του ξεκούμπωσα το... το παντελόνι και έβαλα το χέρι μου μέσα και τον έπιασα. Έκαιγε... έκαιγε στα χέρια μου. Ανασηκώθηκε και... και τράβηξε το παντελόνι του και το μποξεράκι του και... και... είδα αυτό που έπιανα στα χέρια μου."

Ταυτόχρονα τριβόμουν πάνω από το κιλοτάκι μου. Ήθελα... ήθελα να με αγγίξω από μέσα αλλά...

- "Γρηγόρη;"
- "Παρακαλώ;"
- "Μου... μου επιτρέπεις σε παρακαλώ να... να χαϊδευτώ από... από μέσα;"
- "Βεβαίως" μου απάντησε χαμογελώντας.

Άρχισα να παίζω με την κλειτορίδα μου και συνέχισα τη διήγηση προσπαθώντας όσο μπορούσα να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Δεν ήταν καθόλου εύκολο!

- "Τον κρατούσα σφιχτά στη χούφτα μου. Ένιωθα... ένιωθα υπέροχα. Άρχισα να τον παίζω, ατσούμπαλα στην αρχή και ο Κώστας με καθοδηγούσε. Πιο απαλά μου είπε. Πιο αργά. Κάνε κυκλικές κινήσεις. Το έκανα. Είχε... είχε κλειστά τα μάτια του... κι εγώ έπαιζα με τον... τον πούτσο... τον πούτσο του."

Έβαλα τον μέσο μου ...μέσα μου. Είχα καυλώσει απίστευτα. Άρχισα να παίζω το μουνάκι μου αλλά και ξεχάστηκα... σταμάτησα να μιλάω. Με επανέφερε ένα μέτριας δύναμης χαστούκι.

- "Γιατί σταμάτησες;"
- "Συ... συγνώμη."
- "Συνέχισε."
- "Μά... μάλιστα ψέλλισα και συνέχισα: Είχε... είχε κλείσει τα μάτια του και το απολάμβανε. Και τότε... δεν ξέρω... δεν ξέρω πως μου ήρθε αλλά... αλλά χαμήλωσα και τον πήρα διστακτικά στο στόμα μου. Πρώτη φορά... η γεύση του... η μυρωδιά του... δεν ξέρω... με ξετρέλανε. Δεν... δεν το είχα ξανακάνει και ...πήγαινα από ένστικτο. Ίσως... ίσως με περισσότερο ενθουσιασμο... εννοώ ήταν πρώτη φορά... δεν ήξερα. Με σταμάτησε και μου είπε να το κάνω πιο απαλά. Μόνο με τα χείλη μου, να μην... να μην τον ακουμπάνε τα δόντια."

Νέο μέτριας δύναμης χαστούκι.

- "Γιατί σταμάτησες να χαϊδεύεσαι;"
- "Συγνώμη."
- "Δε θέλω να ζητάς συγνώμη, θέλω να μην φτάνεις στο σημείο να πρέπει να ζητήσεις συγνώμη."
- "Μάλιστα."
- "Την επόμενη φορά που θα το κάνεις είναι 15 με τη ζώνη, έγινα κατανοητός;"
- "Μάλιστα."

Άρχισα και πάλι να χαϊδεύομαι προσπαθώντας να συνεχίσω τη διήγηση.

- "Δεν... δεν νομίζω ότι το έκανα και πολύ καλά. Εννοώ... δεν... δεν τον κατάφερα να τελειώσει έτσι. Όμως... μου άρεσε... μου άρεσε πολύ. Ένιωθα... ένιωθα ότι προσφέρω τον εαυτό μου μόνο για την ευχαρίστησή του. Με... με σταμάτησε κάποια στιγμή."

Έβαλα πάλι δάχτυλο μέσα μου στενάζοντας.

- "Μου... μου χαμογελούσε. Άρχισε... άρχισε να την παίζει μόνος του. Εγώ απλά τον... τον κοιτούσα. Είχε κλείσει τα μάτια του και είχε αρχίσει να επιταχύνει. Οι... οι ανάσες του ήταν κοφτές."

Το ίδιο είχαν γίνει και οι δικές μου.

- "Κάποια... κάποια στιγμή μου είπε... να σκύψω... να σκύψω από πάνω του. Τον υπάκουσα χωρίς να σκεφτώ. Με... με έπιασε από το κεφάλι και με έσπρωξε πάνω του. Έχωσε την άκρη του πούτσου του στο στόμα μου ενώ τον έπαιζε ακόμα. Ένιωσα τον πούτσο του να αρχίζει να δονείται. Σταμάτησε... σταμάτησε να τον παίζει και μου τον έβαλε βαθιά μέσα στο στόμα. Ο πούτσος του... σαν... σαν να παλλόταν. Και έχυσε... έχυσε στο στόμα μου. Άκουγα τα βογγητά της ηδονής του και ριπές καυτού χυσιού το πλημμύρισαν. Κα... κατάπια χωρίς... χωρίς να σκεφτώ. Ήταν πικρό αλλά δεν... δεν αηδίασα. Κατάπια όλο... όλο το χύσι του. Τον... τον ρούφηξα, τον στράγγισα."

Κοίταξα τον Γρηγόρη στα μάτια.

- "Μα... μα δεν ήταν αυτό η ανταμοιβή μου. Το βλέμμα του... το βλέμμα του όταν... όταν σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα. Αυτή... αυτή ήταν η πραγματική μου ανταμοιβή. Το βλέμμα του, το γεμάτο ευχαρίστηση και ικανοποίηση βλέμμα του."

Είχα ξεχαστεί και πάλι και είχα σταματήσει να χαϊδεύομαι. Ο Γρηγόρης δεν είπε τίποτα. Απλά με κοιτούσε.

- "Συγνώμη... συγνώμη."
- "Σήκω όρθια."

Τον υπάκουσα αμίλητη.

- "Βγάλε το φόρεμά σου, θέλω να μείνεις με το κιλοτάκι."
- "Μάλιστα του είπα και έβγαλα το φόρεμά μου."

Ήμουν σχεδόν γυμνή στο σαλόνι του. Τα φώτα δεν ήταν χαμηλωμένα.

- "Κάτσε στα τέσσερα στον καναπέ. Ακούμπα στην πλάτη του."

Έκανα όπως μου είπε, κάθισα όσο πιο αισθησιακά μπορούσα λυγίζοντας τη μέση μου και τουρλώνοντας τον κώλο μου. Ήξερα πόσο αρέσει αυτό στους άντρες και εδώ που τα λέμε το να είμαι καθιστή στα τέσσερα είναι η αγαπημένη μου στάση στο σεξ.

Μόνο που τώρα ο κώλος μου θα δοκίμαζε για πρώτη φορά στη ζωή μου ζώνη. Είχα... είχα τέτοιες φαντασιώσεις αλλά μέχρι που γνώρισα το Γρηγόρη στα 25 μου δεν τις είχα πραγματοποιήσει.

- "Ξέρεις τι θα γίνει τώρα, έτσι;"
- "Μάλιστα."
- "Τι θα γίνει;"
- "Θα... θα τιμωρηθώ που δεν... δεν σε υπάκουσα."
- "Θα μετράς καθαρά. Αρχικά θα είναι δεκαπέντε."
- "Α-αρχικά;"
- "Κάθε φορά που θα χάνεις το μέτρημα το χτύπημα θα επαναλαμβάνεται. Στο χέρι σου είναι να μείνουμε στις δεκαπέντε. Έγινα κατανοητός;"
- "Μάλιστα."

Σφίχτηκα. Δεν με είχε χτυπήσει κανείς ποτέ με ζώνη, το πιο προχωρημένο που είχα κάνει ήταν spanking και αυτό ελαφρύ.

Η πρώτη δεν ήταν δυνατή. Πόνεσε σα διάολος αλλά δεν ήταν από τις δυνατές του. Το ξέρω... το ξέρω γιατί μετά έριξε πιο δυνατές.

- "Μία..."

Περίμενα για μερικές στιγμές. Η δεύτερη έπεσε σε διαφορετικό σημείο αλλά ήταν πιο δυνατή.

- "Δύο" είπα με δυσκολία. Έτσουζε... έτσουζε...

Η τρίτη και η τέταρτη ήρθαν σχεδόν απανωτές.

- "Τρεις... Τέ--τέσσερις...", τα μάτια μου είχαν δακρύσει.
- "Πέντε... Έ--Έξι... Επταάα..."

Πάλι κενό διάστημα. Ένιωθα ότι τα κωλομέρια μου είχαν αρπάξει φωτιά. Και... και δεν είχαμε φτάσει καν στη μέση.

- "Οκτώ... ααααχ... Εννιά... δέκα."

Προσπαθούσα με τα νύχια και με δόντια να μην κλάψω. Εκεί στα τέσσερα, προσέφερα το σώμα μου να δεχτεί την τιμωρία του. Είχε σταματήσει πάλι. Η ζώνη... η ζώνη έπεφτε σε πολύ άτακτα διαστήματα. Και αυτό... και αυτό ήταν μέρος της τιμωρίας. Να μην υπάρχει κανονικότητα. Να μην... να μην ξέρω πότε θα πέσει η επό-...

- "ΑΑΑΑΑΟΥΥΥΥΥΥ"

Δεν είπα το νούμερο

- "Η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, όπως θα διαπιστώσεις."

Έπεσε ακόμα πιο δυνατή.

- "Έντεκα ΑΟΥΥΥΥ..."
- "Δώδεκα... ΑΑΑΑΟΥΥ δεκατρείς... ΑΑΑΑΑΑΑΑΟΥΥΥΥΥ δεκατέσσερις."

Η δέκατη πέμπτη ήταν σαν χάδι.

- "Δεκαπέντε."
- "Τι λέμε;"
- "Συγνώμη... συγνώμη που... που δεν σε υπάκουσα σωστά."
- "Τι λέμε, Μελίνα;"
- "Σε... σε ευχαριστώ."
- "Για πιο πράγμα;"
- "Που... που..."
- "Που;"
- "Που με διορθώνεις."
- "Κάτσε ακίνητη."

Τα κωλομέρια μου έκαιγαν. Έτσουζαν. Και τότε ένιωσα τα χείλη του πάνω τους. Με φιλούσαν γλυκά. Με φίλησε σε όλα τα σημεία που είχε χτυπήσει.

Τα κωλομέρια του έκαιγαν. Έτσουζαν... έτσουζαν.

Και δεν με ένοιαζε καθόλου.

Είχε έρθει πάλι στα όνειρά μου... και το πρωί με βρήκε άδεια.

Τον αγαπάω το Γιάννη.

Τον αγαπάω και όχι γιατί είναι απλά ο πατέρας των παιδιών μου. Μετά το Γρηγόρη γνώρισα κάμποσους αλλά κανένας δε μου έκανε κλικ. Για ένα εξάμηνο δεν είχα καμία διάθεση για τίποτα. Μετά άρχισα να ανοίγομαι σιγά σιγά και πάλι αλλά κανένας δεν είχε αυτό το κάτι. Δεν είναι ότι δε δοκίμασα, απλά περνούσαν και δεν ακουμπούσαν. Πέρασαν δύο χρόνια μέχρι να βρω ξανά κάποιον που θα μου έκανε αυτό το κλικ, και αυτός ο κάποιος είναι ο Γιάννης, ο άντρας μου, ο πατέρας των παιδιών μου.

Ο έρωτας μπορεί να μην ήταν κεραυνοβόλος αλλά ήρθε. Ήρθε και ήταν ακόμα πιο έντονος. Δε μου αρέσει να κάνω συγκρίσεις αλλά το Γιάννη τον ερωτεύτηκα πιο βαθιά απ' ότι το Γρηγόρη, ο οποίος μέχρι που γνώρισα τον άντρα μου ήταν ο μόνος μου έρωτας. Ίσως... ίσως γιατί ο Γιάννης με άφησε. Δεν αισθανόμουν αμυντικά μαζί του, ήταν πάντα ζεστός και γήινος. Σαφώς πολύ λιγότερο εκκεντρικός από το Γρηγόρη είχε και έχει αυτή την ήρεμη δύναμη που σε καθησυχάζει. Ο Γιάννης είναι πάντα ήρεμος, ποτέ δε σηκώνει φωνή, ακόμα και όταν τσακωνόμαστε συνήθως με αφήνει και τσακώνομαι μόνη μου. Είναι κτητικός χωρίς ωστόσο να είναι καταπιεστικός, στο σεξ του αρέσει και να δίνει και όχι μόνο να παίρνει και γενικά είναι όλα αυτά που ήλπιζα να έχει ο σύντροφός μου. Ήθελα να νιώσω και πάλι ότι ανήκω ψυχή και σώμα σε κάποιον και ο Γιάννης ήταν και είναι αυτός ο κάποιος.

Γιατί αυτή του η κυριαρχία δεν επεκτείνεται και στο βασίλειο του Μορφέα; Γιατί ταράζομαι όταν επισκέπτεται τα όνειρά μου ο Γρηγόρης; Γιατί ξυπνάω άδεια μετά από κάθε του επίσκεψη;

. . . . . . . . .

Δεν ήξερα ποτέ τι να περιμένω μαζί του. Από τη μία ήταν τρυφερός και γλυκός και από την άλλη σκληρός και απόμακρος. Το χιούμορ του, που ποτέ δεν έλειπε, άλλες φορές με έκανε να γελάω με την ψυχή μου και άλλες φορές με πάγωνε. Πάντα όμως ήταν απόμακρος. Εννοώ ακόμα και στις πιο τρυφερές στιγμές μας ένιωθα ότι υπάρχει ένα χάσμα που δε μπορούσα να διασχίσω και ποτέ δεν άπλωσε μια γέφυρα. Δεν είναι ότι δε μου ανοιγόταν, δεν ήταν ότι μου κρατούσε κάποια μυστικά αλλά ακόμα και στις πιο ευαίσθητες, τις πιο προσωπικές μας στιγμές ένιωθα ότι έχω μπροστά μου ένα τείχος που ακόμα και αν το ξεπερνούσα θα συναντούσα μπροστά μου ένα δεύτερο.

Δεν ξέρω... δεν ξέρω πως να το περιγράψω.

Μου είχε δηλώσει ορθά-κοφτά ότι είμαι ελεύθερη να πάω με όποιον θέλω αν το επιθυμούσα, υπό δύο προϋποθέσεις: Να χρησιμοποιήσω προφυλακτικό και να τον ενημερώσω είτε πριν, είτε μετά. "Μόνο μην το μάθω από κάποιον άλλον" είχε πει και δεν ήταν απειλή, ήταν δήλωση.

Δεν ήταν ιδιαίτερα βίαιος, τουλάχιστον σε σχέση με αυτά που έχω διαβάσει. Δεν του άρεσαν τα πολύπλοκα πράγματα, δεν είχε βαλιτσάκι με εργαλεία παρά μόνο ένα whip και ένα crop και τις ζώνες του. Το whip πιο πολύ για στολίδι, δεν το είχε χρησιμοποιήσει πάνω μου. Δεν είχε εμπειρία στη χρήση του και φοβόταν. Προτιμούσε ένα USB καλώδιο που είχε κόψει τα άκρα του. Δε μπορούσα να φανταστώ πόσο χειρότερο είναι το whip.

Μέχρι που το διαπίστωσα.

Αυτό που με τραβούσε και με τρόμαζε στο Γρηγόρη ήταν το πόσο απρόβλεπτος ήταν. Εννοώ όταν ήταν να κάνει κάτι δεν με προετοίμαζε, απλά το έκανε, χωρίς προλόγους και περιττές φιοριτούρες.

- "Το βράδυ περιμένω δύο φίλους που έχω καιρό να τους δω. Ο Jacob ήρθε χθες το πρωί από τη Νέα Υόρκη και με την ευκαιρία αυτή κατέβηκε και ο Στέφανος από το Λονδίνο. Φέτος είναι η σειρά της Αθήνας, πέρσι είχαμε συναντηθεί στη Ν. Υόρκη."
- "Παιδικοί σου φίλοι;"
- "Συμφοιτητές μου στο MIT."
- "Πόσες μέρες θα κάτσουν;"
- "Πέντε."
- "Δε θα σε δω για πέντε ολόκληρες μέρες;" τον ρώτησα παραπονεμένη.
- "Φυσικά και θα με δεις. Σήμερα θα τους κάνω το τραπέζι και θα είσαι εδώ για να μας σερβίρεις και να μας περιποιηθείς, εμένα και τους καλεσμένους μου."
- "Ορίστε;"
- "Τι <<ορίστε>>;"
- "Θα κάνω την υπηρέτρια;"
- "Και όχι μόνο!"
- "Τι... τι εννοείς;"
- "Θα μας περιποιηθείς με οποιοδήποτε τρόπο, τι δεν καταλαβαίνεις;"
- "Ε...εννοείς..."
- "Ναι, θα προσφέρεις και τις σεξουαλικές σου υπηρεσίες όποτε και όπως σου ζητηθεί."

Έμεινα να κοιτάζω σα χαζή την οθόνη. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή ο Γρηγόρης να μου κάνει "gotcha!", συνήθιζε να μου κάνει τέτοια χουνέρια.

Και περίμενα...

- "Θα είσαι εδώ στις 19:00" μου δήλωσε.
- "Μιλάς σοβαρά;"
- "Σοβαρότατα."
- "Όχι! Αυτό όχι!"
- "Τότε αντίο κι ευχαριστώ για τα ψάρια."

Έβαλα τα κλάματα. Πώς μπορούσε να μου ζητάει κάτι τέτοιο; Ούτε ένα... ούτε δύο μήνες δεν ήμασταν μαζί.

- "Με εκβιάζεις!" του είπα κλαίγοντας.
- "Αντιθέτως, σου παραθέτω τις επιλογές σου."
- "Τότε λοιπόν αντίο" του είπα.
- "Μη γίνεσαι δραματική. Αν είσαι στις 19:00 εδώ δε θα χρειαστεί να πούμε κανένα αντίο. Αν πάλι δεν είσαι δε χρειάζεται να πούμε τίποτα γενικώς."

Και έκοψε τη σύνδεση και με άφησε να κλαίω μπροστά από την οθόνη του laptop μου. Πώς μπορούσε να μου ζητάει ένα τέτοιο πράγμα; Πώς...

Δεν είμαι αντικείμενο! Ναι, θέλω να ανήκω αλλά δεν είμαι κάποιο γαμημένο αντικείμενο. Θυμήθηκα τους πρώτους μας διαλόγους, όταν είχαμε αρχίσει να μιλάμε πιο τακτικά.

- "Θέλεις να ανήκεις;" με είχε ρωτήσει σαρδόνια.
- "Ναι, θέλω να ανήκω, όπως σας το είπα. Δεν είναι ότι δεν μπορώ μόνη μου, ότι δεν τα καταφέρνω. Δε θέλω όμως, θέλω να ανήκω."
- "Πρόσεχε τι εύχεσαι."
- "Ναι, μου το έχετε ξαναπεί αυτό."
- "Αν ανήκεις σε κάποιον, τότε δεν ανήκεις στον εαυτό σου. Αυτό πραγματικά θέλεις;"
- "Δεν το έχω δοκιμάσει, το ξέρω. Αλλά... πως να σας το πω... έτσι νιώθω, ότι θέλω να ανήκω σε κάποιον."
- "Λένε πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια οι Θεοί γελούν αλλά είναι οι ευχές που κάνουν τους Θεούς να ξεκαρδίζονται καθώς συνηθίζουν να τις εκπληρώνουν με ευφάνταστους και συνήθως άκρως σαδιστικούς τρόπους. Γι αυτό στο ξαναλέω, πρόσεξε τι εύχεσαι, μπορεί η ευχή σου να εισακουστεί."

"Αν ανήκεις σε κάποιον τότε δεν ανήκεις στον εαυτό σου", θυμήθηκα τα λόγια του. Υπό αυτή τη σκοπιά αυτό που ζήτησε ο Γρηγόρης δεν ήταν παρά να κάνει χρήση της ιδιοκτησίας του με τον τρόπο που επιθυμούσε. Όσο εκβιαστικό και αν ακουγόταν δεν ήταν παρά το ξερό ισοδύναμο του "αν ο υπολογιστής μου δεν μπορεί να τρέξει την τάδε έκδοση των windows και την χρειάζομαι, θα τον αλλάξω με άλλον που μπορεί."

Και ο Γρηγόρης είχε αυτή τη θεώρηση σε όλες τις πτυχές της ζωής του, τόσο στην προσωπική του όσο και στην εργασιακή.

- "Είχαμε δράματα σήμερα."
- "Τι συνέβη;"
- "Το ετήσιο review απόδοσης."
- "Και;"
- "Και είναι η ώρα που ξουρίζουν το γαμπρό."
- "Δε μπορώ να φανταστώ ότι κοπήκατε στο ξύρισμα!"
- "Και τι ξύρισμα, έτυχα ειδικής μεταχείριση ως boss of the boss... of the boss... of the boss των κουρέων! Νομίζω ότι τα μέτρησα σωστά... ναι, σωστά!"
- "Ο δικός σας κουρέας;"
- "Ο CEO και ο δικός του κουρέας το συμβούλιο των μετόχων."
- "Το δικό σας κούρεμα πώς πήγε;"
- "Δεν θα έλεγα ότι πήγε ιδιαίτερα καλά."
- "Γιατί το λέτε αυτό;"
- "Από καθαρά πρακτική σκοπιά και κρίνοντας από τα κουρέματα που έκαναν οι κουρείς μου σε όλα τα επίπεδα."
- "Δηλαδή;"
- "Τι δηλαδή; Η τελική ευθύνη είναι δική μου για όλη την αλυσίδα και η αλυσίδα δεν πήγε καλά φέτος."
- "Κατάλαβα."
- "Είναι δύσκολοι οι καιροί και πρέπει να αλλάξουμε γιατί αλλιώς θα χαιρετήσουμε. Δεν είναι εύκολος ο μετασχηματισμός μιας τόσο μεγάλης εταιρίας, είναι δεινόσαυρος, άρα δυσκίνητος. Αλλά δεν υπάρχει επιλογή, είτε αλλάζεις είτε θα σε θυμούνται από τα απολιθώματα όπως τους original."
- "Ναι έχετε δίκιο."
- "Όλοι μας είμαστε αναντικατάστατοι μέχρι να αντικατασταθούμε, ή όπως είπε ο Ντε Γκωλ <<τα νεκροταφεία είναι γεμάτα από αναντικατάστατους.>>"
- "Πολύ κυνικό το βρίσκω."
- "Δεν είναι παρά η ωμή αλήθεια: Αν δεν μπορείς να το κάνεις εσύ θα ψάξω να βρω κάποιον που θα μπορέσει και θα πάψεις να μου είσαι απαραίτητος."
- "Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να είμαι τόσο ψυχρή."
- "Δεν ανεβαίνεις σε αυτά τα επίπεδα αν δεν έχεις μέσα σου μια γερή δόση κυνισμού... και ψυχοπάθειας μη σου πω."
- "Εσείς την έχετε;"
- "Εσύ τι λες;"
- "Δε μου φαίνεστε για τέτοιος."
- "Δεν είσαι υφιστάμενός μου."

"Αν δεν μπορείς να το κάνεις εσύ θα ψάξω να βρω κάποιον που θα μπορέσει και θα πάψεις να μου είσαι απαραίτητος."

Ήθελα πραγματικά να ανήκω; Αν ναι θα έπρεπε να είμαι χρήσιμη σε αυτόν που ανήκω αλλιώς...

Δεν έχει αλλιώς. Αν θέλεις να ανήκεις δεν υπάρχει αλλιώς. Αν πραγματικά αυτό είναι που επιθυμείς, δεν έχει αλλιώς. Μαθαίνεις να αντέχεις και η μόνη σου ανταμοιβή δεν είναι τίποτα περισσότερο από το να ξέρεις ότι είσαι χρήσιμη σε αυτόν που ανήκεις.

Είχα πάρει την απόφασή μου και απλά το εκλογίκευα, το έβλεπα ότι το εκλογίκευα. Δεν το έκανα για τον Γρηγόρη, το έκανα για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι πραγματικά αυτό θέλω.

Να ανήκω.

Τον πήρα στο τηλέφωνο.

- "Φαντάζομαι ότι δεν με πήρες για να μου πεις αντίο."
- "Όχι, σε πήρα να σε ρωτήσω τι θέλεις να σας μαγειρέψω και τι θέλεις να φοράω."
- "Δεν θα μαγειρέψεις σήμερα, έχω φροντίσει γι αυτό. Θα φοράς ένα απλό φόρεμα, όχι κάτι εξεζητημένο και καλά εσώρουχα. Όχι ψηλοτάκουνα γιατί είσαι ήδη ψηλή και ο Στέφανος αν τα φοράς θα είναι πιο κοντός από εσένα. Ο Jacob είναι ακόμα πιο ψηλός από εμένα όποτε δεν έχει τέτοιο πρόβλημα."
- "Και... και τι θα κάνω;"
- "Θα μας σερβίρεις και γενικά θα είσαι εκεί για να υπηρετείς με όποιον τρόπο σου ζητηθεί. Μην τολμήσεις καν να διανοηθείς να κάνεις κάποια σκηνή ή να μην υπακούσεις, θα φύγεις κλοτσηδόν. Κατανοητό;"
- "Μάλιστα"'
-"Τα λέμε στις 19:00"

Έκλεισα το τηλέφωνο. Στις 19:00 ήμουν σπίτι του. Μου άνοιξε, χαμογελαστός αλλά απόμακρος. Με πήγε στην κουζίνα, ο πάγκος ήταν γεμάτος από finger food και θα έπαιζε το ρόλο του μπουφέ. Η σαλοτραπεζαρία ήταν στρωμένη για τέσσερις.

- "Θα έρθει κι άλλος;"
- "Όχι."'
- "Και... και το τέταρτο σερβίτσιο;"
- "Για την οικοδέσποινα, ποιον άλλον;"
- "Ε...εννοείς εμένα;"
- "Εμ ποιον, το γείτονα;"

Έμεινα να τον κοιτάω χάσκοντας. Δεν το περίμενα, απλά δεν το περίμενα. Νόμιζα ότι θα είμαι εκεί απλά για να τους κάνω τη δούλα με όποιον τρόπο θελήσουν. Ο Γρηγόρης όμως με έβλεπε σαν οικοδέσποινα, όχι απλά ένα δουλικό.

- "Γιατί σάστισες;"
- "Γιατί... γιατί νόμιζα... ότι... ότι απλά ήθελες... ήθελες να είμαι εδώ για να ...για να σας υπηρετήσω."
- "Και θα το κάνεις. Ωστόσο αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι είσαι η οικοδέσποινα."

Πραγματικά δάκρυσα.

- "Έλα κλαψιάρα, πάμε μέσα" μου είπε πειρακτικά και σηκώθηκε και πήγε στο σαλόνι. Κάθισε στον καναπέ και κάθισα δίπλα του.
- "Τι... τι ώρα θα έρθουν οι φίλοι σου;"
- "Στις 20:00"
- "Πώς... πώς είναι οι φίλοι σου;"
- "Ο Στέφανος είναι μελαχρινός, λίγο πιο ψηλός από εσένα και γεματούλης. Ο Jacob είναι ξανθός, πέντε-έξι πόντους πιο ψηλός από εμένα και γεροδεμένος."
- "Και... αυτό... αυτό γίνεται σε κάθε... σε κάθε σας συνάντηση;"
- "Ναι."
- "Δηλαδή κι εσύ..."
- "Ναι."
- "Εγώ... είμαι... είμαι η πρώτη που... που με μοιράζεσαι;"
- "Δε σε μοιράζομαι."
- "Μα είπες..."
- "Είπα ότι θα σε χρησιμοποιήσουν, δεν είπα ότι θα σε μοιραστώ."
- "Τι... τι διαφορά έχει;"
- "Αν σου δώσω το κινητό μου για να πάρεις τηλέφωνο, δε σου δίνω το κινητό. Σου δίνω ένα εργαλείο για να κάνεις τη δουλειά σου. Το κινητό μου ανήκει, δεν το μοιράζομαι, τη χρήση του προσφέρω."
- "Μάλιστα... αλλά... το έχεις ξανακάνει αυτό;"
- "Φυσικά, κάθε φορά που έρχεται η σειρά μου να τους φιλοξενήσω."
- "Μα... μα πριν τρία χρόνια ήσουν ακόμα παντρεμένος!"
- "Ναι, και;"
- "..."

Δεν απάντησα και έτσι δεν απάντησε κι εκείνος. Αλλά θα μου πεις τη σημασία έχει αν ήταν γυναίκα του ή όχι, εννοώ πως ελάχιστη τελικά σημασία έχει ο τίτλος. Άρχισαν να με πιάνουν πάλι οι αμφιβολίες μου, τι ήρθα να κάνω εδώ, τι ήρθα να αποδείξω; Γιατί κάθομαι; Αφού η ίδια η σκέψη με ανατριχιάζει, πώς... πώς θα το κάνω σε μια ώρα; Αν δεν το κάνω... θα τον εκθέσω. Δε θα μου είναι κάτι, γιατί να με νοιάξει;

- "Τι σκέφτεσαι, μικρή;"
- "Δεν... δεν ξέρω."
- "Μέχρι να έρθουν μπορείς να φύγεις. Θα τελειώσει εδώ βέβαια αλλά χωρίς hard feelings. Αν όμως είσαι εδώ όταν έρθουν και με απογοητεύσεις..."
- "Τι θα κάνεις, θα με δείρεις; Θα με βιάσετε;" τον ρώτησα νευριασμένη περνώντας τα εσκαμμένα.
- "Όχι βέβαια. Θα σε διώξω και δε θα θέλω να σε ξαναδώ και να σε ξανακούσω. Θα φύγεις ξέροντας ότι μ' έχεις απογοητεύσει. Τώρα θα μου πεις γιατί να σε νοιάξει. Μπορεί και να μη σε νοιάξει. Εγώ θα ζήσω πάντως με αυτό και το ίδιο θα πρέπει να κάνεις κι εσύ. Εγώ με τον εαυτό μου θα εξακολουθήσω να τα έχω καλά, το τι θα κάνεις εσύ με τον δικό σου θα είναι δικός σου λογαριασμός."
- "Δε θα φύγω" του είπα πεισμωμένη.
- "Μου είναι άχρηστο το να κάτσεις για να αποδείξεις τον εαυτό σου ότι μπορείς. Δεν είναι challenge αυτό και ούτε το έθεσα έτσι. Θα το κάνεις επειδή στο ζήτησα και επειδή θέλεις να κάνεις πράγματα που μ' αρέσουν"
- "Εσύ είπες ότι δεν είσαι κυρίαρχος και ότι αυτά δε σε απασχολούν."
- "Ναι, δεν είμαι. Αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που εκείνη που είναι μαζί μου, αν δεν είναι μαζί μου είναι απέναντί μου οπότε δεν υπάρχει λόγος να είναι μαζί μου. Ό,τι ισχύει για τις ελευθερίες που σου έχω δώσει, ότι μπορείς να μιλάς, να βγεις, να πηδηχτείς με τον οποιονδήποτε αυτό ισχύει και για εμένα. Δεν είναι διαπραγματεύσιμο, είναι take it or leave it."
- "Λες ότι είμαι μαζί σου..."
- "Δεν το λέω, το δείχνω."
- "Με αυτόν τον τρόπο;"
- "Σε αυτές τις συναντήσεις ποτέ δεν φέρνουμε ξένους. Μόνο τις γυναίκες μας οι παντρεμένοι και τις σχέσεις μας οι κατά τα άλλα ελεύθεροι. Ποτέ με κάποιο call girl. Προσφέρουμε κάτι δικό μας, κάτι που για εμάς έχει αξία. Αν δεν έχουμε δεν προσφέρουμε τέτοιου είδους φιλοξενία."
- "..."
-"Τι είναι πάλι βρε βάσανο;" με ρώτησε, από απόμακρος είχε γίνει πάλι γλυκός.
- "Δεν ξέρω... είναι πολύ περίεργος ο τρόπος που δείχνεις την εκτίμησή σου."
- "Είναι αυτός που είναι. Θες να τον πεις εκκεντρικό; πες τον. Θες να τον πεις αλλόκοτο; πες τον. Θες ακόμα να τον πεις και παλαβό; πες τον. Αυτό δεν αλλάζει κάτι, όταν προσφέρεις κάτι αυτό το κάτι πρέπει να έχει αξία για σένα αλλιώς δεν είναι προσφορά. Οι αρχαίοι δεν θυσίαζαν ψοφίμια, στους Θεούς τους προσέφεραν τα καλύτερα τους ζώα."
- "Το βλέπεις σα θυσία;"
- "Όχι, το βλέπω όπως ακριβώς είναι: ως προσφορά. Προσφέρω κάτι πολύτιμο, κάτι που έχει πραγματική αξία για μένα."

Ήταν σαν αυτό που μου συνέβαινε κάποιες φορές όταν ήμουν μαθήτρια ή φοιτήτρια που είχα να λύσω κάποια δύσκολη άσκηση και που παιδευόμουν και παιδευόμουν και δεν έβρισκα τη λύση. Δεν ήθελα να μου δώσουν τη λύση, ζητούσα μόνο κάποιο hint. Και μου το έδιναν και ξαφνικά έβλεπα τη λύση μπροστά στα μάτια μου απορώντας πώς δεν είχα δει από μόνη μου.

Ναι, είχε πολύ περίεργο, πολύ εκκεντρικό τρόπο να μου δείξει τι σημαίνω για εκείνον. Αυτό όμως δεν ήταν παρά ο τρόπος του, αυτό που είχε σημασία ήταν το ίδιο το μήνυμα.

Και ήταν τότε που ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι πραγματικά ανήκω σε κάποιον. Τον κοίταξα χαμογελώντας, πρέπει να φώτισε όλο το πρόσωπό μου.

- "Μέχρι να έρθουν ωστόσο..." είπε κλείνοντάς μου το μάτι και κατέβασε το παντελόνι του και το μποξεράκι του.

Σηκώθηκα από δίπλα του που καθόμουν και γονάτισα μπροστά του. Έσκυψα πάνω του και τον πήρα στο στόμα μου, ήταν καυλωμένος ήδη. Με είχε μάθει να μπορώ να τον πάρω όσο βαθιά επιθυμούσε, δεν του άρεσε ιδιαίτερα το mouth fuck, αλλά ήθελε να τον παίρνω μέσα μου μέχρι τη ρίζα του, πράγμα όχι ιδιαίτερα εύκολο. Τον πρώτο καιρό δεν κάναμε τίποτε άλλο, μόνο πίπες. Μέχρι να μάθω.

Το στόμα μου πάθαινε κράμπες σχεδόν και ο κώλος μου κοκκίνιζε άλλοτε με τη ζώνη, άλλοτε με το crop και όταν το έκανα πολύ λάθος, με το καλώδιο που πονούσε πιο πολύ απ' όλα.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είχα φάει 15. Μέσα σε ένα μήνα οι 50άρες ήταν το λιγότερο κάθε φορά που βρισκόμασταν. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές πρώτα έγλειψα από το πάτωμα τα σάλια μου και τον εμετό μου μέχρι να μάθω να καταπνίγω και να ελέγχω το ρεφλέξ. Μετά την πρώτη φορά που με έκανε να σκουπίσω με τη γλώσσα μου τον εμετό μου από το πάτωμα, ερχόμουν στο σπίτι του χωρίς να έχω φάει.

Πενήντα με το καλώδιο οι οποίες θα γινόντουσαν εκατό αν ερχόμουν ξανά με άδειο στομάχι. Πολλές φορές πριν τον πάρω στο στόμα μου με έβαζε να φάω ένα μπωλ κορν φλέηξ με νερό και μόλις τελείωνα αμέσως τον έβαζε στο στόμα μου και αλοίμονό μου αν δεν κατάφερνα να ελέγξω την αναγούλα μου.

Η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης. Έμαθα να του κάνω πίπα όπως ακριβώς το επιθυμούσε. Με τα χέρια μου του είχα χουφτώσει και του χάιδευα τα αρχίδια και τον έπαιρνα μέσα μου από το κεφαλάκι του, μέχρι βαθιά μέχρι τη ρίζα του, φτάνοντάς τον μέχρι το λαιμό. Κάποιες φορές τον έπαιρνα μέχρι τη μέση και του έσφιγγα τον πούτσο του με όλη μου τη γροθιά κάνοντας κυκλικές παλινδρομικές κινήσεις.

Δεν βιαζόμασταν οπότε το έκανα αργά, τον έπαιρνα μέσα μου, τον έπαιζα με τη γλώσσα μου, μετά τον κατέβαζα μέχρι το λαιμό μου και μετά πάλι πίσω μέχρι σχεδόν να βγει από το στόμα μου. Χαμήλωσα και άρχισα να του γλείφω τα αρχίδια για λίγη ώρα και μετά τον ξαναπήρα στο στόμα μου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε τα χέρια του στον καναπέ και απολάμβανε το τσιμπούκι, όταν με έπιασε ωστόσο από το κεφάλι αφέθηκα στο ρυθμό που μου έδινε το χέρι του. Άρχισα να επιταχύνω.

- "Βάλε και το χέρι σου, πουτανάκι μου."

Τον χούφτωσα από τη βάση και άρχισα να κάνω πάλι κυκλικές παλινδρομικές κινήσεις παίρνοντάς τον ταυτόχρονα στο στόμα μου μέχρι να βρει στη γροθιά μου. Και πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και όλο και πιο γρήγορα μέχρι που τον ένιωσα να δονείται και τέλειωσε με σπασμούς μέσα στο στόμα μου.

Η γεύση του ήταν το ίδιο απρόβλεπτη όσο και εκείνος. Άλλοτε γλυκιά, άλλοτε αλμυρή, άλλοτε πικρή. Δεν είχε σημασία, το έκανα πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό. Κατάπινα τη μία ριπή μετά την άλλη, σήμερα ήταν αλμυρός, ενώ το χέρι μου έσφιγγε και μάλαζε τον πούτσο του, προσπαθώντας να τον στραγγίξω.

Μου άρεσε να κάνω τσιμπούκι, μου άρεσε να προσφέρω το σώμα μου, οποιοδήποτε μέρος του για την ικανοποίηση του παρτενέρ μου. Με το Γρηγόρη όμως ήταν τελείως διαφορετικό. Δεν μου άρεσε απλά, ένιωθα πλήρωση.

Κατάπια για τελευταία φορά και τον τράβηξα απαλά από το στόμα μου. Του φίλησα στο κεφαλάκι και σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα.

- "Σε ευχαριστώ που με άφησες να σε ικανοποιήσω."
- "Το ίδιο θα με ικανοποιήσει και το βράδυ όταν το κάνεις στους φίλους μου. Δεν έχει σημασία που θα το κάνεις σε εκείνους, είναι σα να το κάνεις σε εμένα."
- "Το κατάλαβα, νομίζω δηλαδή..." του είπα γελαστή.
- "Μπράβο το κορίτσι μου."

Εκείνο το βράδυ ήταν η πρώτη φορά που διαπίστωσα πόσο χειρότερο ήταν το whip από το καλώδιο. Ο Γρηγόρης όντας άπειρος φοβόταν να το χρησιμοποιήσει αλλά ο Jacob και ο Στέφανος ήταν έμπειροι.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Όταν είχα κάποια άσκηση που δε μπορούσα να λύσω όσο και αν προσπαθούσα -και προσπαθούσα σκληρά- δεν το έβρισκα beneath μου να ζητήσω hint. Ποτέ τη λύση, μόνο hint. Εδώ όμως ο μόνος που θα μπορούσε να μου δώσει κάποιο hint ήταν ο ίδιος που έπρεπε να λύσει την άσκηση: ο εαυτός μου.

Γιατί όταν τον έβλεπα στον ύπνο μου ξυπνούσα άδεια; Τίποτα δε μου έλειπε με το Γιάννη, ένιωθα ότι του ανήκω ψυχή και σώμα όπως ακριβώς ονειρευόμουν από μικρή. Γιατί ένιωθα άδεια όταν έβλεπα το Γρηγόρη στον ύπνο μου;

Γιατί κοροϊδεύεις τον εαυτό σου Μελίνα; Αφού την απάντηση την ξέρεις.

Την ξέρω.

Στο Γιάννη παραδόθηκα. Ο Γρηγόρης με κούρσεψε.

. . . . . . . . .

Ο Γιάννης με πολιόρκησε. Από την αρχή μου άρεσε σαν άνδρας αλλά ήμουν φοβερά επιφυλακτική. Με κέρδισε η επιμονή του και η ήρεμη δύναμή του. Μπορεί να μου λείπει αυτός ο επιθετικός δυναμισμός του Γρηγόρη, αλλά σε αντίθεση αυτός του Γιάννη δεν με  παγώνει. Ήταν και είναι η ήρεμη δύναμη, ο άνθρωπος που ξέρω ότι μπορώ να στηριχτώ πάνω του, που θα κρατήσει την ψυχραιμία του όταν εμένα με πιάσει ο πανικός, που θα είναι ήρεμος όταν εγώ έχω νεύρα, που θα με σφίξει στην αγκαλιά του αν κλάψω και που θα γελάσει με το γέλιο μου. Ο βράχος μου. Δεν του κράτησα τίποτα κρυφό από αυτά που είχα κάνει με το Γρηγόρη και ούτε με επέκρινε, ούτε άλλαξε η γνώμη του για εμένα. Με δέχτηκε όπως είμαι.

Είχα καθυστέρηση και ποτέ δεν είχα καθυστέρηση στον κύκλο μου. Όταν αυτή πέρασε τις επτά μέρες έκανα τεστ εγκυμοσύνης. Το πρόσωπο του Γιάννη όταν του ανακοίνωσα ότι το τεστ είχε βγει θετικό ήταν ό,τι χρειαζόμουν για να σιγουρευτώ 1000% ότι είχα κάνει τη σωστή επιλογή. Δύο χρόνια μαζί του η ζωή μου ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Ο ερχομός της Ναυσικάς επιτάχυνε το γάμο αλλά δεν ήταν ο λόγος, εννοώ ότι είχα βρει το άλλο μου μισό και απλά εκείνη την ημέρα επιβεβαίωσα ότι είχα κάνει τη σωστή επιλογή.

Όταν κράτησα την Ναυσικά στην αγκαλιά μου για πρώτη φορά ένιωσα τι σημαίνει πραγματικά η λέξη πλήρωση. Τρία χρόνια αργότερα, κρατώντας τη Μαργαρίτα για πρώτη φορά ένιωσα το ίδιο συναίσθημα και πάλι. Ο Γιάννης ήταν παρόν και στις δύο γέννες, ούτε μια στιγμή δεν έχασε την παροιμιώδη ψυχραιμία του. Ήταν εκεί, μου κράταγε το χέρι, το οποίο κόντεψα να του το σπάσω και ήταν εκεί και χαμογελούσε ακόμα και τις στιγμές που οι πόνοι με έκαναν να θέλω να του σπάσω το κεφάλι αντί για το χέρι.

Οι πρώτες φορές που κράτησα τις κόρες μας στην αγκαλιά μου ήταν και οι μόνες που είδα το Γιάννη να κλαίει, αλλά δεν υπάρχει ομορφότερο κλάμα από αυτό.

Ανάθεμά τον που κάθε φορά που έρχεται στον ύπνο μου με στοιχειώνει.

Μαζί του δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή ασφάλεια. Η ηρεμία του, σε αντίθεση με αυτή του Γιάννη, αντί να με ηρεμήσει με άγχωνε ακόμη περισσότερο. Εννοώ και αυτός ήταν ήρεμος, ό,τι και αν έκανε. Αλλά αυτή η ηρεμία, δεν ξέρω πως να το πω, ήταν τρομακτική. Πώς μπορούσε αυτό το γελαστό πρόσωπο και αυτά τα γελαστά μάτια να μου προκαλούν άγχος όταν ήταν ήρεμα; Ένιωθα... δεν ξέρω πως να το πω, ένιωθα σα να με κοιτάει κάποιο ερπετό που αν κάνω την παραμικρή κίνηση θα μου επιτεθεί.

Δεν ήταν ότι τον φοβόμουν, ποτέ δεν τον είχα δει να χάνει την ψυχραιμία του και στα παιχνίδια μας ήταν πάντα προσεκτικός και όχι ιδιαίτερα βίαιος. Δεν ένιωθα όμως ασφάλεια μαζί του και εννοώ συναισθηματική ασφάλεια. Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι ο τρόπος που του άνηκα, γιατί του άνηκα, δεν ήταν αυτό που είχα στο μυαλό μου όταν έλεγα ότι θέλω να ανήκω σε κάποιον άντρα. Είχε δίκιο, οι Θεοί έχουν ευφάνταστους και σαδιστικούς τρόπους να εκπληρώνουν ευχές και ο Γρηγόρης ήταν η εκπλήρωση της δικής μου.

Δεν ανακατευόταν στα αυστηρά προσωπικά μου και το είχε δηλώσει κιόλας, μην είμαι ψεύτρα, ότι δεν τον ενδιέφερε η Κυριαρχία που επεκτεινόταν σε πράγματα πέρα από το σεξουαλικό τομέα. Εγώ από την άλλη το ένιωθα τελείως διαφορετικά, ένιωθα ότι του ανήκω ψυχή και σώμα σε κάθε τομέα, ακόμα και εκεί που αρνούνταν να ανακατευτεί. Φυσικά εγώ δεν ήμουν σαν εκείνον, δεν είχα μάτια για άλλον άντρα οπότε το χειρότερό μου ήταν όταν με έβαζε να πηγαίνω με άλλους.

Δεν το έκανε μόνο με τους φίλους του αλλά εκεί ήταν διαφορετικά, μου είχε ξεκαθαρίσει πως εκεί ήταν η προσφορά κάτι που θεωρούσε πολύτιμο προς αυτούς. Υπήρχαν δύο λόγοι: είτε για να με τιμωρήσει είτε για την απόλαυσή του. Η διαφορά ήταν πως όταν το έκανε για την απόλαυσή του μετά με έβαζε να του το διηγηθώ αναλυτικά και μετά με έπαιρνε από πίσω. Όταν το έκανε για να με τιμωρήσει, με έβαζε να του το διηγηθώ αναλυτικά αλλά μετά είχε είτε ζώνη είτε καλώδιο, συνήθως καλώδιο. Το whip του αρνούνταν να το χρησιμοποιήσει πάνω μου.

Δεν ήταν ψυχρός, με είχε γνωρίσει στον κύκλο του, δε με έκρυβε. Είχε όμως αυτό το απόμακρο που όσο και να προσπαθούσα να το προσδιορίσω δεν τα κατάφερνα, πόσο μάλλον να το προσπελάσω.

Δεν είχα ερωτευτεί ποτέ τόσο βαθιά -μέχρι δηλαδή που γνώρισα τον άντρα μου- και ώρες-ώρες με έπιανε απελπισία. Ο τρόπος του απέναντί μου ήταν πάντα ο ίδιος: ευγενικά απρόσιτος. Διάολε, με τρέλαινε και με τρελαίνει που τόσα χρόνια δεν κατάφερα να το προσδιορίσω, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα ζεστός και απόμακρος; Κάποια στιγμή μου το δήλωσε ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου, εγώ γιατί δεν το ένιωθα; Ποτέ δεν το ένιωσα.

Δεν είναι ότι δεν τον πίστευα, είναι πως δεν μπορούσα να το δω, δε μπορούσα να το βιώσω με τις αισθήσεις μου. Παρά το γεγονός ότι με έστελνε να πηγαίνω με άλλους και παρά επίσης το γεγονός ότι είχε δηλώσει ότι διατηρεί το δικαίωμα να πάει κι αυτός με άλλες, δεν το είχε κάνει. Δεν προερχόταν από εκεί η ανασφάλειά μου, είχα απλά ερωτευτεί έναν άνθρωπο με τον οποίο απλά δεν ταίριαζα συναισθηματικά.

Αρνιόμουν να το δω.

Ο Γιάννης με πολιόρκησε και του παραδόθηκα. Ο Γρηγόρης διαπέρασε τα τείχη μου σα να μην υπήρχαν. Με το Γιάννη ένιωσα από την πρώτη στιγμή ίση, μπροστά στο Γρηγόρη ένιωθα πάντα τοσοδούλα.

Όσα φαντασιωμόμουν από μικρή στην πράξη δεν τα άντεξα.

Και το αστείο ήταν ότι δεν έδωσα εγώ το τέλος, το έδωσε εκείνος.

. . . . . . . . .

Το μόνο που ήξερα ήταν ότι το βράδυ θα έχουμε καλεσμένη. Ναι, έτσι μου το είπε, "θα έχουμε καλεσμένη" παρά το γεγονός ότι η καλεσμένη θα ερχόταν στο δικό του σπίτι. Πήγα εκεί χωρίς να ξέρω τι να περιμένω, ο Γρηγόρης δε σπαταλούσε το χρόνο του σε προλόγους και εισαγωγές, όταν ήθελε κάτι απλά το έκανε.

Μου είχε πει ότι η καλεσμένη θα ερχόταν στις 20:00 και μου είχε ζητήσει να είμαι εκεί στις 19:30. Πάντα ήμουν τυπική στα ραντεβού μαζί του και δύο φορές που άργησα, τη μία την πλήρωσα με 100 χτυπήματα με το καλώδιο και την άλλη με το να πάω να με πηδήξει συγκεκριμένο άτομο από τον κώλο και μετά άλλα 100 χτυπήματα με το καλώδιο. Από τότε που έκανα σεξ έδινα πρόθυμα όλο μου το σώμα, αλλά το πρωκτικό με τον συγκεκριμένο δεν θα ήθελα να το επαναλάβω. Είχε πραγματικά μεγάλο πέος, δεν έχω ξαναπονέσει τόσο πολύ στη ζωή μου στη συγκεκριμένη στάση. Μόνο σάλιο μου επέτρεψε, όχι λιπαντικό. Ναι, ήμουν δική του, δε μου πέρασε καν από το μυαλό να του αρνηθώ.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά με έβαλε μετά να γράψω την εμπειρία μου στο forum και όταν πόσταρα μου έριξε και 100 με το καλώδιο, σε κώλο και πλάτη. Και μετά με έβαλε να το γράψω και αυτό. Και μετά μ' έστειλε σπίτι μου όπου πέρασα όλο το βράδυ στο κρεβάτι κλαίγοντας.

Θα προτιμούσα να βγω έξω φορώντας διαφορετικά παπούτσια παρά να αργήσω ξανά, οπότε στις 19:30 ήμουν σπίτι του. Έβαλα το αυτοκίνητο στο parking -ναι, μου είχε δώσει θέση- και ανέβηκα στο σπίτι του. Άνοιξα την πόρτα -ναι, μου είχε δώσει και κλειδιά του σπιτιού του- και μπήκα μέσα.

Ο Γιάννης μίλαγε στο κινητό και μου έκανε νόημα να μη μιλήσω. Απ' ότι κατάλαβα μιλούσε με τον διευθύνων σύμβουλο της εταιρίας του οπότε τον άφησα μόνο του και πήγα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ. Μη θέλοντας να τον διακόψω έγραψα στο κινητό μου "Θέλεις καφέ;" και γύρισα κοντά του και του το έδειξα. Μου ένευσε καταφατικά οπότε γύρισα στην κουζίνα και του έφτιαξα τον καφέ του.

Όταν επέστρεψα στο σαλόνι ο Γρηγόρης ακόμα μιλούσε στο τηλέφωνο. Πήγα κοντά του, γονάτισα και του τον προσέφερα. Τον πήρε από τα χέρια μου, μου χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και μου έκανε νόημα να πάω να κάτσω στον καναπέ. Έκλεισε μετά από λίγη ώρα το τηλέφωνο.

-  "Καλησπέρα."
- "Καλησπέρα Μελίνα."
- "Όλα καλά;"
- "Θα μπορούσε να είναι καλύτερα."
- "Τι... τι συνέβη;"
- "Είχαμε ένα πρόβλημα σε ένα από τα data center μας, πήρα τον Μαγκλιβερά να τον ενημερώσω."
- "Μεγάλο πρόβλημα;"
- "Σοβαρό, αλλά άστο τώρα αυτό. Δεν μπορώ να κάνω κάτι και το να πάρω τους μηχανικούς να τους πανικοβάλλω ακόμα περισσότερο είναι αντιπαραγωγικό. Ες αύριον τα σπουδαία."
- "Μπορώ να κάνω κάτι για να σε χαλαρώσω;"
- "Όχι, δεν προλαβαίνουμε, έχουμε και καλεσμένη σε λίγο."
- "Ποια είναι, την ξέρω;"
- "Ναι, την ξέρεις" και μου είπε το νικ της και πάγωσα.

Η Ζωή ήταν εξωπραγματικά όμορφη, πραγματικά εντυπωσιακή, γυναίκα. Παρά το γεγονός ότι κι εγώ θεωρούμαι αρκετά εμφανίσιμη, η Ζωή ήταν σαν να απέδρασε από τις σελίδες περιοδικού. Δήλωνε υποτακτική και όταν έκανε κάποιο ποστ με φωτογραφίες της, τα likes και τα θαυμαστικά σχόλια έπιαναν πολλές σελίδες.

Ο Γρηγόρης με είδε που άσπρισα και το έριξε στην πλάκα.

- "Ζηλεύουμε, ζηλεύουμε;"
- "..."
- "Θα το ξεπεράσεις."
- "..."
- "Μη μου κάνεις τη μουγκή. Η Ζωή θα έρθει εδώ για να παίξουμε και θα παίξουμε, έγινα κατανοητός;"
- "Μάλιστα" απάντησα ψιθυριστά με την ψυχή στα δόντια.
- "Δεν σε άκουσα!"
- "Μάλιστα" του είπα πιο δυνατά με σπασμένη φωνή.
- "Μάλιστα, τι;"
- "Μάλιστα, η Ζωή θα έρθει εδώ για να παίξουμε και θα παίξουμε."
- "Μπράβο το καλό κορίτσι. Έλα εδώ." μου είπε και τον πλησίασα. "Γονάτισε."

Γονάτισα.

- "Κοίτα με στα μάτια."

Σήκωσα με μεγάλη δυσκολία το βλέμμα μου και τον κοίταξα. Τα μάτια μου ήταν υγρά, η ζήλια με είχε θερίσει.

- "Μελίνα, σου είχα πει ότι το ίδιο δικαίωμα που έχεις εσύ να πηγαίνεις με άλλους το έχω κι εγώ."
- "Ναι, αλλά εγώ... εγώ δεν έκανα... δεν έκανα ποτέ... ποτέ χρήση." είπα σπάζοντας. Έβαλα τα κλάματα. "Πηγαίνω... πηγαίνω με άλλους μόνο και μόνο... μόνο και μόνο για... για σένα."
- "Το ξέρω. Δεν αρκεί όμως να το κάνεις για μένα, πρέπει να το κάνεις και για σένα. Πρέπει να το κάνεις γιατί σου προκαλεί ευχαρίστηση που μου προκαλεί ευχαρίστηση. Αν το κάνεις για να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να το κάνεις, στο τέλος θα μισήσεις και εσένα κι εμένα. Αυτό θέλεις;"
- "Όχι... όχι... εσένα... για σένα το ...το κάνω. Για εσένα."
- "Και για σένα, τι κάνεις;"
- "Τίποτα... μου... μου αρκεί που το κάνω για εσένα."

Ναι, το έκανα για εκείνον. Το άντεχα για εκείνον. Δεν το έκανα με την καρδιά μου, αλλά το έκανα. Δεν μου ανήκε ο Γρηγόρης, εγώ του ανήκα. Δεν είχα να αποδείξω κάτι στον εαυτό μου.

Αλλά είχα αρχίσει να μην νιώθω καλά μαζί του.

- "Πήγαινε σε παρακαλώ να πλυθείς και να ηρεμήσεις. Αν δεν είσαι ήρεμη, τότε κλείσου στο δωμάτιο ή γύρισε σπίτι σου. Αν κάτσεις όμως θα είσαι ήρεμη και θα κάνεις ό,τι σου λέω."

Και εκεί έσπασα.

- "Δεν... δεν μπορώ... δεν μπορώ να κάτσω..."
- "Ωραία, γύρισε σπίτι σου και τα λέμε αύριο όταν ηρεμήσεις."
- "Πώς... πώς μπορείς να το κάνεις αυτό;"
- "Μελίνα, συμμαζέψου."

Έφυγα ράκος, κλαίγοντας σα να με κυνηγούν όλοι οι δαίμονες της κόλασης. Μαύρες σκέψεις είχαν κατακλείσει το μυαλό μου, ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Ευχήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου να πεθάνω. Δε... δε μπορούσα να ζήσω έτσι.

Δεν πήγα σπίτι μου, πήγα πάνω στο βουνό και κάθισα στο πλάτωμα που είχα καθίσει κάποτε με τον Κώστα και έκλαιγα και έκλαιγα...

Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο Γρηγόρης. Δεν απάντησα. Πήρε ξανά, και πάλι δεν απάντησα. Το τηλέφωνο δεν ξαναχτύπησε. Όταν κατόρθωσα να ηρεμήσω είχε πάει 23:00. Πήρα τηλέφωνο το Γρηγόρη.

- "Πού είσαι;" με ρώτησε και η ανησυχία ήταν έντονη στη φωνή του.
- "Είχα πάει έξω να ηρεμήσω."
- "Δεν είσαι σπίτι σου;"
- "Όχι."
- "Και που είσαι;"
- "Στην Πεντέλη."
- "Έλα σπίτι μου."
- "Έφυγε η άλλη", ούτε το όνομά της δεν μπορούσα να πω.
- "Ναι, έφυγε."
- "Μπα, πώς και τόσο γρήγορα;"
- "Μελίνα, άσε τις ηλίθιες ερωτήσεις και έλα εδώ τώρα!" είπε τονίζοντας το "τώρα"
- "Γιατί, τι θα κάνεις; Θα με χτυπήσεις με το καλώδιο; Θα με βάλεις να με πηδήξει ο Θόδωρος από τον κώλο;"
- "Δε θα το συνεχίσω αυτό. Κλείνω και σε περιμένω."
- "Και αν δεν έρθω;"
- "Τότε θα με έχεις αφήσει να περιμένω. Δεν έχω να σου πω τίποτα περισσότερο" είπε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Κάθισα άλλα 15 λεπτά προσπαθώντας να βρω το κουράγιο να ξεκινήσω. Σε 20 λεπτά ήμουν σπίτι του. Δεν έβαλα το αυτοκίνητο μέσα, βρήκα να παρκάρω έξω και πάρκαρα. Κατέβηκα και χτύπησα το κουδούνι.

- "Δεν χρησιμοποίησες τα κλειδιά σου. Η σημειολογία δε μου διέφυγε, να ξέρεις."
- "..."
- "Θες κάτι να πιεις;"
- "Όχι."

Πήγε και κάθισε στον καναπέ. Τον ακολούθησα μα ούτε γονάτισα ούτε κάθισα δίπλα του. Έμεινα όρθια και τον κοίταζα.

- "Κάτσε" μου είπε και κάθισα μηχανικά πλάι του.
- "Αποτύχαμε και οι δυο στο τεστ Μελίνα."
- "Τι εννοείς;"
- "Εσύ δεν μπορείς να το αντέξεις να με δεις με άλλη."
- "Κι εσύ;"
- "Δεν μπόρεσα να πάω με άλλη."
- "Τι εννοείς;"
- "Ότι δεν κάναμε τίποτα. Μου έφυγε όλη η διάθεση."

Πήγα να τον αγκαλιάσω αλλά με έσπρωξε απαλά.

- "Όχι."
- "Γιατί;"
- "Γιατί εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας."
- "Τι; Γιατί;"
- "Γιατί Μελίνα δεν μπορούμε να μπούμε σε χαλινάρια, ούτε εσύ ούτε κι εγώ."
- "Τι, τι είναι αυτά που λες;"
- "Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το πρόσωπό σου να κλαίει. Είναι too much για μένα."
- "Τότε μην το κάνεις να κλαίει."
- "Δεν γίνεται."
- "Πώς δε γίνεται; Αφού ούτε... ούτε εσύ ο ίδιος δεν... δεν ήθελες."
- "Ναι, δεν ήθελα. Δεν ήθελα να στο κάνω αυτό."
- "Τότε... τότε γιατί το κάνεις; Γιατί... γιατί θέλεις να χωρίσουμε."
- "Γιατί σε αγαπάω Μελίνα."
- "Τι λες; Ακούς τον εαυτό σου τι λέει; Με χωρίζεις επειδή με αγαπάς; Πώς είναι δυνατόν;"
- "Ναι, σ' αγαπάω. Σ' αγαπώ και γι αυτό δε θέλω να σε μισήσω."
- "Τι λες ρε Γρηγόρη;"
- "Δεν μπορώ να σου ανήκω, Μελίνα. Αν το κάνω θα το κάνω για σένα και στο τέλος θα φτάσω να μισώ εσένα και να περιφρονώ τον εαυτό μου. Μακάρι... μακάρι να μπορούσες να με δεχτείς ως έχω. Αλλά δεν μπορείς. Ούτε εγώ μπορώ. Γιατί είμαι αυτός που είμαι και... και αν μείνουμε μαζί, στο τέλος θα φτάσουμε να μισούμε ο ένας τον άλλον... επειδή κάποτε αγαπήσαμε ο ένας τον άλλον, τόσο πολύ, που καταλήξαμε στο τέλος να μισήσουμε ο ένας τον άλλον για αυτό που κάναμε στους ίδιους μας τους εαυτούς."

Τον κοιτούσα αποσβολωμένη.

Δε μου έδωσε περιθώρια, είχε πάρει την απόφασή του. Έφυγα κλαίγοντας, έκλαιγα για ένα μήνα. Ένα ολόκληρο μήνα.

Έκανα πολύ καιρό να καταλάβω ότι ο Γρηγόρης είχε πράξει το σωστό. Ναι του άνηκα αλλά με τρόπο που δεν μπορούσα τελικά να αντέξω.

"Πρόσεξε τι εύχεσαι, μπορεί η ευχή σου να εισακουστεί"

Οι Θεοί με καταράστηκαν δίνοντάς μου αυτό που ονειρευόμουν.

. . . . . . . . .

Ήμουν στο μαγαζί με τον πατέρα μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιάννης.

- "Έλα αγάπη μου;"
- "Μελίνα, τηλεφώνησε ένα δικηγόρος με όνομα Νίκος Στεργιόπουλος, τον ξέρεις;"
- "Όχι! Τι θέλει;"
- "Είπε ότι είναι προσωπικό θέμα και θέλει να τον επισκεφτείς στο γραφείο του."
- "Δε σου είπε τίποτε άλλο;"
- "Όχι, είπε ότι εκπροσωπεί ένα πελάτη, δε μου είπε ποιον. Άφησε ένα τηλέφωνο να τον πάρεις αλλά μου είπε ότι θα χρειαστεί να περάσεις από το γραφείο του."
- "Ειλικρινά δεν έχω ιδέα ποιος είναι και τι μπορεί να θέλει. Μπορείς σε παρακαλώ να μου στείλεις το τηλέφωνο σε μήνυμα;"
-"Ναι, στο στέλνω τώρα."

Πράγματι, μερικά δευτερόλεπτα αργότερα το τηλέφωνό μου βούιξε λαμβάνοντας το μήνυμα που μου έστειλε ο Γιάννης. Κάλεσα στον αριθμό.

- "Δικηγορικό γραφείο Νικόλαου Στεργιόπουλου, παρακαλώ;" μου απάντησε μια γυναικεία φωνή.
- "Καλησπέρα, λέγομαι Μελίνα Αναστασάκη, είχα μια κλήση στο σπίτι μου από τον κ. Στεργιόπουλο."
- "Μισό λεπτό να κοιτάξω παρακαλώ. Μελίνα Αναστασάκη, είπατε;"
- "Ναι."
- "Ναι, κυρία Αναστασάκη" μου είπε μετά από λίγη ώρα "πότε μπορείτε περάσετε από το γραφείο;"
- "Τι συμβαίνει; Γιατί με θέλετε να έρθω από εκεί."
- "Είναι ευαίσθητο το θέμα. Σας διαβεβαιώ ότι δεν υπάρχει κάτι να ανησυχείτε αλλά το λόγο καλύτερα να σας τον εξηγήσει ο κύριος Στεργιόπουλος."
- "Πρέπει να είμαι μόνη; Χρειάζομαι κι εγώ δικηγόρο;"
- "Όχι, δε χρειάζεστε δικηγόρο."
- "Μπορώ να έρθω με το σύζυγό μου;"
- "Βεβαίως και μπορείτε. Πότε θα σας διευκόλυνε;"
- "Πείτε μου εσείς πότε μπορείτε γιατί θα πρέπει να κανονίσω που θα αφήσω τις κόρες μου."
- "Βεβαίως. Μπορείτε αύριο στις 18:00; Το γραφείο μας είναι στην οδό Πανεπιστημίου 37"
- "Ναι, μπορώ."

Γύρισα στο σπίτι ταραγμένη.

- "Γύρισες καρδούλα μου;" μου είπε ο Γιάννης και  με φίλησε.
- "Ίουυυυυυ" έκανε η Ναυσικά κάνοντάς με να χαμογελάσω.
- "Έλα εδώ βρε βάσανο" της είπα και έσκυψα και την πήρα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα.
- "Μαμάαααα" έκανε τρέχοντας πάνω μου το έτερο βασανάκι μου, η Μαργαρίτα και χώθηκε και αυτή στην αγκαλιά μου.

Ναι, αυτό είναι πλήρωση.

- "Πήρες τηλέφωνο το δικηγόρο;"
- "Ναι, τον πήρα, θα περάσουμε αύριο το απόγευμα στις 18:00. Μπορείς να φύγεις νωρίτερα από τη δουλειά να έρθεις κι εσύ;"
- "Φυσικά. Δε σου είπε τι θέλει;"
- "Όχι, με τη γραμματέα του μίλησα. Με διαβεβαίωσε ότι δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να ανησυχώ και ούτε χρειάζομαι και από τη μεριά μου δικηγόρο, αλλά δε μου είπε τι είναι!"
- "Έλα μουνί στον τόπο σου" του ξέφυγε με τις μικρές μπροστά αλλά ευτυχώς το είπε σιγά και δεν τον άκουσαν.

Την άλλη μέρα στις 18:00 ακριβώς ήμασταν στο γραφείο του δικηγόρου.

- "Μπορείτε να περιμένετε σας παρακαλώ πέντε λεπτά, ο κ. Στεργιόπουλος μιλάει στο τηλέφωνο. Θέλετε να σας προσφέρω κάτι να πιείτε; Καφέ; Χυμό;"
- "Αν μπορούσατε να μας δώσετε λίγο νερό..." της απάντησα.
- "Ευχαρίστως" και σε λίγη ώρα γύρισε με δύο μπουκάλια δροσερό νερό και δύο ποτήρια. Βούιξε κάτι, μάλλον η ενδοεπικοινωνία και η γραμματέας σήκωσε το τηλέφωνο.
- "Μπορείτε να περάσετε, σας ευχαριστώ για την υπομονή σας."

Περάσαμε στο γραφείο. Ο Στεργιόπουλος ήταν γύρω στα 50 και το πρόσωπό του κάτι μου θύμιζε αλλά δεν μπορούσα να το προσδιορίσω.

- "Καθίστε παρακαλώ"
- "Ομολογώ ότι με έχετε κάνει να ανησυχήσω ελαφρά και αυτή η μυστικοπάθεια στο τηλέφωνο δεν βοήθησε."
- "Σας ζητώ συγνώμη κυρία Αναστασάκη αλλά το θέμα είναι ομολογουμένως λεπτό. Δεν υπάρχει κάτι να ανησυχείτε αλλά αυτό που θα σας πω δεν λέγεται μέσω τηλεφώνου."
- "Σας ακούω."
- "Ναι, φοβάμαι ότι τα νέα που θα σας πω δεν είναι ευχάριστα."

Έσφιξα το χέρι του Γιάννη.

- "Τον γνωρίζατε τον κύριο Γρηγόρη Παπαναστασίου, σωστά;"
- "Ναι...Τον γνωρίζω, προς τι ο αόριστος; Σας παρακαλώ θα μας πείτε τι συμβαίνει;"
- "Είναι με μεγάλη μου θλίψη που πρέπει να σας πληροφορήσω πως ο κύριος Παπαναστασίου απεβίωσε προ δύο ημερών."

Άσπρισα. Ο Γιάννης μου έσφιξε το χέρι.

- "Πως; Τι; Γιατί; Πώς;" μάσαγα τα λόγια μου.
- "Από την επάρατη νόσο. Ο εκλιπών ήταν στενός φίλος του αδερφού μου, πιθανώς να τον γνωρίζετε κιόλας, Στέφανος λέγεται."

Αν τον γνώριζα λέει. Να γιατί μου θύμιζε κάτι η φάτσα του δικηγόρου.

Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στο άλλο σοκ που είχα υποστεί.

- "Πολύ λυπηρό" είπε ο Γιάννης "αλλά γιατί μας καλέσατε να μας το πείτε;"
- "Γιατί εκτελώ τη διαθήκη του κ. Παπαναστασίου στην οποία ο εκλιπών έχει ορίσει την κα. Αναστασάκη ως μία από τους κληρονόμους."
- "Τι έκανε λέει;" ρώτησε ο Γιάννης, εγώ ήμουν ακόμα άγαλμα από το προηγούμενο σοκ.
- "Μάλιστα, ο κ. Παπαναστασίου όπως πιθανώς γνωρίζετε δεν είχε κοντινούς συγγενείς, άφησε την περιουσία του στη σύζυγό σας, τον Στέφανο, τον Jacob Mathews -φίλο του από την Αμερική- και την κυρία Νικολάου, πρώην σύζυγό του. Αν αποδεχτείτε την κληρονομιά, αυτή περιλαμβάνει την οικία του κ. Παπαναστασίου στην Κηφισιά και τρία εκατομμύρια ευρώ σε μετρητά και μετοχές. Επίσης σας έχει αφήσει και αυτό το φάκελο" είπε και μου τον έδωσε. "Θα σας παρακαλούσα μέχρι το τέλος της εβδομάδας να μου επικοινωνήσετε την επιθυμία σας."

Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε, με το Γιάννη να με υποβαστάζει γιατί δεν εμπιστευόμουν τα πόδια μου. Ο Γιάννης ήξερε το παρελθόν μου με το Γρηγόρη αλλά αυτό ήταν κάτι παντελώς απρόσμενο.

Ήμουν κατατονική όλο το απόγευμα, μόνο κατά το βραδάκι άρχισα να συνέρχομαι.

- "Γιάννη, αυτό το γράμμα θέλω να το διαβάσω μόνη μου."
- "Ναι μωρό μου βεβαίως... και for what it's worth... λυπάμαι. Ήξερα... ξέρω πως τον είχες αγαπήσει, σε καταλαβαίνω."

Τον φίλησα και σηκώθηκα αναστενάζοντας και έκατσα στο τραπέζι της κουζίνας. Έσκισα το φάκελο, είχε μέσα ένα γράμμα. Δεν ήταν από εκτυπωτή, το είχε γράψει με τα χέρια του.

Μελίνα,

Όταν διαβάζεις αυτές τις αράδες εγώ θα έχω πια φύγει. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες αλλά το τέλος μου το βλέπω σαν λύτρωση. Δεν ξέρω μετά από τόσα χρόνια τι αισθήματα τρέφεις για μένα, ωστόσο ξέρω ότι κάποτε με αγάπησες, ίσως περισσότερο από κάθε άνθρωπο που με έχει αγαπήσει. Το ίδιο σε αγάπησα κι εγώ, όσο παράξενος και να ήταν ο χωρισμός μας.

Είναι παρηγοριά να ξέρω ότι αυτός ο χωρισμός, όσο και αν σε βασάνισε, όσο και αν με βασάνισε, ήταν η σωστή επιλογή. Ακόμα και αν ήταν όλα λάθος, και μόνο για το ότι σε γλίτωσε από αυτή τη μοίρα, να βλέπεις τον άνθρωπό σου να αργοσβήνει χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτε γι αυτό, άξιζε.

Πολύ περισσότερο που ζεις ευτυχισμένη με τον άντρα σου και δύο πανέμορφα κοριτσάκια, όπως έχω μάθει.

Σε πόνεσα κάποτε πολύ και πόνεσα και ο ίδιος. Δε μετανιώνω όμως, αν όχι για τη μοίρα μου, για τη δική σου.

Είναι αστείο, μια ζωή ποθούσα τη δύναμη -ποτέ δεν το έκανα για το χρήμα, το χρήμα απλά την ακολούθησε- αλλά τελικά η χαρά της ζωής είναι στα απλά πράγματα. Ούτε στα ταξίδια και στα ακριβά ξενοδοχεία, ούτε στα γρήγορα αυτοκίνητα ούτε πουθενά. Στα απλά καθημερινά πράγματα. Σε δυο μάτια να σε κοιτάζουν με λατρεία. Ελπίζω η τελευταία εικόνα που θα έχω, αυτή που θα με συντροφεύσει μέχρι το τέλος της αιωνιότητας, να είναι αυτά τα δύο μάτια, τα δικά σου μάτια που κάποτε με είχαν κοιτάξει έτσι. Κι ας είναι μια απλή ανάμνηση.

Δεν είμαστε παρά αστραπές, στιγμιαίες λάμψεις στα ατέλειωτα σκοτάδια της αιωνιότητας. Παρακαλώ τους Θεούς να μπορέσω να φέρω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου πριν κλείσω για τελευταία φορά τα μάτια. Μια σύντομη λάμψη που για μια στιγμή,  για μια στιγμή μοναχά, θα διώξει τα σκοτάδια.

Έστω και μόνο για μια στιγμή.

Σε παρακαλώ να αποδεχθείς την κληρονομιά. Το σπίτι δε με νοιάζει τι θα το κάνεις, κάψτο, αλλά τα χρήματα κράτησέ τα για τις κόρες σου. Δεν έκανα δικά μου παιδιά και το μόνο άνθρωπο που πραγματικά αγάπησα τον έδιωξα για να μη με μισήσει. Μπορεί να μην είναι δικά μου, είναι όμως δικά σου και του ανθρώπου που αγαπάς και αυτό μου αρκεί.

Ο χρόνος μου τελειώνει σιγά-σιγά, με δυσκολία σου γράφω αλλά θα το κάνω ακόμα και αν είναι το τελευταίο πράγμα στον κόσμο.

Oh, wait!

Είναι...

Αντίο αγάπη μου.


Έκλαιγα με λυγμούς. Ο Γιάννης ήρθε και με πήρε στην αγκαλιά του και με χάιδευε χωρίς να μου μιλάει και με άφησε να κλάψω. Και έκλαιγα, και έκλαιγα, και έκλαιγα...

Η ζωή μου, η ζωή μου ανήκει στο Γιάννη και τα παιδιά μου. Αλλά ένα κομμάτι της, ένα μικρό της κομμάτι ανήκει και σ' εκείνον τον παράξενο άνθρωπο που κάποτε μπήκε σα σίφωνας στη ζωή μου και έτσι, σα σίφωνας, έφυγε.

...κι ας έρχεται καμιά φορά στα όνειρα μου... κι ας μου τα στοιχειώνει.

Χιλιάδες άγγελοι με τ' άσπρα
κλωνάρια λησμονιάς μοιράζουν
κι από το σώμα μου σαν άστρα
παιδιά δικά σου ανάσες βγάζουν

No comments: