Search This Blog

Tuesday, April 28, 2020

By proxy


Άκουσα τα σκυλιά να γαβγίζουν, ήταν ακριβώς η ώρα που είχε πει ότι θα έρθει. Κατέβηκα κάτω, πράγματι ήταν εκείνη και περίμενε στην εξώπορτα. Το λυκόσκυλο έπεφτε με μανία στην πόρτα, σαν να ήθελε να τη ρίξει. Το λαμπραντόρ τη γάβγιζε και αυτό αλλά από πιο μακρυά. 

- "Έλα ήσυχα και οι δύο" τους είπα σε αυστηρό τόνο και σταμάτησαν να γαβγίζουν.

Ξεκλείδωσα την πόρτα.

- "Πέρνα μέσα."

Δίστασε.

- "Τα σκυλιά σας;"
- "Τα σκυλιά μου δεν είναι ανυπάκουα σαν εσένα, φαντάζομαι ότι ξέρεις γιατί ήρθες εδώ. Πέρνα μέσα και άσε τα πολλά λόγια."
- "Μάλιστα"

Πέρασε μέσα διστακτικά.

- "Άπλωσε τα χέρια σου να σε μυρίσουν."
- "Είστε σίγουρος;"

Της έδωσα ένα δυνατό χαστούκι. Έπιασε το μάγουλό της.

- "Όταν είχε έρθει η Ε. εδώ ο Μάξιμος, το λυκόσκυλο, την είχε λατρέψει. Εσένα σου έβγαλε τα δόντια του, γιατί άραγε;"

Έσκυψε χαμηλά το κεφάλι της χωρίς να πει τίποτα.

- "Δε θα το ξαναπώ, άπλωσε τα χέρια σου να σε μυρίσουν. Δε θέλεις να είσαι έξω μαζί τους χωρίς να σε ξέρουν."

Άπλωσε διστακτικά τα χέρια της, έτρεμε. 

- "Για ελάτε εδώ εσείς οι δυο" είπα στα σκυλιά μου και πλησίασαν επιφυλακτικά και της μύρισαν το χέρι. Για κάποιο δικό τους σκυλίσιο λόγο δεν την είχαν πάρει από καλό μάτι και δεν έκαναν τις χαρούλες που κάνουν σε όσους αποδέχονται. 

- "Αρκετά, πηγαίνετε στο σπιτάκι σας" τους είπα και τα σκυλιά μπήκαν στον περιφραγμένο χώρο στον οποίο έχω χτιστό ένα μεγάλο σκυλόσπιτο και για τους δύο.

Χωρίς να πω τίποτα περισσότερο ανέβηκα στο σπίτι μου και η Δ. με ακολούθησε.

- "Έχεις κάτι να μου δώσεις, σωστά;"
- "Μάλιστα." είπε και μου παρέδωσε δύο σφραγισμένους φακέλους. Ο ένας έγραφε απ' έξω το όνομά μου.
- "Γδύσου" της είπα.
- "Ο... Ορίστε;"
- "Ελληνικά ξέρεις;"
- "Ν...ναι."
- "Τότε μην με κοιτάς σαν ηλίθια, γδύσου."

Φορούσε μία απλή άσπρη μπλούζα, κοντομάνικη και από κάτω τζιν. Άσπρο σουτιέν και άσπρη κιλότα, απλά και τα δύο. Μελαχρινή με μεγάλα μαύρα μάτια, είχε γλυκό πρόσωπο. Μεγάλα και βαριά στήθη που ωστόσο ακόμα στεκόντουσαν καλά, για το μέγεθός τους δηλαδή. Όχι του γούστου μου. Ελαφριά κοιλίτσα, ξυρισμένο εφήβαιο και μουνί με πεταχτά χείλη, ούτε αυτό του γούστου μου.

- "Γύρνα και σκύψε" τη διέταξα και έκανε βαθιά επίκυψη. 

Με τον κώλο κάτι γινόταν, κι αυτός μεγαλύτερος από το ιδανικό μου αλλά ήταν πεταχτός και καλοσχηματισμένος.

- "Φαντάζομαι ότι ξέρεις γιατί είσαι εδώ."
- "Ναι Κύριε, ξέρω."
- "Και;"
- "Θα κάνω αυτό που με διέταξε ο Αφέντης μου."
- "Γιατί είσαι εδώ;"
- "Για... για να τιμωρηθώ."
- "Αυτό το ξέρω. Γιατί είσαι εδώ; Γιατί σ' έστειλε σε μένα;"
- "Δεν... δεν ξέρω. Νομίζω... γιατί στα γενέθλιά σας σάς είχε κάνει δώρο την Ε. και η Ε. είχε περάσει πολύ όμορφα μαζί σας. Εγώ... εμένα... με στέλνει για να με τιμωρήσει."
- "Θεωρείς ότι την Ε. την έστειλε για να την τιμωρήσει;"
- "Όχι! Την Ε. την έστειλε για να σας κάνει δώρο, γιατί σας εκτιμάει σαν άνθρωπο. Εμένα... μ' έστειλε γιατί... γιατί... σας εκτιμάει σα σαδιστή και γιατί... γιατί δεν καταδέχτηκε να με τιμωρήσει ο ίδιος."
- "Τι έκανες;"
- "Ξεπέρασα... ξεπέρασα τα όρια."
- "Γιατί;"
- "Γιατί... Ήταν λάθος μου."
- "Δε σου ζήτησα εκτίμηση της κατάστασης και από καθαρά πρακτική σκοπιά μου είναι αδιάφορο αν το βλέπεις ή όχι σα λάθος. Σε ρώτησα γιατί ξεπέρασες τα όρια."

Με κοίταξε χωρίς να απαντήσει.

Της έδωσα τόσο δυνατό χαστούκι που γύρισε το κεφάλι της. 

- "Κοίτα με!"

Έτριψε το μάγουλό της και με κοίταξε.

- "Κλείσε τα μάτια σου" τη διέταξα και όταν το έκανε της έριξα ακόμα ένα εξίσου δυνατό χαστούκι. Προς τιμήν της ίσιωσε πάλι το κεφάλι της κρατώντας σφαλιστά τα μάτια.

- "Γιατί το έκανες;"
- "Γιατί... γιατί ζήλεψα."

Μάλιστα. Ο Ν. μου είχε πει ότι μου τη στέλνει να την τιμωρήσω αλλά δε μου είχε πει περισσότερες λεπτομέρειες. Θα το εξηγούσε σε δύο γράμματα, ένα σε εμένα και ένα σε εκείνη.

- "Πριν έρθεις έκανα μια μεγάλη βόλτα με τα πόδια, πρέπει να ήταν πάνω από 5-6 χιλιόμετρα."
- "Μάλιστα" απάντησε χωρίς να έχει καταλάβει που το πάω.
- "Το έκανα ειδικά για σένα, να ξέρεις."
- "Τι... τι εννοείτε;"
- "Βγάλε μου τα παπούτσια και τις κάλτσες και γλείψε μου τα πόδια. Όλα τα δάχτυλα."
- "Μάλιστα" μου είπε.

Κάθισα στην πολυθρόνα και η Δ. γονάτισε μπροστά μου και μου έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες. Δίστασε για λίγο και μετά έφερε το πόδι μου στο στόμα της. Μου πιπίλισε το μεγάλο δάχτυλο. Εγώ έσκισα το φάκελο και άρχισα να διαβάσω.

Γ.

    Πραγματικά θα προτιμούσα να ήταν καλύτερες οι περιστάσεις αλλά η Δ. έκανε κάτι πραγματικά ασυγχώρητο. Είναι η πρώτη της και η τελευταία της ευκαιρία, αν αποτύχει θα την αποδεσμεύσω. Θα αναρωτιέσαι γιατί τη στέλνω σε εσένα. Είναι μέρος της τιμωρίας της, δεν καταδέχομαι καν να απλώσω χέρι μου πάνω της για να την τιμωρήσω, τη στέλνω σε έναν τρίτο.

    Της είχα ζητήσει να μαστιγώσει την Ε. στα πλαίσια του παιχνιδιού. Η Δ. από ζήλια ήταν περισσότερη βίαιη απ' όσο απαιτεί το παιχνίδι και το χειρότερο είναι ότι δε σταμάτησε όταν η Ε. της είπε το safeword. Η τιμωρία της θα είναι να την τιμωρήσεις όπως πιστεύεις, χωρίς safeword, μόνο με την κρίση σου. Παρόλο που είσαι ότι είσαι, δε συμμερίζομαι τους φόβους σου. *Ξέρω* ότι δε θα ξεπεράσεις τα όρια που ο ίδιος βάζεις αυστηρά στον εαυτό σου.

    Εννοείται φυσικά ότι μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις όπως θες, σε παρακαλώ μόνο να χρησιμοποιήσεις προφυλακτικό αν σκοπεύεις να την πάρεις κανονικά ή από πίσω. Σε τσιμπούκι αν θέλεις να τα καταπιεί, να τα καταπιεί, αν θέλεις να τα φτύσει να τα φτύσει και αν θέλεις να κάνει γαργάρες, να κάνει γαργάρες. 

    Δε θα πω "ελπίζω να φανείς άξιος της εμπιστοσύνης μου. Σε εμπιστεύομαι.

Μάλιστα. Αν δεν σάδιζε κι εμένα θα έσκαγε. Δε μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο από το αίτημά του για "χωρίς safeword" αλλά εγώ δεν ήμουν σκλάβα του οπότε το ζητούσε ή όχι, δεν ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω. Από την άλλη ωστόσο αν δεν το έκανα όπως το ζητούσε ο ίδιος δεν θα ήταν πραγματική τιμωρία για τη Δ. 

Πανάθεμά τον.

Η Δ. μου είχε γλείψει καλά καλά το ένα πόδι και είχε πιάσει το άλλο στο στόμα της. Τράβηξα το πόδι μου, η Δ. έμεινε γονατιστή μπροστά μου. Έχω ενδοδαπέδια θέρμανση οπότε χαλιά δεν υπάρχουν στο σπίτι, καθόταν κάμποση ώρα γονατισμένη, φαντάζομαι ότι αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα καλό για τα γόνατά της. 

Λίγο ρυζάκι θα το έκανε ακόμα χειρότερο ή καλύτερο, θέμα οπτικής. Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα και έσκυψα για να πάρω από τα κάτω ντουλάπια ένα τενεκέ στον οποίο έχω ρύζι για τα σκυλιά, αν είναι να κάνεις μια δουλειά την κάνεις σωστά.

Γύρισα στο σαλόνι και άπλωσα το ρύζι μπροστά από την πολυθρόνα και την έβαλα να κάτσει γονατιστή πάνω του. Κάθισα αναπαυτικά και κατέβασα το παντελόνι μου και την έβαλα να με πάρει στο στόμα της.

Τολμώ να πω ότι έκανε εξίσου καλό τσιμπούκι με την Ε. και αν μη τι άλλο στην περίπτωσή της τη συνέφερε να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα, αλλά έπεσε στην περίπτωση. Είχα χαλαρώσει και είχα κλείσει τα μάτια απολαμβάνοντας την ξέροντας ότι αν δε σφιχτώ δεν πρόκειται να τελειώσω. Την έπιασα από το κεφάλι και άρχισα να της δίνω πιο γρήγορο ρυθμό. Δε με βόλευε έτσι οπότε αρκέστηκα να την πιάσω από τα μαλλιά. Το έπαιρνε από τη ρίζα μέχρι το λαρύγγι, τη ρουφιάνα ήταν πολύ καλή!

Την άφησα να παιδεύεται πάνω από μισή ώρα αλλά κάπου θα έπρεπε να τελειώνουμε γιατί είχαμε και άλλες δουλειές. Σφίχτηκα ελαφρά, κράτησα την ανάσα μου και πράγματι ούτε ένα λεπτό αργότερα τέλειωσα με σπασμούς στο στόμα της. Τα μάζεψε όλα και με κοίταξε περιμένοντας -σοφά- να μου πει τι να κάνω. Μου το χάλασε η αλήθεια είναι γιατί ό,τι και να έκανε σκόπευα να την τιμωρήσω. Αφού λοιπόν μου το χάλασε και πήρε πρωτοβουλία να με περιμένει, ε, την άφησα να με περιμένει.

Εκεί γονατισμένη, να με κοιτάει με το στόμα γεμάτο χύσια, μην τολμώντας ούτε να τα καταπιεί, ούτε να τα φτύσει. Άναψα ένα τσιγάρο και το κάπνισα. Η Δ. προσπαθούσε να πάρει ανάσες από τη μύτη και ταυτόχρονα να μην καταπιεί αλλά ούτε και να φτύσει. Τελικά είχε πλάκα, καλύτερα που δεν πήρε πρωτοβουλία.

Τράβηξα την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου και το έσβησα στο στήθος της κερδίζοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα. Φώναξε και πήγε να καταπιεί και την έπιασε βήχας και άλλα τα κατάπιε και άλλα τα έφτυσε στο πάτωμα και στα πόδια μου. Για καλή της τύχη δεν μου λέρωσε την πολυθρόνα. 

- "Σκούπισέ τα με τη γλώσσα σου. Μη δω μετά ίχνος στο πάτωμα ή στα πόδια μου, τη γάμησες και σήμερα δεν είναι η μέρα για να τα γαμήσεις περισσότερο απ' όσο το έχεις ήδη κάνει."

Γονάτισε στο πάτωμα και το έγλειψε με τη γλώσσα της. Μετά έγλειψε τις γάμπες μου και τα μπούτια μου και με καθάρισε τελείως.

- "Έλα μαζί μου" της είπα και πήγα στο μπάνιο. Με ακολούθησε. Την έβαλα να μπει μέσα στην καμπίνα. Άνοιξα το νερό, κρύο. Η Δ. έβαλε τις φωνές.
- "Σκασμός!" τη διέταξα και την έβαλα να κάνει ντουζ με κρύο νερό. Μπορεί να ήταν καλοκαίρι αλλά το νερό στην περιοχή δεν είναι από δίκτυο της ΕΥΔΑΠ και είναι κρύο. Τουρτούριζε όταν βγήκε. Της έδωσα μια πετσέτα να σκουπιστεί και μετά την πήγα στο δωμάτιο.

- "Α μπε μπα μπλομ" άρχισα μεταξύ ζώνης, κροπ, βίτσας, καλωδίου και paddle. 
- "Μπλιμ μπλομ." 

Paddle. Θα προτιμούσα καλώδιο να πω την αμαρτία μου. Δε γαμιέται, μετά, υπήρχε καιρός και για καλώδιο.

- "Α!, έχω και ένα γράμμα για σένα. Για να δούμε τι θα δούμε. Θα μου το διαβάσεις δυνατά"
- "Μάλιστα"

Δ.

    Δεν έχω λόγια να σου πω πόσο με απογοήτευσες και πόσο εξοργισμένος είμαι. Δε σου αξίζει καν να σε τιμωρήσω με τα ίδια μου τα χέρια. Θα σε τιμωρήσει όπως νομίζει, όσο νομίζει. Σου απαγορεύω να ζητήσεις safeword. Επειδή τον ξέρω καλά, θα στο ζητήσει ο ίδιος. Αν πεις το safeword μετά μην κάνεις τον κόπο να έρθεις από εδώ, θα σου στείλω τα πράγματά σου είτε με την Ε. είτε με την Ν.

Θα υποστείς την τιμωρία σου αλλιώς δεν έχεις θέση στα πόδια μου.

- "Το safeword θα είναι το όνομά μου. Αν το φωνάξεις θα σταματήσω με τη μία. Έγινα κατανοητός;"
- "Μάλιστα"
- "Κάτσε στα τέσσερα" τη διέταξα. "Δε χρειάζεται να μετράς, μετράω εγώ."

Δεν την ζέστανα και δεν την άρχισα με σιγανές. Δεν ήταν παιχνίδι και ο σκοπός ήταν να την πονέσω. Δεν το είχα σκοπό να τη φτάσω να πει το safeword, ειδικά ξέροντας τι αυτό θα της κόστιζε αλλά αυτό δε σημαίνει ότι της έριξα αδύναμες.

Μία... δύο... τρεις... πέντε... δέκα... είκοσι... 

Ο κώλος της είχε γίνει κόκκινος και τα χτυπήματα είχαν έρθει με εκείνη να έχει μόλις βγει από ντουζ με κρύο νερό. Φώναζε σε κάθε χτύπημα αλλά δεν είχε αρχίσει να κλαίει.

Δεν της είχε μάθει κανείς ότι δεν πρέπει να ανταγωνίζεσαι σαδιστή;

Τριάντα... σαράντα.... πενήντα... 

Είχε αρχίσει να με πονάει το χέρι μου είναι η αλήθεια αλλά ακόμα δεν είχε κλάψει. Το κατάφερα γύρω στο 70. 

Μια χαρά.

Έβγαλα ένα προφυλακτικό και έφτυσα  το δάχτυλό μου. Ο κώλος της είχε μπλαβιάσει. Έβαλα το δάχτυλό μου στον κώλο της, βαθιά μέσα στον κώλο της, χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία. Το τράβηξα και το ακολούθησε ο πούτσος μου. Τον έβαλα σιγά-σιγά μέσα της και άρχισα να τη γαμάω. Η Δ. βογκούσε από τον πόνο και αυτό το έκανε ακόμα καλύτερο. Σε αντίθεση με το τσιμπούκι εδώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ πολύ ώρα, δε μου πήρε παραπάνω από πέντε λεπτά για να χύσω. 

Τραβήχτηκα και έβγαλα το προφυλακτικό. Την έβαλα να γονατίσει και το άδειασα στο στήθος της και την έβαλα να το πασαλείψει. Εκεί έπιασε δουλειά η βίτσα, βέβαια το σημείο δεν είναι για δυνατά χτυπήματα ωστόσο κατάφερα να της προκαλέσω ικανοποιητικό κοκκίνισμα. Δεν είχα κλιπ για τις ρώγες της και ήταν από τις ελάχιστες φορές που το μετάνιωσα που δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα με S/m μπλιχλιμπίδια. 

Όταν με κοίταξε με αυτά τα μεγάλα μάτια της ένιωσα ένα τσίμπημα. Τύψεις λέγονται. Θυμήθηκα πως είχα συμπεριφερθεί στην Κ. εκείνο το Ιουλιάτικο μεσημέρι. Θυμήθηκα πως είχα συμπεριφερθεί στη Μ. στο πανεπιστήμιο, στη Χ. την πρώην γυναίκα μου και σε όλες τις Μ. και της Χ. της ζωής μου. Εκτός της τελευταίας, δηλαδή, γιατί με όσα συνέβησαν με εκείνη ξεπλήρωσα κάμποσα γραμμάτια, αν φυσικά κανείς πιστεύει στο κάρμα. 

Κάτι μου έλεγε ότι το βιβλίο από σήμερα θα γέμιζε με νέες εγγραφές. Η Β. ό,τι και αν είχε κάνει στην Ε. και κατ' επέκταση στο Ν. εμένα δε μου είχε κάνει τίποτα. Δεν την τιμωρούσα, έπαιζα μαζί της. Για μένα ήταν παιχνίδι όμως ενώ για εκείνη όλη της η ύπαρξη. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να μπω στον ψυχισμό τους αλλά φαντάζομαι ότι για μια σκλάβα το να διωχθεί από τον Αφέντη της θα είναι το ψυχολογικό ισοδύναμο αυτού που τράβηξα με την Κ. όταν με παράτησε και με την Χ. όταν έφυγε για εκεί που λαχταρούσα αλλά δεν μπορούσα να ακολουθήσω. 

ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ είπε ο δαίμονάς μου.
Ρε σάλτα γαμήσου ν' ασπρίσεις.
ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ. ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ! ΕΣΥ
Να σου γαμήσω!

- "Τον αγαπάς τον Ν."
- "Δεν τον αγαπάω. Τον λατρεύω!"
- "Τι διαφορά έχει;"
- "Αγαπάς έναν άνθρωπο. Αγαπάς το σύντροφό σου. Τον Θεό σου τον Λατρεύεις."
- "Πολύ δραματικό, δεν αγοράζω."
- "Μπορεί. Εγώ όμως έτσι το βλέπω."
- "Γιατί έκανες αυτό που έκανες;"
- "Γιατί... γιατί τη ζηλεύω. Είναι... είναι πιο νέα... πιο όμορφη... πιο έξυπνη... πιο καλλιεργημένη."
- "Είσαι ηλίθια."
- "Είμαι."
- "Επίσης είσαι και σκλάβα. Δεν μπορείς από τη μία να Λατρεύεις τον Ν. και από την άλλη να αποστρέφεσαι τις επιλογές του. Αν το κάνεις αυτό είσαι κάλπικη."
- "Το ξέρω" είπε στενάζοντας.
- "Τότε γιατί το έκανες;"
- "Γιατί είμαι άνθρωπος."
- "Σοβαρά; Μη μου λες!"
- "Έσπασα, έτσι απλά. Έσπασα. Μου αξίζει η τιμωρία. Μου αξίζει ακόμα και αν με έδιωχνε επί τόπου με τις κλωτσιές. Πρόδωσα τον ίδιο μου τον εαυτό μα πάνω απ' όλα πρόδωσα την εμπιστοσύνη του."
- "Σήκω όρθια και κάτσε με το πρόσωπο στον τοίχο."
- "Μάλιστα."
- "Αν θελήσεις να σταματήσω θα πεις το όνομά μου."
- "Δεν θα το πω."
- "Μη με ανταγωνίζεσαι, Δ. Μπορώ να το κάνω μέχρι να πέσεις αναίσθητη."
- "Ας πέσω!"
- "Your funeral" της είπα απλά.

Το καλώδιο πονάει, δε χρειάζεται ιδιαίτερη δύναμη. 

Έκλαιγε και το κλάμα κοβόταν σε κάθε χτύπημα και άρχιζε πάλι μέχρι να ξανακοπεί από το επόμενο χτύπημα. Το είχα πάρει προσωπικά, τη χτύπαγα ξανά και ξανά και ξανά και ξανά... Φώναζε, χτυπιόταν, έκλαιγε αλλά δεν είπε το όνομά μου. 

Δεν το είπε η ρουφιάνα.

Με κυρίευσε οργή, άρχισα να τη χτυπάω ακόμα πιο δυνατά, ακόμα πιο λυσσασμένα. Ήταν υπέροχα, η ευφορική λύσσα με είχε κατακλείσει, οι δαίμονές μου ήταν έξω, ήταν ελεύθεροι.

Τη χτύπαγα ξανά και ξανά και ξανά. Την έβριζα. Της έλεγα πόσο άχρηστη και ανίκανη είναι. Πόσο καλύτερη ήταν η Ε., πόσο όμορφα είχα περάσει μαζί της. Πόσο μου είχε λείψει. 

Έκλαιγε, χτυπιόταν, αγκομαχούσε μα δεν έλεγε τη λέξη. 

Είχα αφρίσει.

ΧΤΥΠΑ ΤΗΝ, ΛΙΩΣ ΤΗΝ. ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ. ΑΥΤΗ ΦΤΑΙΕΙ.

Η Δ. κατέρρευσε. 
ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ! ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ! ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ!
Τα σκοτάδια μου διαλύθηκαν. 
ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΠΑΩ ΝΑ ΚΑΝΩ;
Πήγα από πάνω της. Από την πλάτη της έτρεχε αίμα, την είχα ματώσει με καλώδιο. Με καλώδιο!

Και αυτή δεν είχε πει τη λέξη.

Ελάχιστοι άνθρωποι στη ζωή μου έχουν κερδίσει το σεβασμό μου. Η Δ. ανήκει σε αυτή την κλειστή, την πολύ κλειστή ομάδα.

Την περιποιήθηκα και μετά την πήρα στην αγκαλιά μου και τη χάιδευα και εκείνη έκλαιγε και κάθε της λυγμός ήταν μια μαχαιριά, κάθε της κοφτή ανάσα πόνος που μου ρήμαζε την μαύρη μου ψυχή. 

- "Συγχώρεσέ με" της είπα.
- "Δεν έχω κάτι να σου συγχωρέσω."
- "Δε φτάνω ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι, Δ."
- "Γιατί το λες αυτό;"  --πάει και ο πληθυντικός αλλά πραγματικά, στ' αρχίδια μου.
- "Γιατί έδειξες τι σημαίνει για σένα ο Ν. Έδειξες τι μπορείς να κάνεις γι αυτόν. Εγώ... μια φορά... όχι ψέμματα, δύο φορές... δύο φορές αναμετρήθηκα με τον εαυτό μου... και έκανα το εύκολο. Δεν πάλεψα, δεν κυνήγησα. Το άφησα. Να με πονέσει, να με εκμηδενίσει. Το άφησα να φύγει γιατί φοβήθηκα τι θα σήμαινε να προσπαθήσω να το πιάσω και να το χάσω. Γιατί φοβήθηκα να ζήσω."
- "Δεν ξέρω σε τι αναφέρεσαι αλλά..."
- "Δεν έχει 'αλλά' Δ. Μακάρι να αξιωθώ να βρω κάποτε κάποια που να αξίζει έστω και το μισό σου."

Πήρα τηλέφωνο τον Ν.

- "Η Δ. μπορεί να επιστρέψει."
- "Πολύ ευχάριστο αυτό."
- "Και κάτι τελευταίο: δε θέλω ούτε να σε ξαναδώ, ούτε να σε ξανακούσω."
- "Γιατί;"
- "Γιατί δεν είμαι γαμημένο παιχνίδι Ν., και σήμερα θα μπορούσα να έχω καταστρέψει τρεις ζωές."
- "Δεν θα το έκανες Γ. Σε ξέρω, σε ξέρω καλά. Όπως ξέρω καλά ότι άλλος είναι ο λόγος."
- "Μου είναι αδιάφορο. Κράτα όμως τούτο: στο ορκίζομαι στα κόκαλα του παππού μου ότι έτσι και την προδώσεις θα σου βγάλω τα άντερα με τα ίδια μου τα χέρια."
- "Ξέρεις κάτι; Σε πιστεύω. Δε μπορώ να σου..." 

Τον έκλεισα πριν τελειώσει.

- "Θέλεις να σε πάω σε νοσοκομείο;"
- "Αφενός δεν είμαι τόσο χάλια και αφετέρου δε νομίζω ότι είναι καλή ιδέα."
- "Μου είναι αδιάφορο αυτή τη στιγμή αν με κλείσουν μέσα και πετάξουν το κλειδί."
- "Εμένα όμως δε μου είναι. Ήρθα εδώ ξέροντας τι με περιμένει και το αποδέχτηκα."
- "Δεν είναι τόσο απλό."
- "Όχι, Γ. Είναι τόσο απλό."

Τη συνόδεψα μέχρι το αυτοκίνητο. Μπήκε μέσα, έβαλε όπισθεν και βγήκε από το πάρκινγκ. Την παρακολούθησα με τα μάτια μέχρι που χάθηκε στη στροφή της ανηφόρας.

No comments: